frear

Για το βιβλίο «Η Μήνα και άλλες ιστορίες» του Στάθη Ιντζέ – γράφει ο Κώστας Κουτρουμπάκης

Σκεφτόμουν κάτι έρωτες ανεκπλήρωτους, κάτι σεκλέτια βραδινά ατελείωτα που οι άπιαστοι πόθοι μοιάζουν πιο πραγματικοί κι απ’ την πιο χειροπιαστή πραγματικότητα.

Μοιάζουν ή είναι;

Και τι είναι τελικά πιο πραγματικό, αυτό που συμβαίνει εντός ή εκτός μας;

Η Μήνα του Στάθη Ιντζέ (εκδ. Κίχλη) είναι μια λοξή λογοτεχνική ματιά στο κλασικό οντολογικό ερώτημα «Τι πραγματικά υπάρχει;». Δεν πρόκειται, βέβαια, για μάθημα φιλοσοφίας αλλά για μια γραφή που εντάσσεται στον μαγικό ρεαλισμό, υπό την έννοια ότι αποπειράται να αναγάγει το αλλόκοτο σε καθημερινό, να παρουσιάσει το φανταστικό ως αληθινό.

Η συμπύκνωση νοημάτων και η λεκτική λιτότητα, παρούσες και στις 10 μικροϊστορίες της συλλογής, δίνουν έναν τόνο «μπονζάι». Ωστόσο, η οικονομία της γραφής και το όλο κλίμα με τα έντονα παραμυθιακά και εξωλογικά στοιχεία μάς φέρνει, θαρρώ, πολύ πιο κοντά στα δημοτικά τραγούδια –και δη στις παραλογές– αλλά και σε κάποια λαϊκά παραμύθια – όχι τα best seller με τις βασιλοπούλες αλλά αυτά που μέσα τους «όλα είναι θαμπά κι αόριστα», όπως διαβάζουμε στο εισαγωγικό σημείωμα από τα «Παραμύθια του Λαού μας», τα οποία ανθολόγησε ο Γιώργος Ιωάννου.

Η Μήνα, λοιπόν, κλείνει το μάτι στη Λαογραφία, είναι άλλη μια συλλογή από αποτροπαϊκές ιστορίες με δράκους και στοιχειά, άλλη μια νοσταλγία της ανεπιστρεπτί χαμένης ζωής στην ελληνική ύπαιθρο; Προφανώς όχι. Η ματιά του Στάθη Ιντζέ είναι, από αυτήν τουλάχιστον την άποψη, Παπαδιαμαντικής κοπής. Ο αναγνώστης της Μήνας ασκείται στην ενσυναίσθηση των αποσυνάγωγων, των ανθρωποφάγων, της μανίας τους, ακόμη και της τυφλής τους, όπως τουλάχιστον φαίνεται με την πρώτη ματιά, βίας. Η άγρια αγιοσύνη τους, άλλωστε, που στέκεται πέρα από κοινωνικές νόρμες ή συνταγές ηθικής, είναι αυτή που αποκαθιστά την αδικία και τη διασαλευμένη τάξη. Το ένστικτο, ο παγανισμός στέκεται εδώ ως αντίβαρο στην ανθρώπινη ύβρη.

Δεν είναι βέβαια όλες οι ιστορίες της Μήνας τέτοιες. Στο «Πέτρινο Σπίτι», για παράδειγμα, το παράδοξο έρχεται να λειάνει γωνίες και να αντιμετωπίσει τον θάνατο όχι ως οδύνη ή ως αφετηρία κρίσης και τιμωρίας αλλά ως γλυκιά εμπειρία και λύτρωση από το βάρος της ύπαρξης. Στις «Παιδικές Αμαρτίες» επίσης, η αμαρτία, το ολίσθημα, δεν εκλαμβάνεται ως αντικείμενο προς τίμηση αλλά ως στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, απέναντι στο οποίο η μητέρα στέκεται όχι απλώς με κατανόηση αλλά και με αγάπη· πρόκειται για μια μάνα που δεν παίζει με τα παιδιά της το παιχνίδι των ενοχών. Κι όσο για τον «Λωτό», εκεί με περισσή –και γι’ αυτό όχι κραυγαλέα– τρυφερότητα, δέντρο και γιαγιά Δωροθέα ριζώνουν βαθιά στη μνήμη του αφηγητή.

Η γραφή του Στάθη Ιντζέ είναι ελλειπτική, απότοκο της θητείας του στην ποίηση. Υπάρχουν σημεία που ευθέως θυμίζουν Ρίτσο («Ο Λωτός»). Όσο πάλι για τις επιρροές του Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες και του Μπόρχες, των μαέστρων του μεταφυσικού και του φανταστικού, αυτές γίνονται προφανείς ήδη από το moto του βιβλίου, με τη φράση του πρώτου για τα «ταπεινά πετούμενα» να λειτουργεί ως τροχιοδεικτική σφαίρα για τη συνέχεια της ανάγνωσης. Δεν είναι, άλλωστε, μυστικό ότι ο Στάθης Ιντζές έχει μεταφράσει ποίηση από τα αργεντίνικα.

Η ποιητική πνοή, η συμπύκνωση νοημάτων και η λεκτική λιτότητα, για τις οποίες έγινε λόγος παραπάνω, αλλά και η ανατροπή, το ξάφνιασμα είναι εργαλεία για τη δημιουργία παλαμιαίων, δακτυλικών θα τολμούσα να πω, αφηγήσεων με αντιστρόφως ανάλογη εν-τύπωση. Μικρά τα λιθαράκια που πέφτουν στη λίμνη, αλλεπάλληλοι οι ομόκεντροι κύκλοι της μετα-ανάγνωσης που απλώνονται στην επιφάνεια, ώσπου να σβήσουν στις όχθες της αναγνωστικής πρόσληψης.

Άφησα, σκοπίμως, τελευταίο τον ρόλο της αφήγησης αλλά και της μνήμης, που, κι εμένα τον ίδιο, μ’ έχουν πολύ απασχολήσει. Στις μικροϊστορίες της Μήνας ο αναγνώστης θα διακρίνει σαφώς την παιδική μνήμη, διαμεσολαβημένη όμως από τη μνήμη του ενήλικα, ο οποίος φέρει το κύριο βάρος της αφήγησης. Η εναλλαγή εστίασης, οπτικής γωνίας, γνωστή από την παράδοση του ελληνικού διηγήματος, παράγει πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Στην «τρελο-Δημήτρω», για παράδειγμα, η αφήγηση ξεκινά με τη φράση «Όταν ήμαστε παιδιά». Το «Όταν ήμαστε παιδιά» υπονοεί ότι «τώρα δεν είμαστε», άρα η αφήγηση στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι του ενήλικα. Η φράση «Οι μεγάλοι μάς ορμήνευαν» φανερώνει, από την άλλη, την οπτική γωνία του παιδιού. Τέλος, η φράση «Δεν ήμουν δα και κανένα μυξιάρικο» είναι αντιπροσωπευτική της ταύτισης της οπτικής γωνίας του παιδιού με αυτήν του ενήλικα. Αριστοτεχνική είναι και η καταληκτική φράση της ιστορίας «Μικρές αμαρτίες»: «Και βγήκε στην αυλή μη δούμε τα δάκρυα που έτρεχαν απ’ τα μάτια της.», που θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει είτε στον αφηγητή-παιδί είτε στον αφηγητή-ενήλικα, αποκτά όμως εντελώς διαφορετικό ειδικό βάρος στην κάθε περίπτωση.

Τη Μήνα του Στάθη Ιντζέ δεν την «έκαψα» με την πρώτη ανάγνωση. Τη διάβασα αρκετές φορές. Ήταν η αναγνωστική μου εμπειρία που μ’ έβγαλε αβίαστα εκεί.

Δεν ξέρω αν ο Στάθης Ιντζές θα εμμείνει εφεξής στη μικρή φόρμα αφήνοντας πίσω τις προηγούμενες συγγραφικές του ατραπούς. Ένα είναι σίγουρο, ότι στη Μήνα φαίνεται να βρίσκει τον φυσικό του χώρο.

[Το κείμενο αυτό, ελαφρώς διασκευασμένο, διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Στάθη Ιντζέ Η Μήνα και άλλες ιστορίες, που έγινε στη Θεσσαλονίκη (Καφέ Bazaar, 7.2.2020). Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: John Pratt. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη