frear

Η μελαγχολία της πένας και του χαρτιού – γράφει ο Σπύρος Θεριανός

Αντώνης Ψάλτης, Βασίλειο για ένα μολύβι, Κέδρος, Αθήνα 2017.

Για τον Πορτογάλο ποιητή Adolfo Casais Monteiro, ο ποιητής είναι μια ύπαρξη μπροστά στο χαρτί. Ή πλέον μπροστά στον υπολογιστή. Όταν, όμως, βρεθούν μαζί δύο ή περισσότεροι ποιητές τότε συγκροτούν ένα οιονεί λογοτεχνικό πεδίο. Υποβόσκουν ανταγωνισμοί, εγωισμοί, παιχνίδια «αναγνώρισης», πικρίες. Ανοίγοντας το πλάνο, διακρίνουμε διαγκωνισμούς για τη συγκρότηση ανθολογιών και «γενιών», ιδρυτικές μυθολογίες, χρονολογίες-ορόσημα που επιχειρούν να κόψουν σε φέτες το ποιητικό γίγνεσθαι δημιουργώντας στρεβλά κριτήρια ταξινόμησης, εμφωλευμένα παίγνια, αποσιωπήσεις. Η ποιητική σύνθεση Βασίλειο για ένα μολύβι του Αντώνη Ψάλτη (γ. 1977) είναι μια δηκτική υπόμνηση για όλα τα παραπάνω. Αλλά και μια καταγγελία της γραφής ως σκιώδους και αναξιόπιστης μορφής, που αποικεί τις ζωές μας.

ακόμη γιατί να προχωράμε, Σάντσο μου
σ’ αυτή την άνετη ερημιά
κάτω από τα χνούδια τ’ ουρανού
τοκίζοντας ανθόστιχα
σε παχυλής αθανασίας αγκαλιά

τριγύρω στην αδιάφορη δροσιά
τον αποφώλιο βίο μας
γιατί ταλαιπωρούμε

δεν βλέπεις άραγε
πώς ξεφτίσαν τ’ αλόγατα με τις οπλές τους
ηρωικά πώς γεμίζουν οι σελίδες
δεν βλέπεις τα κοντάρια μας
περήφανα πώς ίστανται
στο τέλος κάθε στίχου μας ανώδυνα θαυμαστικά
και ρέει το μέγα αίνιγμα από τα μάτια μας
όπως η άμμος η στεγνή στην ανοιχτή παλάμη

άλλο γιατί να προχωρήσουμε
μήγαρις δεν το βλέπεις;
για κάθε άτακτο καλοκαιράκι
ο νουνεχής Σαμψών Καρράσκος
πάντα κερδίζει τη μάχη

(χ, κόκοι πολύχρωμοι της άμμου)

Στο Βασίλειο για ένα μολύβι ο Ψάλτης χρησιμοποιεί ως αρχέτυπο τον Δον Κιχώτη. Και μάλιστα, με το «πραγματικό» του όνομα: Αλόνσο Κιχάνος. Ωστόσο, η ποιητική σύνθεση του Ψάλτη δεν φέρει τα χαρακτηριστικά «ενός χιλιαστικού ξεσηκωμού, μιας φυγής προς το εξωκαθημερινό», όπως συμβαίνει στον Δον Κιχώτη, σύμφωνα με τον Μύλμαν. Η φυγή από το ανηρωικό παρόν μετατρέπεται στα ποιήματα του Ψάλτη σε μια σκληρή και βαθιά συνειδητοποίηση της απομάγευσης αυτής της φυγής. Η περιπέτεια αντικαθίσταται από τη γραφή. Το διαρκές άνοιγμα στη γραφή επιφέρει τη ρουτινοποίησή της. Το χάρισμα που αισθάνεται ο ποιητής πως φέρει γύρω του κι εντός του «ξεθωριάζει» από την τριβή με την καθημερινότητα. Ο Ψάλτης παραθέτει ως προμετωπίδα, μία δική του επινοημένη στιχομυθία ανάμεσα στα δύο κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος του Θερβάντες, φωτίζοντας λοξά τις προθέσεις του:

«Ξέρεις κάτι Δον Κιχώτη», είπε ο Σάντσο Πάντσα, «αυτό τον καιρό
χτίζω ένα νέο σπιτάκι να στοιβάξω την οικογένειά μου».
«Α, ναι, και σε ποιο μέρος το χτίζεις;» ρώτησε ο Δον Κιχώτης.
«Έξω από το μυθιστόρημα, μάλλον δεν το ξέρεις»,
απάντησε ο Σάντσο Πάντσα.

Έξω από το μυθιστόρημα. Εντός, ενδεχομένως, της Ιστορίας; Ο Americo Castro παρατηρεί πως ως χαρακτήρας ο Δον Κιχώτης ξεπηδά από ορισμένα βιβλία που διάβασε ο Αλόνσο Κιχάνος. Με ασαφή τα όρια πραγματικότητας και φαντασίας, τον βλέπουμε να μεταμορφώνεται σε έναν περιπλανώμενο ιππότη. Ωστόσο, στο δεύτερο μέρος, ο Δον Κιχώτης είναι από τη μεριά του, μια ανθρώπινη προβολή του «αφηγημένου» στο πρώτο μέρος χαρακτήρα. Με παρόμοιο τρόπο, τον Ψάλτη φαίνεται να τον απασχολούν τα διαφορετικά επίπεδα αναστοχαστικότητας, που εμφανίζουν τα «πρόσωπα» της ποιητικής του σύνθεσης στη σχέση τους με την «πραγματικότητα» και τη γραφή. Ο Θερβάντες περιέχει τον Κιχάνος, ο Κιχάνος περιέχει τον Δον Κιχώτη, ο Δον Κιχώτης περιέχει την αντωνυμία του πρώτου προσώπου το οποίο ενίοτε συνομιλεί με τον Σάντσο Πάντσα και όλα τα πρόσωπα περιέχονται στον «ομιλητή» των ποιημάτων, ο οποίος περιέχεται στον ίδιο τον ποιητή που θέτει σε κίνηση τα πρόσωπα και τους δίνει φωνή. Στα πεζόμορφα ποιήματα εμφανίζεται ένας ακόμα ομιλητής/αφηγητής ο οποίος μιλά για τον Αλόνσο Κιχάνος ως τρίτος. Για τον Αλόνσο Κιχάνος όπως είναι όταν δεν γράφει. Ένα ακόμα επίπεδο αναστοχαστικότητας από διαφορετική οπτική:

Ο Αλόνσο Κιχάνος ξάπλωσε στο μονό κρεβάτι του φορώντας ακόμη τα ρέμπελα ρούχα μιας άχρηστης βραδιάς, ενώ τ’ αστέρια είχανε πλέον πληγεί από το ανελέητο πρωινό φως, χαλάρωσε λίγο τη μαύρη γραβάτα του κι άναψε ένα τελευταίο, από την κόκκινη κασετίνα, τσιγάρο. Έτσι, καθώς ηχούσαν στο τραντζιστοράκι ερωτικά τραγούδια παλαιότερων ετών, σαν αλλοτινός και δύστυχος ονειροπόλος φουμάριζε τις πιο αλλόκοτες ιδέες που του περάσανε ποτέ από τον νεφελοδαρμένο του νου. Όχι πως έγνεθε σενάρια πια, αλλά να, περίσσευε ακόμη δροσιά και σαν να είχε ξυπνήσει μόλις, ό,τι νύκτωρ θεμελιώνουμε, σημείωσε, η μέρα το αναστέλλει

(i, νυχθημερόν)

Για τον Χάινε, το μυθιστόρημα του Θερβάντες είναι «η μεγαλύτερη σάτιρα κατά του ανθρώπινου ενθουσιασμού». Το Βασίλειο για ένα μολύβι είναι μια σάτιρα για το άνοιγμα στη γραφή, για την ακατάπαυστη και ατέρμονη ανάγκη να γράφουμε. Μιλά για το αίσθημα τού ανικανοποίητου που γεννά η γραφή ή που εκφράζεται ως γραφή.

Μερικά ποιήματα του Ψάλτη αφήνουν μία αίσθηση ερμητικότητας. Αυτό οφείλεται τόσο στον πυκνό ποιητικό λόγο του, όσο και στα νοηματικά χάσματα, που υπάρχουν σε ορισμένα ποιήματά του. Με αυτόν τον τρόπο ο Ψάλτης αυξάνει την ποιητική ένταση και ενδυναμώνει την ποιητική εμπειρία, χωρίς να γίνεται ακαταλαβίστικος. Ο Τάκης Σινόπουλος, σε ένα από τα κριτικά του κείμενα περιγράφει την ιανική λειτουργία των χασμάτων του λόγου σε ένα ποίημα. Από τη μία, μπορεί να λειτουργήσουν ως αρνητικά στοιχεία, παραμένοντας νεκρές ζώνες, υποδηλώνοντας την εκφραστική αμηχανία του ποιητή. Από την άλλη, μπορεί να αποτελέσουν ένα θετικό στοιχείο στην έκφραση, το οποίο λειτουργεί εξίσου αποφασιστικά με τον λόγο, αίροντας τη συμβατικότητα και δημιουργώντας τους χώρους όπου θα υπάρξει εμφωλευμένο το θαύμα της ποίησης. Ενδεικτική, επίσης, είναι και η χρήση λέξεων εξεζητημένων στα ποιήματα του Ψάλτη, χωρίς να το παρακάνει. Κι αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της ποίησης του: η ισορροπία. Δύσκολο να περιγράψουμε τα δομικά στοιχεία αυτής της ισορροπίας και τις αναλογίες τους. Σχετίζεται με το «μαγικό» του ποιητή και τη σκληρή δουλειά. Είναι το σημείο στην ποίηση του Ψάλτη, που αξίζει να σταθούν οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες του βιβλίου. Να αναστοχαστούν πώς οργανώνει το υλικό του, τον κόσμο του, πώς συγκροτεί την ενότητά του.

Σε ορισμένα ποιήματα, ο Ψάλτης χρησιμοποιεί τον δεκαπεντασύλλαβο. Συνήθως άπαξ. Ο πρώτος στίχος, για παράδειγμα, είναι δεκαπεντασύλλαβος ενώ το υπόλοιπο ποίημα συνεχίζει με διαφορετικούς συλλαβικούς βηματισμούς και ποικίλα προσωδιακά χαρακτηριστικά. Επίσης, σε κάποια από τα ποιήματα χρησιμοποιεί ομοιοκαταληξίες. Πλεχτές ή σταυρωτές. Αλλά δεν εγκιβωτίζεται σε αυτές. Επιλέγει και την ανάμεικτη ή ελεύθερη ομοιοκαταληξία, με συγκοπές και εσωτερικές ρίμες. Με αυτόν τον τρόπο, η ρίμα δεν γίνεται «τύραννος». Επιτυγχάνοντας απλές και υψηλές ομοηχίες, φροντίζοντας να μην γίνεται κατάχρηση στη συμφωνία των καταληκτικών φωνηέντων και κυρίως σε συνάρτηση -όπως έχουμε ήδη πει- με τον πυκνό ποιητικό λόγο, ο Ψάλτης αποφεύγει τα ποιήματά του να ακούγονται σαν τραγουδάκια ή σαν ποιήματα με μεσοπολεμικό άρωμα, αποτελώντας ένα ενδιαφέρον παράδειγμα για όσους δοκιμάζουν τις ποιητικές τους δυνάμεις στο νεοφορμαλισμό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ο τίτλος του κειμένου είναι στίχος του Μηνά Δημάκη.

2. Οι αναφορές (βλ. Castro, Χάινε κ.α.) στο μυθιστόρημα Δον Κιχώτης του Θερβάντες αντλήθηκαν από το βιβλίο του Βίλχελμ Μύλμαν, Ευρωπαϊκή λογοτεχνία και παγκόσμιος πολιτισμός, μτφ. Κώστας Κουτσουρέλης, Αθήνα, Νεφέλη 1997.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Wayne F. Miller. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly