frear

Για τα «Φτερά του έρωτα» – γράφει ο Γεώργιος Θ. Ζώης

Πριν από περίπου έναν χρόνο (16-2-2019) έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Ελβετός ηθοποιός Bruno Ganz, γνωστός για τις ερμηνείες του σε ταινίες όπως «Ο Αμερικανός φίλος» (Der Amerikanische Freund, 1977) του Wim Wenders, «Νοσφεράτου» (Nosferatu: Phantom der Nacht, 1979) του Werner Herzog, «Η πτώση» (Der Untergang, 2004) του Oliver Hirschbiegel και πολλές άλλες. Ο Bruno Ganz πρωταγωνίστησε σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους της καριέρας του και στην ταινία «Der Himmel über Berlin» (1987), η οποία αποτελεί ίσως την κορυφαία στιγμή του Γερμανού σκηνοθέτη Wim Wenders, τυπικού εκπροσώπου του «Νέου κύματος του Γερμανικού Κινηματογράφου» («Neue Deutsche Welle» στο οποίο ανήκουν δημιουργοί πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά και με μια ιδιαίτερη ματιά όπως ο Rainer Werner Fassbinder, ο Volker Schlöndorff ή η Margarethe von Trotta) των τελών της δεκαετίας του ΄60 (σύμφωνα με άλλη άποψη, η καλύτερη ταινία του Wenders είναι το «Paris,Texas»).

Η υπόθεση εκ πρώτης όψεως απλή: Ένας άγγελος, ο Damiel (ο Bruno Ganz), ο οποίος παρακολουθεί τους ανθρώπους πάνω από τον ουρανό του διχοτομημένου Βερολίνου, επιθυμεί να μετατραπεί σε «κοινό» θνητό για να γνωρίσει τη ζωή των ανθρώπων και τον έρωτα. Κυκλοφορεί μαζί με άλλους αγγέλους ανάμεσα στους ανθρώπους και παρακολουθεί την καθημερινότητά τους, χωρίς όμως οι τελευταίοι να αντιλαμβάνονται την παρουσία του, όπως άλλωστε και των υπόλοιπων αγγέλων που φορούν αδιάβροχα και έχουν ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους ένα αινιγματικό μειδίαμα. Οι μόνοι που μπορούν να δουν τους αγγέλους είναι τα παιδιά και οι άρρωστοι. Ο κόσμος των αγγέλων είναι ασπρόμαυρος (αξεπέραστη, η σχεδόν εξπρεσιονιστική ασπρόμαυρη φωτογραφία), κινούνται και ζουν σε ένα σύμπαν παράλληλο με εκείνο των ανθρώπων, χωρίς όμως να είναι σε θέση να νιώσουν τη γεύση, να ξεχωρίσουν τα χρώματα ή να βιώσουν τη δύναμη των συναισθημάτων. Ο μόνος τρόπος που έχουν οι άγγελοι στη διάθεσή τους για να νιώσουν όλα όσα αισθάνονται και οι άνθρωποι είναι η απάρνηση της ίδιας φύσης τους, της αθανασίας. Αυτό αποφασίζει να κάνει και ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας, ο άγγελος Damiel, όταν εντοπίζει μια ακροβάτισσα, την Marion (ιδιαίτερα γοητευτική η πρόωρα χαμένη Solveig Dommartin), η οποία ισορροπώντας στα σχοινιά του τσίρκου βρίσκεται μετέωρη –ένας θνητός άγγελος;- ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, για να υπενθυμίσει την διάσταση, αλλά και τη σύνθεση σώματος και ψυχής. Η Marion από την πλευρά της, απογοητευμένη από την είδηση ότι το τσίρκο με το οποίο συνεργάζεται θα εγκαταλείψει το Δυτικό Βερολίνο, περιφέρεται στους δρόμους της πόλης και χορεύει μόνη, κλεισμένη στον εαυτό της και τις σκέψεις της. Κεντρική ιδέα η δύναμη του έρωτα, η άρνηση ενός θείου δώρου χάριν της ομορφιάς που προσφέρει η επίγεια απόλαυση, το γήινο, ανθρώπινο συναίσθημα. Μήπως όμως και ο έρωτας δεν είναι κατά κάποιον τρόπο ένα «θείο» δώρο για όσους τον γεύονται ή –έστω- τον αισθάνονται; Όπως και να’ χει, ο έρωτας μπορεί να είναι κάτι υπέροχο, μπορεί όμως να είναι και κάτι βασανιστικό ή απίστευτα σκληρό, κοντολογίς εμπεριέχει ρίσκο, είναι μέρος της φύσης του. Και ο Damiel αποφασίζει να ρισκάρει για χάρη της Marion.

Το υπέροχα σκηνοθετημένο σκηνικό, που δεν είναι άλλο από την ίδια την πληγωμένη και διχοτομημένη –τέως τότε (1987)- γερμανική πρωτεύουσα, μια πόλη που ακόμη και σήμερα «διαρκώς γίνεται και ποτέ δεν είναι», συμπληρώνεται από την θαυμάσια μουσική που επενδύει ολόκληρο το φιλμ (εξαιρετικοί οι Nick Cave & The Bad Seeds, καθώς και οι Crime & the City Solution).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly