Μετά την πορεία βρέθηκαν σε κείνη την ταβέρνα των απομάχων του «Απόλλωνα» με τα ψαρικά, στην Καλαμαριά οι παλιοί φίλοι. Φθινόπωρο στο τέλος του και όμως νοτιάς και ζήτησαν τραπέζι στην αυλή με τα προστατευτικά από τον αέρα παραπετάσματα, άδεια η αυλή, μόνοι τους. Και μιλούσαν όλοι μαζί για όλα, γελώντας δυνατά. Για το Πανεπιστήμιο, για τα παιδιά και τα εγγόνια, τη δουλειά και τα βιβλία, κοιτώντας πίσω μπρος, πώς να γεφυρώσουν τα χρόνια, να πάρουν πάλι το πάνω χέρι στον καιρό, χαμογελώντας με αμηχανία για τα κενά της μνήμης, διορθώνοντας ο έναν τον άλλο στις ημερομηνίες- οι γυναίκες τους βέβαια ήξεραν καλύτερα, κι ας μην ήταν μπροστά.
Ο Θοδωρής, από εύπορη οικογένεια της Κρήτης, είπε πως πήγε ένα φεγγάρι – το πενηνταέξι θα ήτανε- στο Δημοτικό, στο χωριό των παππούδων από τη μεριά της μάνας του- Σκοπί Σητείας, μέχρι να πάρει το διορισμό του ο πατέρας στη Ρόδο και να φύγουν όλοι μαζί. Έγινε γρήγορα φίλος των παιδιών στη γειτονιά, μόνο που εκεί τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο ξυπόλυτα. Του κακοφάνηκε ν’ αποτελεί εξαίρεση. Έτσι κι αυτός έκανε την επανάστασή του.Αγκάθια και τριβόλια και πέτρες κάτω, αλλά αυτός έβγαλε τα παπούτσια του- οι πατούσες του απάτητες, παρενέβη η Ανθούσα, με τη σιγουριά της συντρόφου που ξέρει καλύτερα – τα άλλα παιδιά είχαν σόλα σωστή για πατούσα.Να όμως που η μάνα του, βγήκε προδοτικά απ’ τα κάγγελα, στο κηπούλι απέναντι από την αυλή του σχολείου: «Θοδωράκη, έλα να φορέσεις τα παπούτσια σου!». Αυτός, ν’ ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Είχε βγει απ’ το σπίτι και τα άφησε στη γωνία ωραία ωραία, κανείς δεν τον είχε πάρει χαμπάρι- έτσι νόμιζε.
Έτσι, η επανάσταση κατεστάλη βιαίως, συνόψισε ο Θοδωρής, χαμογελώντας στα χρόνια εκείνα και σηκώνοντας το ποτήρι, «στην υγειά μας!»
«Θύμα κι εσύ της παιδαγωγικής δουλοσύνης, καλή ώρα σαν τον Παπαδιαμάντη ολόγυρα στη λίμνη, με τον Χριστοδουλή και την Πολύμνια», πετάχτηκε η Φωτεινή, και τους θύμισε το ομολογημένο δράμα του αφηγητή, να’ χει μια προστατευτική μητέρα που δεν τον άφηνε να τρέχει ξυπόλυτος με τα άλλα παιδιά, αλλά εννοούσε να του φοράει παπούτσια και κάλτσες. Κι ο Σπύρος θυμήθηκε κι αυτός τους στίχους του Νίκου Καρούζου για το παιδί που «χτυπάει στις πέτρες τα καινούργια του παπούτσια για να φαίνονται παλιά, δεν ήθελε να διαφέρει απ’ τα πολύ φτωχαδάκια συμμαθητούδια», «έκτοτε στην παιδική μου όραση έλαμπε υπεράνω η κομμουνιστική μου συνείδηση», « Στην υγειά μας», σήκωσαν εδώ όλοι τα ποτήρια, κουνώντας πικρά το κεφάλι, κι ένιωσαν πάλι κοντά ο ένας στον άλλο – στη μόνη τους πατρίδα, την παιδική ηλικία – κι ο Ανέστης θυμήθηκε κι αυτός τις κρύες μέρες του χειμώνα, στο δικό του χωριό, παλιά στο Δημοτικό, που έλεγαν τα παιδιά κολλώντας το ένα με το άλλο, ώμο με ώμο- ενός άλλου είδους σύνθλιψη των πυρήνων και μεταφορά ενέργειας- «ελάτε να βγάλουμε λάδι..». «Άντε γεια μας!!»







