frear

Η χρυσόμυγα – της Μαίρης Μπριλή

Με ξύπνησε ο απρόσμενος γδούπος εκείνης της ανώμαλης προσγείωσης και με ξεσήκωσε το κατοπινό βουητό του, που ήταν σαν δέκα μικρές σειρήνες πρώτων βοηθειών. Έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξα να δω τι συμβαίνει. Ήταν μια τροφαντή χρυσόμυγα ,που προφανώς είχε χάσει τις δυνάμεις από την ζέστη η κακομοίρα, ξαπλωμένη ανάσκελα στα πυρωμένα από τον καύσωνα πλακάκια του μπαλκονιού μου.

Να την πιάσω; Ούτε λόγος. Καθώς απρόσμενα, όλο ανατριχίλα αντήχησε από το παρελθόν στ’ αυτιά μου ο ξέθυμος παφλασμός της καρπαζιάς και της σφαλιάρας από τα δυνατά χέρια των δύο μεγαλύτερων αδελφών της Μοσχούλας στο ανάστατο κεφάλι του συμμαθητή μου. Το αμάρτημά του; Εκείνα τα σπιρτόκουτα που κουβαλούσε. Τα άνοιγε και μας έδειχνε τις χρυσόμυγές του. Συλλογή ολόκληρη! Μερικές τις είχε δεμένες με σπάγκο. Τις στροβίλιζε στον αέρα… και μας έκανε τον ζογκλέρ με τις επιδείξεις τους. Έτσι πλήρωσε και όλων μας τα γέλια αφού μια του ξέφυγε και τρύπωσε στον κόρφο της Μοσχούλας, η οποία πάνω στον πανικό της πέταξε το πουκάμισο και ανέβασε μέχρι το λαιμό το βαμβακερό αμάνικο φανελάκι της, βγάζοντας σε κοινή θέα τα λευκά στήθη της που μόλις είχαν αρχίσει να μεστώνουν. Βρήκαμε κι εμείς –τα παιδιά της Ε΄ Δημοτικού‒ την ευκαιρία. Του τσούξαμε από μια καρπαζιά και μετά ανοίξαμε τα σπιρτόκουτα και ελευθερώσαμε τις χρυσόμυγες, από τις οποίες μερικές, κουβαλώντας τους σπάγκους τους, σαν δεσμά καταδίκων, έφευγαν βάφοντας γαλαζοπράσινο τον ουρανό της παιδικής μας ηλικίας. Να μη σας κουράζω όμως με τις παιδικές μου θύμισες.

Έτρεξα γρήγορα στο σπίτι και έφερα το σκληρό χαρτόνι που χρησιμοποιώ εν είδη βεντάλιας σε έκτακτες περιστάσεις άπνοιας και το μετέτρεψα σε φορείο. Για να καταλάβετε… το περνούσα κάτω από την διάφανη πλάτη της και την αναποδογύριζα. Επτά φορές το επανέλαβα. Κι αυτό γιατί μόλις πάταγε στα πόδια της, έδινε μια και ξαναγύριζε ανάποδα. «Γύρισε γλυκιά μου. Πάτα στα όμορφα ποδαράκια σου και άδειασέ μου τη γωνιά», της έλεγα. Αυτή πείσμωνε και, αναποδογυρισμένη καθώς ήταν έκανε κύκλους στο μπαλκόνι με σκοπό να καταλάβει και τον εσωτερικό χώρο του σπιτιού μου. Έκλεισα τις σήτες και μπήκα μέσα να φτιάξω καφέ. «Έλα καλή μου, κάνε κουράγιο και δύναμη», της είπα καθώς ξαναβγήκα φέρνοντάς της ζάχαρη και σταγονίτσες νερού. Μετά την όγδοη φορά με το αυτοσχέδιο φορείο τη γύρισα μπρούμυτα. Τα ίδια. Επέμενε να στριφογυρίζει ανάσκελα στα πλακάκια και να μου δίνει στα νεύρα. «Βρε σήκω επάνω!» της φώναξα δυνατά να με ακούσει. «Σε λίγο θα ρίξω νερό με το λάστιχο γιατί θα πλακώσουν τα μυρμήγκια. Σε βλέπω να καταλήγεις μέσα στο σιφόνι…». Τίποτα αυτή. Δεν με άκουγε και βουίζοντας μου έλεγε τα δικά της. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια την έβαλα πάνω στο χαρτόνι και τη σήκωσα απειλώντας την πως θα την πετάξω από το δεύτερο όροφο. Εκείνη, την ένατη φορά την είδα να κινείται με κατεύθυνση το χαλαρό ντεκολτέ της νυχτικιάς μου. Ανατρίχιασα στην ιδέα ότι θα εύρισκε καταφύγιο στον κόρφο μου και με μια απότομη δυνατή κίνηση τίναξα το χαρτόνι στην αντίθετη κατεύθυνση. Ως εκ θαύματος τότε την είδα να πετά! Έκανε ένα μεγάλο γύρο στον εναέριο κοντινό μου χώρο και μετά χάθηκε στην απεραντοσύνη του ουρανού. «Τι χαζή που είμαι!» μονολόγησα. Τόση ώρα προσπαθούσα να την κάνω να σταθεί στα πόδια της, ενώ αυτή ήθελε να στηριχτεί στα φτερά της.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly