frear

Η κοινωνική λειτουργία της ποίησης σε δύσκολους καιρούς – του Παύλου Δ. Πέζαρου

Μια αναγνωστική προσέγγιση

Μανόλης Γιακουμάκης, Μεταναστεύσεις, εΕκδ. Εκάτη, Αθήνα 2017, σσ. 612.

Ο Μανόλης Γιακουμάκης (Σφάκα Σητείας, 1951) αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερη περίπτωση στα ποιητικά πράγματα του τόπου μας. Και τούτο διότι, ενώ υπήρξε ποιητικά ενεργός από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70, πολύ δύσκολα βρίσκει κανείς πληροφορίες για το έργο του, ακόμη και στη σημερινή εποχή του διαδικτύου. Πρωτοεμφανίστηκε το 1979 με τη συλλογή που εξέδωσε στην Αθήνα, Η επίδραση του Ευρωπαϊκού αμπαζούρ. Ωστόσο, πόσοι γνωρίζουν, λ.χ., ότι συμμετείχε (μαζί με την Μίτσα Παλαιολόγου) στην έκδοση του βραχύβιου αλλά εμβληματικού περιοδικού Ωλήν (1980-1983) του αξέχαστου Ηλία Λάγιου (1958-2005); Άλλωστε, υπό την σκέπη των εκδόσεων «Ωλήν», εκδόθηκαν και οι δύο επόμενες συλλογές του, Απελάτες στο Αιγαίο (1981) και Μικρή Καθοδήγηση (1984). Ακολούθησε μια σχεδόν 30χρονη σιωπή, μέχρι την επανεμφάνισή του που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη.

Το τελευταίο, σχετικά πρόσφατο, πολυσέλιδο ποιητικό του βιβλίο (γιατί για βιβλίο πρόκειται, ολόκληρο τόμο, όχι για μια απλή συλλογή), Μεταναστεύσεις ΙΙ, έρχεται ως συνέχεια του αμέσως προηγούμενου, επίσης πολυσέλιδου τίτλου, Μεταναστεύσεις, (εκδ. Οσελότος, 2013, σσ. 342). «Ο τόπος μου κεντίδια του θανάτου / θλίψη του ερπετού την αποφράδα ώρα / ο ξένος ύπνος με σημάδεψε, ο ξένος ύπνος /χύθηκε στ’ ακροβλέφαρα, στοίχειωσε στα πλευρά μου / διωγμοί και ταπεινώσεις. Πάλι.» («Ο ξένος ύπνος», Α’ ενότητα, σ. 43)

Μεσολάβησε μια ακόμη έκδοση με την αυτόνομη ποιητική σύνθεση Ισχαιμικό επεισόδιο: Ρωτώντας βαδίζουμε, υποδιοικητά, (εκδ. Εκάτη, 2014, σσ. 40), ένα «προσκλητήριο νεκρών», όπως την χαρακτήρισε ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος (Sin Radio, 25/10/2014), η οποία όμως δεν μπορεί πλέον να λογίζεται ξεχωριστή, αφού έχει ενσωματωθεί ολόκληρη, ως πρώτη ενότητα, στην περί ου ο λόγος τελευταία έκδοση, και μάλιστα στην ολοκληρωμένη της μορφή, κατά δήλωση του ίδιου του ποιητή (σ. 90).

Προφανώς, ο τίτλος των Μεταναστεύσεων ΙΙ προσδιορίζει (όπως και ο προηγούμενος) το κύριο περιεχόμενο τόσο των επιμέρους ενοτήτων όσο και των περισσότερων ποιημάτων ή ολοκληρωμένων συνθέσεων που περιέχονται σε αυτόν. Κεντρικό δηλαδή ρόλο στη θεματική συγκρότηση των ποιημάτων αποτελούν οι κάθε είδους μεταναστεύσεις, κυριολεκτικά ή αλληγορικά (προς/από εξωτερικό & εσωτερικό, από θανάτους, πολέμους, ξεπεσμούς, αισθήματα, κλπ).

«Ρίμα του πετροκότσυφα με τα πυκνά συλλείτουργα στη ρημαγμένη χώρα / πληγωμένη μου πατρίδα, ξερίζωσε από μέσα σου το κτήνος, / μην ταπεινώνεις τον κατώτερο που ικέτης στα πόδια σου προσπέφτει / και πάρ’ τον κάτω από τις γέρικες φτερούγες σου, μην τον ξεκάνεις, γιατί τον εαυτό σου περισσότερο θα βλάψεις.» («Ένα βήμα να κάνω κι έχω κιόλας ξεκινήσει», ε’, σ. 65)

Γενικότερα, ο ποιητικός τόμος ξεκινάει με μια «εισαγωγή» που συντίθεται από ένα μακροσκελές ποίημα σε 5 μέρη, υπό τον τίτλο «Την μαθηματική σκιά σου επικαλούμαι», μια σειρά επικλήσεων στην ιδιαίτερη πατρίδα και στη φύση της, στα γονικά, στον έρωτα, στην ιστορία, στη γλώσσα, στα θέματα δηλαδή που καλύπτουν σημαντικό μέρος του θεματικού πυρήνα της ποίησης του Μ.Κ.

Ο υπόλοιπος τόμος αποτελείται από 8 ολοκληρωμένες και τιτλοφορούμενες ενότητες, καθεμιά των οποίων θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί μία ξεχωριστή συλλογή! Και τούτο διότι, κάθε ενότητα έχει συντεθεί μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αφού ο ποιητής δεν αμελεί να σημειώνει τον ακριβή χρόνο σύνθεσης ή/και έμπνευσης ενός εκάστου ποιήματος. Για παράδειγμα, η δεύτερη ενότητα που τιτλοφορείται «Πορευόμαστε στα χρώματα της γης» περιέχει ποιήματα χρονολογημένα από 15/5 έως 19/9/2014. Αντίστοιχα, η αμέσως επόμενη τρίτη ενότητα υπό τον τίτλο «Η άλλη εκστρατεία» περιέχει ποιήματα με επίσης χρονολογική σειρά, που έχουν γραφεί από 26/9/2014 έως 19/10/2015, κ.ο.κ.

Με αυτή τη λογική, το τελευταίο ποίημα της τελευταίας ενότητας «Η περίοδος των βροχών» χρονολογείται την 9/4/2017. Με άλλα λόγια, μέσα σε λιγότερα από 3 χρόνια και μετά από μια τριακονταετία, όπως ειπώθηκε παραπάνω, ο Μ.Γ. συνέθεσε έναν τεράστιο σε όγκο τόμο πολύστροφων ποιημάτων ή/και ολοκληρωμένων συνθέσεων.

Είναι προφανές ότι η λεπτομερής και προσεκτική ανάγνωση, στίχο το στίχο, όλων των 600 σελίδων του τόμου, απαιτεί, όχι μόνο την υπομονή αλλά και την ιδιαίτερη επιμονή του αναγνώστη της συλλογής. Όσοι από αυτούς το έκαναν, είμαι βέβαιος ότι θα πέρασαν από έκπληξη σε έκπληξη. Κυρίως γιατί είναι ελάχιστες οι επαναλήψεις που μοιραία εμφιλοχωρούν σε έναν τέτοιο όγκο στίχων.

Και τούτο διότι, πέρα από το κύριο θέμα των μεταναστεύσεων που υποδηλώνεται στον τίτλο του τόμου και διατρέχει όλες τις ενότητές του, η όλη συλλογή κινείται θεματολογικά σε πολλαπλά επίπεδα, όπως προσδιορίζεται και στην εισαγωγική σύνθεση. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, λοιπόν, είναι διάχυτες οι κοινωνικές αναφορές που εκφράζονται με ιδιαίτερη ευαισθησία από τον ποιητή, ο οποίος, ανταποκρινόμενος στα μηνύματα της εποχής, δίνει στους στίχους του μια έντονη κοινωνικο-πολιτική εμβάθυνση.

«…Μιλούσε για την έλλειψη φαρμάκων / για το νερό που είναι μολυσμένο / για τα κομμένα κεφάλια που βλέπουν στο δρόμο / για τα τανκς, τους στρατιώτες που τους έχουν περικυκλώσει./ … Ντάλια, λουλούδι πορφυρό, δορκάδα της ερήμου» («Μαρτυρίες πληγέντων», σ. 184)

Ομοίως, οι απώλειες και τα πένθη σηματοδοτούνται συχνά με ελεγειακούς τόνους για πρόσωπα οικεία που φύγαν αλλά περιστρέφονται συνεχώς στη μνήμη.

«…Τρεις μέρες στο κρεββάτι μου ανέμιζε η πνοούλα του, / ώσπου γαλήνια πλησίασε ο θεός το πρόσωπό του, / ύστερα, αναστέναξε βαθιά / κι αποκοιμήθηκε για πάντα στ’ όνειρό του. / Τώρα ακούει και μιλά τις γλώσσες των αγγέλων.» («Επίγραμμα», σ. 406)

Και βέβαια, μέσα σε όλα αυτά, δεν θα μπορούσε να λείπει ο έρωτας, η κυριότερη κινητήρια δύναμη της ποίησης. Σε πολλά ποιήματα, αναδεικνύεται ένας έντονος ερωτισμός, με πρότυπα όπως το «άσμα ασμάτων» ή, κυρίως, τις κρητικές μαντινάδες:

«…Το στήθος σου σταλάζει το ασήμι της σελήνης / οι ρόγες σου δυο ολόγλυκες σταφίδες, / μοσχοβολούν ο φυλλωσιές του κόλπου σου ευκάλυπτο και νάρδο …» (“Petroleuses” σ. 305)

«Έχουν τη φλόγα του δαμάσκηνου τα χείλη σου / κι είναι γλυκόλαλα σαν μέλι / σαν πετιμέζι από σταφύλι διαλεχτό / …» («Τα χείλη σου» σ. 547)

Επιπλέον, επιστρατεύοντας τη λειτουργία της μνήμης, ο ποιητής αναδεικνύει τη μικροϊστορία των τόπων, αλλά και των ανθρώπινων αντιδράσεων, ξεχασμένων ή παραμερισμένων στις μέρες μας. Με άλλα λόγια, μέσα από τους στίχους του, μας προσφέρει ένα συναρπαστικό ταξίδι σε συνήθειες και αξίες ξεχασμένες, περισώζοντας έτσι αξίες που χάνονται.

Ως εκ τούτου, κατά την άποψή μου, η ποίηση του Μ.Γ. διακρίνεται κατεξοχήν για το κοινωνικό της χαρακτήρα, θέτοντας ως επίκεντρο την επίδραση της ιστορίας στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων. Η γνώση του κόσμου, με άλλα λόγια, παίζει καταλυτικό ρόλο στη θεματική και στις αισθητικές επιλογές του ποιητή. Με τον τρόπο του, επομένως, ο Μ.Γ. επαναθέτει το ζήτημα της κοινωνικής λειτουργίας της ποίησης, ένα ζήτημα που, ηθελημένα ή άθελα, έχει σχεδόν αποσιωπηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, πράγμα άλλωστε που θα μπορούσε να θεωρηθεί και απότοκο της ανόδου και πλειοψηφικής επικράτησης των αρχών του νέο-φιλελευθερισμού.

«…σαν λεπτοκαμωμένα στάχυα θερισμένα τα κορμάκια μας στη φτώχεια / στις χούφτες κρατώντας σαν σύκα ξερά και σταφίδες / τους δημοκρατικούς των προγόνων μας θρύλους, / … μακρινή λυπημένη μου πατρίδα παρήλθες.» («Χαλκουργός», σ. 480).

Συνολικά, θα έλεγα ότι πρόκειται για μια ποίηση εξόχως στοχαστική, εκτεινόμενη ως την υπαρξιακή αναζήτηση των ανθρώπων μιας εποχής ή ενός τόπου, του γενέθλιου μάλλον. Με αυτό δηλαδή το υπαρξιακό υπόβαθρο, είναι ποίηση αρκούντως βιογραφική και οντολογική, που περιέχει, ως επί το πλείστον, εκτενή, μακροσκελή ποιήματα, που ολοκληρώνουν συγκεκριμένους χαρακτήρες ή συγκεκριμένα, έστω και επανερχόμενα, θέματα.

Μορφολογικά, διάσπαρτοι δεκαπεντασύλλαβοι ιαμβικοί στίχοι διατρέχουν σχεδόν όλα τα ποιήματα, σε όλο το σώμα της συλλογής, σε μια γλώσσα μέσα από την οποία αναβλύζει ο λαϊκός πολιτισμός του γενέθλιου τόπου, ο οποίος και διαχέεται μέσα στους στίχους. Είναι άλλωστε χαρακτηριστική η συχνή παράθεση πολλαπλών ωραίων παρομοιώσεων που δένονται με τους στίχους και το θέμα των ποιημάτων, λ.χ. «Ωσάν Καλύμνιος βουτηχτής στη ρίζα τ’ αλμυρού νερού» (σ. 73) «χρυσόφτερο φως, εγγονούλα του ήλιου» (σ. 191).

Από την άποψη αυτή, είναι ευδιάκριτη μια εσωτερική αίσθηση του ρυθμού, έμφυτη ίσως, λόγω και της καταγωγής του ποιητή. Η καταγωγική του αυτή σχέση με την κρητική παράδοση, τον προσανατολίζει στη συχνότατη χρήση γλυκών, τρυφερών υποκοριστικών (πηγούλα, λογάκια, κρινοδαχτυλάκια, κλωναράκι, στηθουλάκια, βλασταράκια, μπουρινάκια και πλήθος άλλων).

Τέλος, ας προστεθεί ότι ο ποιητής Μανόλης Γιακουμάκης συνομιλεί συνεχώς με άλλες ποιητικές φωνές που δεν αμελεί να τις μνημονεύει στους στίχους του (Έζρα Πάουντ, Wole Soyinka, Τριστάν Κορμπέρ, Καίσαρ Βαλιέχο, Λουίζ Μισέλ, Γκεόργκ Τράκλ, Χαίλντερλιν, Αχμάτοβα, κλπ), προσδιορίζοντας έτσι, ως ένα βαθμό, και το πλήθος των επιρροών του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Martine Franck. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly