frear

Η γιορτή της Ήσυχης Γειτονιάς – της Νατάσας Κεσμέτη

Ὁ Στρατάκης ἀνέβηκε στήν ταράτσα. Φορᾶ ἀνοιχτόχρωμα ροῦχα. Καλοκαιρινά. Τά μαλλιά του κατάλευκα. Αὐτός πού ἦταν γεμάτος φωνές (οἱ περισσότερες συνόδευαν κοροϊδευτικά σχόλια) καί πλατιές χειρονομίες πού φανέρωναν αὐτοπεποίθηση γιά τήν ἐμφάνιση του καί τίς ἐπιτυχίες του στή ζωή, α ὐ τ ό ς, λοιπόν, φροντίζει τά κανάρια κι ἄλλα πουλιά, στά κλουβιά ὅπως φαίνονται ἀπ’ τό παράθυρο;

Θ’ἀνεβαίνει τακτικά τότε, ἄλλο πού δέν ἔτυχε νά τόν δῶ. Εἶμαι ἐλεύθερη νά ὑποκύψω στήν φαντασία πώς σ ή μ ε ρ α, τ ώ ρ α τόλμησε, μετά ἀπό τόσα πολλά χρόνια. Τίποτα δέν ἔχει ἀλλάξει στό πανωσήκωμα. Ἀκόμα καί ἡ καμπύλη τοῦ σκουριασμένου σίδερου, ὅπου στήν ἄκρη του βιδωνόταν ἡ λάμπα τοῦ ἠλεκτρικοῦ εἶναι ἐκείνη ἡ πρώτη. Ἡ λάμπα της – ποιούς νά φωτίσει; – λείπει, κι οἱ πράσινες ξύλινες πόρτες ἀντικαταστάθηκαν τελευταία. Ἐντούτοις, στό σύνολό του, τό πανωσήκωμα παραμένει τό ἴδιο. Ἴσως ὁ Στρατάκης νά τό κληρονόμησε. Θά μποροῦσα νά μάθω.., ἀλλά γιατί; Εἶναι ὁ μικρότερος ἀπό τόσες ἀδελφές. Οἱ δύο μένανε ἐκεῖ πάνω καί στήν οἰκογένεια τῆς κάθε μιᾶς ἀναλογοῦσε ἕνα δωμάτιο. Ὅπου τώρα εἶναι τά κλουβιά ἔμενε «ἡ μεγαλύτερη καί πιό σιωπηλή, πού δέν εἶχε παιδιά». Γιατί τόν εἶχε παντρευτεῖ ἐκεῖνο τόν ἀντιπαθητικό πού ἔμοιαζε μέ πιθάρι;

Κάποτε, λέγαμε γιά ἐδῶ πώς ἦταν νεκρόπολη, καί παλιά σάν εἴχαμε ἐπιστρέψει, διάβασα στό ρεπορτάζ ἑνός δημοσιογράφου μεγάλης ἐφημερίδας, πού πιθανόν ἤθελε νά παινέψει τόν τότε δήμαρχό μας, πώς «σ’ αὐτή τήν ἥσυχη γειτονιά οἱ ἄνθρωποι περπατοῦν ξένοιαστοι». Μοῦ φάνηκε πολύ ἀστεῖο… Κι ἀκόμα δέν εἶχα μάθει οὔτε γιά τό Σοφοκλῆ οὔτε γιά τόν ἀδελφό του οὔτε γιά τήν… Πῶς ἦταν τό ὄνομά της; Μαριάνθη; Εἶχε πυκνά φουντωτά μαῦρα μαλλιά γύρω ἀπό τό κάπως σκοτιδιασμένο πρόσωπό της ὅποτε ἔσκυβε πρός τό δρόμο.

Σ’αὐτή τήν ἥσυχη καί ξένοιαστη γειτονιά περιβαλλόμαστε ἀπό τίς σκιές παλιῶν αὐτοκτόνων:
Τή Μαριάνθη τή βρήκανε κρεμασμένη μιά μέρα στό δωμάτιο πού τώρα ὁ ἀδελφός της ἀσχολεῖται μέ τά κανάρια καί τά ἄλλα. Τήν ἔχει ξεχάσει ἐντελῶς ἄραγε; Ἀλλ’ἴσως τό γεγονός πώς δέν ἔχει φτιάξει τό σπίτι,νά δείχνει πώς, ἐκτός ἀπό τίς οἰκονομικές ἀναποδιές, μπορεῖ νά μήν θέλει νά τό ἀξιοποιήσει. Δέν ξέρω τήν ζωή του, ἐλεύθερη εἶμαι νά φαντάζομαι. Τόν ἄνδρα της πού ἔμοιαζε μέ πιθάρι ἐδῶ καί κάμποσα χρόνια δέν τόν συναντάω. Ἴσως πέθανε. Θύμωνα ὅταν τόν ἔβλεπα νά εἶναι μιά χαρά. Καί ποῦ ἤξερα ἐγώ τό βάθος τῆς καρδιᾶς του; Ἀλλά ἔτσι μοῦ εἶχε βιδωθεῖ πώς εἶναι ἕνας ἄκαρδος, ἀναίσθητος, ἄχρηστος καί χίλια ἄλλα. Μοῦ ἦταν ἀνυπόφορο πώς περιέφερε τήν προγαστεροσύνη του –τί λέξη! Ναί τήν κρατάω γιατί εἶναι ἀδόκιμη κι ἀπαίσια – τήν περιέφερε, τό ξαναλέω, μέ καμάρι ἀπό νέος, τότε πού ἴσως ἡ Μαριάνθη εἶχε ἀκόμα ἐλπίδες.Μοῦ φαίνεται ἀκόμα ἀδιανόητο πώς τόσο κοντά μας ἔζησε ὁλότελα μόνη καί ἐντελῶς μόνη πῆρε τήν ἀπόφαση νά κρεμαστεῖ. Δέν ἦταν… ἐντούτοις ἡ μόνη.

Ὅταν ἤμουνα ἑπτά – ὀκτώ χρόνων τό χασάπικο τοῦ Σοφοκλῆ καί τοῦ ἀδελφοῦ του ἦταν στίς δόξες του. Τό ὀνειρεύτηκα τίς προάλλες μισογκρεμισμένο καί πλημμυρισμένοι βρώμικα νερά. Πάνω σ’ ἕνα ματωμένο χασαπόχαρτο πού ἐπέπλεε, ἔγραφε: Ὁ Δρόμος τῆς Στάχτης…

Ἀπό κεῖνο τό μαγαζί πέρασαν μετά πολλοί χασάπηδες κι ἀκόμα πιό πολλοί βοηθοί. Ἀλλά ὁ Σοφοκλής καί ὁ ἀδελφός του ἦσαν ὀνομαστοί γιά τά πειράγματα πού κάνανε στις γυναῖκες καί πιό πολύ γιά τό ἐπιδέξιο καί μακρύ τους χέρι, ἰδίως τοῦ μεγάλου. Ἦταν ψηλός, ξερακιανός, μελαχροινός, τοῦ ἀρέσανε φαίνεται τόσο πολύ οἱ πελάτισσες και οἱ περαστικές πού δέν βρῆκε χρόνο να παντρευτεῖ. Αὐτό εἶναι μᾶλλον διηγηματική ὑπερβολή, γιατί ποιός μπορεῖ νά ἤξερε τούς πραγματικούς λόγους γιά τούς ὁποίους κανένα ἀπό τά δυό εὔθυμα ἀδέλφια δέν παντρεύτηκε;

Ὅταν τούς πήρανε τά χρόνια, δώσανε τό χασάπικο κι ἀπόμειναν ξεκρέμαστοι. Γεροντοπαλίκαρα με τά ὅλα τους, δέν τό ἀντέξανε τό μπεκιαριλίκι. Ὁ Σοφοκλής ρίχτηκε στις γραμμές τοῦ τραίνου κι ὁ ἄλλος κρεμάστηκε στό δωμάτιο τους.
Βρέθηκα νά παιδεύομαι. Ἦταν παρανοϊκό, ἀνεξήγητο ἀλλά δέν μποροῦσα νά βάλω τέλος:

Οὔτε στά καφενεῖα συχνάζανε, οὔτε στούς δρόμους γυρνάγανε – τί βάρος κουβαλούσανε ἐκτός ἀπό τόσα σφάγεια, τόσα κρέατα πού εἶχανε φορτώσει καί ξεφορτώσει ἀπό τήν Κεντρική ὥς τό δικό τους μαγαζί; Ἤ πάλι τί χορταστικό παιγνίδι παίζανε μέ τά ἀτέλειωτα πειράγματα, τίς διστακτικές ἤ τολμηρές χειρονομίες στίς νόστιμες καί τίς καμωματοῦδες τοῦ καιροῦ, σ’ ὅσες τά σηκώνανε ἤ καί στίς ἄλλες, ὄντας οἱ κεντρικοί ἥρωες τοῦ χασάπικου, κι ὅταν τέλειωσε ….τέλειωσαν μαζί του; Θές νά ἀγάπησαν τίς δυό φημισμένες ὡραῖες: τή Νέλλη Ἀλεξανδράτου καί τή Θεανώ Γαϊτάνου; Ἤ μήπως τή ἔφηβη, καί πολύ ζωηρή, Εὔα ἤ μήπως τήν ἀκόμα πιό ἄτακτη μητέρα της, πού τίς μάζευε κανονικά κι ἄγρια ἀπό τόν δικό της,χωρίς νά βάζει γι αὐτό μυαλό; Ἤ μήπως ἄλλες, στίς ὁποῖες δέν πάει εὔκολα ὁ νοῦς… πές Εὐτυχίτσα, Νικούλα, Μυρτώ..; Τή Δέσπω, Ρόζα τήν Ἑβραία, Ὑπατία, Ἰλιάδα, τή Θάλεια..; Πέρα γιά πέρα ἀπλησίαστες αὐτές: τελειόφοιτες στά φημισμένα Ὀκτατάξια τοῦ Πρώτου τῆς Πλάκας, Τέταρτου τοῦ Παγκρατίου, μερικές τοῦ Ἀρσακείου, μιά τοῦ Σαίν Ζοζέφ, κάποια ἤδη ἀστέρι τοῦ Ἐθνικοῦ Ὠδείου, μερικές ἀθλήτριες στόν Φωκιανό – μέχρι τόν Παναθηναϊκό φτάνανε μέ τά λευκά τους πάνινα, μοῦ τόχε πεῖ ἡ Ὀρσούλα. Ἤ μήπως κάποιες καμαρωτές προσκοπίνες σάν τή Τιμοθέη τή Μαριάννα, τή Φιλιώ; Ἀκόμα καί σφιχτοκοτσιδοῦδες τῶν Ὁμάδων σάν τήν Ἀννούλα, τή Ζελή, τήν Κλεοπάτρα πού παλάβωναν ὁλόκληρο ντουνιά ἅμα ἄφηναν κάπου κάπου λυτά τά μελιά μαλλιά τους; Κυματιστά, μελιά…, σχεδόν χρυσά στό φῶς ἦσαν ἐκεῖνα! Ἀφοῦ κι ἕνας ἅγιος λεβεντοκαλόγερος λέγανε πώς ἀναφώνησε γιά τίς δυό τους:

«Τί κέφια γιά τήν Ὀμορφιά εἶχε ἐκείνη τή μέρα πού σᾶς ἔπλασε ὁ Θεός μας, κοπέλες! Μά τί κέφια !» – καί χρόνια μετά ἦταν ὁ ἴδιος πού ἔγινε ὁ ὀνομαστός, πνευματικός Αἰμιλιανός, ὁ Ἡγούμενος σέ μιά μεγάλη μονή τοῦ Ὄρους.

Ἔ, τί ἔβγαινε ποῦ ἔψαχνα; Κι ἄς ποῦμε πάλι ὅτι γνώριζα τίς ἀπαντήσεις ἤ τ ό τ ε κάποιος γνώριζε ποιές ἦσαν οἱ ἀπλησίαστες πού ἀγαπηθήκανε ἕως θανάτου ἀπό τούς δυό χασάπηδες, τί θά ἄλλαζε; Ἐξακολουθοῦσα νά παιδεύομαι:

Δέν εἶναι ἀπίστευτο πώς ζήσανε τόσα χρόνια σέ μιά μικρή γειτονιά, καθημερνά συντροφευμένοι μ’ ἕνα σωρό κόσμο νά μπαινοβγαίνει στό χασάπικο, τακτική πελατεία, κι ὅλα τά ἄλλα καλαμπούρια καί μετά, μόλις τούς χτύπησε ὁ χρόνος την πόρτα, δέν εἶχε κανένα μά κανένα νόημα ἡ ζωή και τῶν δυό; Καί δέ βρέθηκε ψυχή νά τούς παρηγορήσει, ἄδειασε το κορμάκι τους ἀπό την ἀνάγκη νά ἀναπνέουν, δέν «ψήλωσε» μόν’ ἄδειασε ὁ νοῦς τους και προτιμήσανε κι οἱ δυό τον Ἅδη ἀπό μόνοι τους;

Μπά, θά κρύβανε κανένα φοβερό μυστικό, ἀπό τά χρόνια τοῦ πολέμου ἤ μετά τά ἀδερφοσκοτώματα καί δέν τό ἀντέξανε σάν τούς χτύπησε ὁ χρόνος τους τήν πόρτα καί τούς εἶπε «τελειώσανε μάγκες τ’ ἀστεῖα». Το πήρανε μαζί τους ὅπως τόσοι και τόσοι σ’ ὁλόκληρη τή Γῆ, π’ ἄν ἤτανε νά ξεράσει το αἷμα πού ἔχει πιεῖ θά κοκκίνιζε ὁ Γαλαξίας κι ἀκόμα πιό πολύ…

Σ’αὐτή τήν ἥσυχη γειτονιά περιβαλλόμαστε ἀπό σκιές αὐτοκτόνων. Μόνο σκιές; Νά ὁρίσουμε μιά μέρα καί γι αὐτούς,τόσες ἔχουμε ἐφεύρει. Καλή μοιάζει ἡ 2α Αὐγούστου: Ὁ Στρατάκης ἀνέβηκε στήν ταράτσα τῆς σκοτωμένης. Μπορεῖ νά μειώσουμε τήν ἀδιαφορία μας. Ἐνοχή ἔτσι κι ἄλλιῶς δέν ὑπάρχει. Πλησιάζει καί τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ Καλή Ἀνάσταση μέσα στόν Αὔγουστο ὅπου καί νά σᾶς βρίσκει τό κακό, ἀδελφοί.

Νατάσα Κεσμέτη.
2 Αὐγούστου 2012 -10 Ἀπριλίου 2014 πρίν τό Πάσχα


[Φωτογραφία: Gordon Parks.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη