frear

Για την ποίηση του Χρήστου Τουμανίδη – γράφει η Μαρία Πολίτου


Χρήστος Τουμανίδης, Από το βάθος της αιτίας, Ποιήματα (1978-2005), εκδόσεις Κουκκίδα, 2018.

Αν και έχω τη χαρά της πρόσκλησης για να μιλήσω για την ποίηση του Χρήστου Τουμανίδη, θα ξεκινήσω τη σκέψη μου με έναν τρόπο κάπως παράδοξο και οξύμωρο, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από μια πρώτη επιστολή του Ρίλκε του 1903 σε έναν νέο ποιητή, όπου εκφράζει την αποστροφή του σε οποιαδήποτε έννοια κριτικής:

[…] Η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για ν’ αγγίξεις ένα έργο τέχνης: καταντάει πάντα σε πετυχημένες, λίγο ή πολύ, παρανοήσεις. Δε μπορούμε όλα να τα συλλάβουμε και να τα εκφράσουμε – όσο κι αν θέλουν πολλοί να μας πείσουν για το αντίθετο. Τα περισσότερα απ’ όσα μας συμβαίνουν δε μπορούμε να τα εκφράσουμε, ξετυλίγονται μέσα σε μια σφαίρα, που ποτέ καμιά λέξη δεν την καταπάτησε. Και απ’ όλα πιο αδύνατο είναι να εκφράσουμε τα έργα τέχνης, τις μυστηριακές αυτές υπάρξεις που η ζωή τους δε γνωρίζει τέλος, καθώς πορεύεται πλάι στη δική μας την περαστική, την πρόσκαιρη ζωή […]

Και συνεχίζοντας τις συμβουλές προς τον ποιητή, ο Ρίλκε γράφει:

[…] Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνιές της καρδιάς σας.

Έτσι φτάνουμε σιγά σιγά και στην συγκεντρωτική ποιητική συλλογή του Χρήστου Τουμανίδη που έχει τον τίτλο « Από το βάθος της αιτίας», που θα συναντήσουμε στην ομώνυμη ενότητα ποιημάτων στη συλλογή Η ώρα του λιμανιού (1987).

Ακολουθώντας την ποιητική πορεία του Χρήστου, έτσι όπως αποτυπώνεται στα ποιήματα 27 χρόνων από το 1978 έως το 2005 από τις ποιητικές του συλλογές Αστάθμητα (1978), Απόπειρες (1981), Η ώρα του λιμανιού (1987), Αντίστιξη των άστρων (1997), και Κεριά θυέλλης (2005), οσμίζομαι ότι ο ποιητής γράφει για να ζει και ζει για να γράφει με εντιμότητα, ταπεινότητα και ειλικρίνεια χωρίς να αναζητά του πλήθους τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα, ενώ η ποίησή του είναι άξια, γιατί «ξεπηδάει από ανάγκη», προϊόν καταβύθισης στον κόσμο και επιστροφή στον εαυτό, αέναη προσπάθεια αυτοσυνείδησης και αυτογνωσίας.

Ήδη από την πρώτη συλλογή με τον τίτλο Αστάθμητα (που κατά τον Σπύρο Θεριανό «η αρχική σκέψη του […] ήταν Αστάθμητα βήματα, που με την προτροπή του Γιάννη Ρίτσου, έγινε Αστάθμητα. Λέξη, με την οποία ο Τουμανίδης ήθελε να εκφράσει την αβεβαιότητά του για τα πρώτα εκείνα ποιήματά του») είναι αισθητή η ανησυχία και η αναζήτηση που ξεκινά τότε. Ενδεικτικά αναφέρω κάποιους από τους μονολεκτικούς κυρίως τίτλους που σηματοδοτούν την αγωνία και τη σύγχυση του νεαρού ποιητή: «Χρόνος», «Αντιστροφή», «Αναζήτηση», «Εγκλεισμός», «Άρνηση», «Μεταλλαγή», «Μαρασμός», «Βράδιασμα», «Εμβαθύνοντας», «Αστάθεια», «Δέντρα», «Ταξίδι», «Αφύπνιση», «Άγονη γραμμή», «Μοναχικός περίπατος», «Αναπάντητο».

1978. Μια εποχή μετά τα μαύρα χρόνια της δικτατορίας, κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις, καχυποψία, επιφύλαξη, γνωριμία με τον Γιάννη Ρίτσο, όλα αυτά πώς να αποτυπωθούν από την πένα του νιόβγαλτου ποιητή; Ο χρόνος που κυλά γρήγορα, «τρύπιες ώρες, έρχονται – φεύγουν/ χωρίς στήριγμα […] Φυσά ο αγέρας και σε παίρνει μαζί του/ -αναπότρεπτα-/μέσα από κείνες τις οπές που ανοίγει ο χρόνος», «εφήμερα πρόσωπα, εφήμερες πράξεις». Τα δέντρα. «Πότε να δεις τα δέντρα∙ ολοένα ξεμακραίνουν» «Δεν υπάρχουνε δέντρα, λες. Με τι θα ταΐσουμε τα όνειρα;». Αυτά τα δέντρα που είναι ζωντανά στο παρόν και θάλλοντα, μα έχουν ρίζες βαθιές στο παρελθόν, τα δέντρα αυτά που «δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό» κι είναι δεμένα με το χώμα, αυτό το ελληνικό χώμα που «είναι δικό τους και δικό μας».

Παραθέτω το ομώνυμο ποίημα:

ΔΕΝΤΡΑ

Τα δέντρα στο δάσος με το πράσινο φως
-τα άγρια δέντρα, οι φρουροί των καιρών-
δεν ξέρουν τα όπλα,
το αίμα, τη σιωπή.
Ξεφεύγουν.
Τα μοναχικά δέντρα των λόφων,
έρμαια των ανέμων.
Πεθαίνουν ήρωες,
κρατώντας την καρδιά τους χωρίς ουρανό.
Γεμάτη πουλιά-

Η σιωπή των ανθρώπων ποτέ δεν τα γνώρισε.

Τα δέντρα που τρέχουν
-τα δέντρα που στέκουν φρουροί των καιρών-
ζητούν τον ουρανό μας.

Και τα αγάλματα, αντίθετες προς το πράσινο των δέντρων εικόνες άψυχων λευκών μορφών, μάρτυρες σιωπηλοί αδιάψευστοι «όταν στο απέναντι πεζοδρόμιο/ ο αστυφύλακας/χτυπάει/τον απεργό. Όταν η σφαίρα βρίσκει το άγαλμα,/στον καρπό και μένει-/διαμαρτυρία βουβή. Όχι ματαιωμένη». Αγάλματα που παγώνουν το χρόνο, αγάλματα μνημεία όλων των εποχών, κειμήλια του χρόνου, αγάλματα που «ποτέ δεν ξεχνούν». «Το κακοποιημένο άγαλμα κοιτάζει./ Από δω πέρασαν οι αύρες. Εδώ σταμάτησε η καρδιά του απεργού», «Ποιος στέκει πίσω από το άγαλμα, πίσω από την εσταυρωμένη σιωπή; Ποιος; Και γιατί;». Και αλλού: «Τ’ αγάλματα, να φοβάστε τ’ αγάλματα όταν θυμώνουν», έλεγε ο ποιητής (από το ποίημα «Διαδήλωση»).

Κι άλλα μοτίβα, εύλογες αντανακλάσεις της ποίησης του Ρίτσου που σημάδεψε ανεξίτηλα τον ποιητή, τα πουλιά, τα κλουβιά, ο άνεμος, η μεγάλη πολιτεία και το φεγγάρι, τα τέσσερα σημεία του σταυρού οι σημαίες, το κόκκινο και το μαύρο, ο θάνατος, σχεδόν ως εμμονή και ως κραυγή, χρωματίζουν την πρώτη αυτή συλλογή, ενώ καταλαγιάζουν και ενσωματώνονται στο ποιητικό σκηνικό πιο σιωπηλά και αθόρυβα στη συνέχεια, εμπλουτισμένα και διευρυμένα με άλλες εικόνες, λέξεις, τόπους, πρόσωπα, συναισθήματα, διαμορφώνοντας με τον καιρό το προσωπικό στίγμα του Χρήστου Τουμανίδη, αυτό της μνήμης, της λήθης, των λαθών, της ατελεύτητης χαρμολύπης.

ΜΙΑ ΘΕΣΗ

Ο καπνός στο ταβάνι.
Τασάκι,
στάχτες,
σιωπές.
Ανάμεσά τους εκείνος,
Μοίραζε τον θάνατο..

Τι άλλο να υποθέσεις-
Μόνη σιγουριά, η αβεβαιότητα

[…]

Και από εδώ αρχίζουν οι καταχρήσεις που θα κορυφωθούν στην τρίτη ποιητική συλλογή, στην Ώρα του λιμανιού, με ενδιάμεσο σταθμό τις Απόπειρες όπου μπαίνει και ο έρωτας στο κάδρο! Ο Σπύρος Θεριανός επισημαίνει για την Ώρα του λιμανιού: «Πρόκειται για την ποιητική συλλογή, που έκανε τον ποιητή Σωτήρη Σαράκη να γράψει πως πρώτη φορά συναντά τόσα πολλά τσιγάρα σε ποιήματα. Όπως η καρέκλα του Βαν Γκογκ [αγαπημένου, όπως φαίνεται, του ποιητή!] αποκτά αυτονομία και παύει να είναι μια απλή καρέκλα και γίνεται ένας κόσμος θλιβερός, μοναχικός και φτωχός, με τον ίδιο τρόπο τα τσιγάρα και τα αποτσίγαρα στην ποίηση του Τουμανίδη γίνονται σύμβολα ενός κόσμου ερημοποιημένου, μοναχικού, διψασμένου για έρωτα και για παρηγοριά».

«Μέσα από στοίβες αποτσίγαρα/ έρχεται το λεωφορείο και σε παίρνει»

«Μαζί με τους φανοστάτες άναψα το τσιγάρο μου,/και κατηφόρισα»
«Γυρίζοντας μεσάνυχτα στο σπίτι/ είδα την απουσία σου.
[…] Στο τασάκι με τα πολλά ζουπηγμένα απογεύματα»
[…] Βραδιάζει αργά απ’ τον Καράμπαπα/κι εγώ δεν θέλω.
Μήτε τσιγάρο, μήτε φως, μήτε τραγούδι.
Έτσι, μες στην ασάφεια των στιγμών/κοιτάζω τη ζωή μου.

«Έτσι βαδίζουν, σκέφτηκα, οι πιθανότητες./ Σ’ ένα τοπίο σκοτεινό, γεμάτο γυαλιά κι αποτσίγαρα»
«Μέσα σε στάχτες είδα το πρόσωπό σου./Και το πρόσωπό μου»

«Μα δεν μπορεί, κάποτε θα τελειώσουν τα τσιγάρα. Κι εσύ, βουβή γυναίκα τώρα/ανήμπορη ν’ αποτρέψεις το πέσιμο της στάχτης/μέσα μου./ Κι εσύ/κάποτε θα καταλάβεις πως/όλοι οι καπνιστές της γης, μια μέρα/θα γίνουν άγγελοι».

Μέσα στην κάφτρα και τον καπνό που φωνάζει/είναι όλα τα τρένα των οχτώ.
Όλες οι απωθημένες σου σιωπές./Είναι το βράδυ αυτό/που στέκει/αμέτοχο δήθεν στο θάνατο./Είναι τα δυο κιτρινισμένα δάχτυλά σου,/η στιγμή πριν και η στιγμή μετά τη στάχτη.

Εδώ παρελαύνουν πρόσωπα, χρόνοι και τόποι (όπως μας προϊδεάζει και ο τίτλος της Β΄ ενότητας «Πρόσωπα και τοπία»), ξεριζωμοί και αποχωρισμοί με τρένα και πλοία σε αποβάθρες και λιμάνια: η μάνα («η Πόντια Ιορδάνα»), ο πατέρας, η Φωτεινή, ο χαμένος φίλος, «η τραυλή φωνή της Ασίας», «η λύρα θαμμένη στον κήπο», «γριές με μαύρα μαντήλια, με βαριές ανεμόδαρτες νύχτες στην πλάτη». Πάικο, Αιγάλεω, Βόσπορος, Ασία, Λιτόχωρο, Κατερίνη, Αυλώνα, Τροιζήνα, Χαλκίδα, Εύριπος, Πέλλα, Νάουσα, Λιθαριά. Αυτοβιογραφικό οδοιπορικό του ποιητή. Η ζωή ολόκληρη σε αράδες.

Κι ο χρόνος σχεδόν πάντα καθορισμένος: «κίτρινες μέρες», «μπαίνει φθινόπωρο», «πάντα η ώρα οχτώ», «έφυγες μια Κυριακή βροχερή του Σεπτέμβρη», «είναι μεσάνυχτα φίλε εδώ», «βράδυ θα μπουν στην Κατερίνη, για να κλάψουν», «είναι κάτι απογεύματα με τα σπασμένα φτερά, γεμάτα φωνές και σφυρίγματα», «γυρίζοντας μεσάνυχτα στο σπίτι/ είδα την απουσία σου», «τα μάτια σου, τα βαθιά πηγάδια/απ’ όπου αντλούσα τις Κυριακές μου, θυμάμαι».

Στην «Αντίστιξη των άστρων» κάνει την εμφάνισή της η Ιστορία και η Μυθολογία (κυρίως στην Α΄ ενότητα) που συγκλίνουν και συμφύρονται με το παρόν και το μέλλον, καταδεικνύοντας την ολότητα του σύμπαντος χρόνου και τόπου και το αναπόδραστο της μοίρας του ανθρώπου,

«Τα περασμένα, δεν περνούν ποτέ,
Γίνονται άπειρα πολύχρωμα πετράδια.
Μ΄ αυτά πετροβολούνε τα παιδιά, το λιόγερμα
που φτάνει θριαμβικά.»

ενώ ποιήματα αφιερώνονται στον Αλμπέρ Καμύ («σε όλους τους τροχαίους θανάτους είσαι παρών») και στον ζωγράφο Βίνσεντ Βαν Γκόγκ (« Οι λεπτές αποχρώσεις του απείρου./ Ο ήλιος/τα πινέλα/το περίστροφο/Μ’ ακολουθούν σαν μια πολύχρωμη σκιά,/ τριάντα τόσα χρόνια»).

Τέλος, το ποιητικό αυτό βιβλίο αυτό κλείνει με τη συλλογή χαϊκού, Κεριά θυέλλης, όπου αλλάζει η μορφή αλλά όχι τα μοτίβα και η θεματολογία του ποιητή, όπως είναι φυσικό κι αναμενόμενο, καθώς …. οι κακές συνήθειες δύσκολα κόβονται!

Ήρθε στη στάση
Τσιγάρο μου ζήτησε
Ο θάνατός μου

Πού με ψάχνετε;
Πίσω από τις λέξεις-
σας περιμένω.

[Παρουσίαση βιβλίου στην ΕΛΒΕ, Τετάρτη 12 Φλεβάρη 2020. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Ola Billgren. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly