frear

Σήμερα, 26 Αυγούστου 2014 – του Τάσου Θεοφιλογιαννάκου

Σήμερα, 26 Αυγούστου 2014 αισθάνομαι θνητός, έτοιμος να απανθρακωθώ μπροστά σε αθάνατα ψέματα, σε φωτογραφίες υποσχόμενες ευτυχία. Διαμαρτύρομαι ενάντια στη δουλεία των σύγχρονων αναγκών, ενάντια στις δυναστικές επιταγές της ποικιλόμορφης απόλαυσης και κατανάλωσης, καταθλίβομαι μπροστά στα λευκασμένα χαμόγελα, στην ξετσίπωτη ομορφιά. Είμαι μια απουσία ανώδυνη στην internet επικοινωνία, στα sms, μια πτώση αθόρυβη, ανάκουστη μπροστά στις selfie, στα video-clips, στα serials, στους κίβδηλους πολιτικούς που θα μένουν οι ίδιοι πάντοτε από γενεά σε γενεά. Σήμερα εν έτει 2014 παραδέχομαι ότι γνώρισα κάτι περισσότερο από τους θεούς του Ολύμπου. Γνώρισα και προσκύνησα μια πληθώρα αθανάτων, τη στιγμή μάλιστα που μέσα μου αισθανόμουν να ψοφάω σαν σκυλί, παράμερα, για να μην πιάνω τόπο, για να μην παρεμποδίζω την κυκλοφορία.

Σήμερα 26 Αυγούστου 2014, δεν είχα λόγια να σε αντικρούσω όταν μου είπες «πρέπει να ζήσουμε τη ζωή μας, να την απολαύσουμε, η ζωή είναι μικρή. Πρέπει να περνάμε καλά!». Δεν είχα λόγια να σε αντικρούσω. Μόνο έσκυψα θλιμμένος το κεφάλι. Εσύ προσπέρασες. Τι να καταλάβεις από τη δική μου μελαγχολία; Θυμήθηκα πάλι τον πατέρα μου. Δύο μέρες προτού πάθει το εγκεφαλικό. Ήταν πολύ αδύναμος στο νοσοκομείο. Δεν είχε τη δύναμη ούτε να ξυριστεί μόνος του. Ο δικός μου πατέρας, που καυχιόταν ότι η υπόθεση του ξυρίσματος του έπαιρνε τρία έως πέντε το πολύ λεπτά – ποτέ μου δε μπόρεσα να τον συναγωνιστώ, ήλθε η στιγμή που αδυνατούσε να ξυριστεί μόνος του. Τριών μόλις χρονών παρατηρούσα τις επιδέξιες και γρήγορες κινήσεις του, με το πινέλο και τη λεπίδα. Βρέθηκα λοιπόν πριν λίγους μήνες στην ανέλπιστη θέση να του προτείνω ο ίδιος να τον ξυρίσω. Αρχικά αντιστάθηκε. Επέμεινα. Συγκατατέθηκε. Ο νοσοκόμος έφερε το καροτσάκι. Η τηλεόραση, πάνω από τα κεφάλια μας, στο θάλαμο 102 του νοσοκομείου της Εθνικής Τράπεζας «Υγείας Μέλαθρον», ήταν ανοικτή. Η ώρα των ειδήσεων αμετάκλητα η ίδια. Οι θεοί, οι αθάνατοι, οι ανθρωπόμορφοι έκαναν, λίγο ψηλότερα από εμάς, ανενόχλητοι τη δουλειά τους. Τους προσπεράσαμε. Σταθμεύσαμε στην τουαλέτα. Σταθήκαμε μπροστά στον καθρέπτη. Τύλιξα μια πετσέτα γύρω από το λαιμό του πατέρα μου. Άφησα τη βρύση να τρέξει. Άλειψα τα χέρια μου με το πράσινο σαπούνι. Μετά το πρόσωπό του. Τέσσερις δεκαετίες τουλάχιστον αργότερα άγγιζα ξανά το πρόσωπό του. Τα κατάφερα. Μετά από τόσες δεκαετίες είχα κάνει και εγώ κάτι –έστω και μικρό– για αυτόν. «Αποστολή εξετελέσθη μετ’ επιτυχίας» μου είπε «τώρα ..επιστροφή στα ίδια!». Επιστροφή στην κλίνη του, εννοούσε. Οι αθάνατοι, παρέμεναν αθάνατοι όντως, θεϊκοί, ακούραστοι στο έργο τους, ηχηροί, καθώς περνούσαμε κάτω από την οθόνη. Οι ειδήσεις δεν είχαν τελειώσει ακόμα. Η γενικότερη καταβολή του, η ασθένεια της προχωρημένης ηλικίας του, δεν του επέτρεψε να ανεχτεί περισσότερο το θόρυβό τους. Μεθαύριο θα βγεις από το νοσοκομείο, το Πάσχα θα φάμε όλοι μαζί! του είπα. Θα δούμε, μου απάντησε, θλιμμένα. Δεν αισθανόταν δυνατός πλέον. Για τίποτα.

Σήμερα 26 Αυγούστου, την ώρα που σε άκουσα να λες ότι ζωή είναι μικρή και οφείλουμε να την απολαύσουμε, μπήκα χωρίς να το γνωρίζεις – και πάλι – στη θέση του πατέρα μου και όλων εκείνων των από αιώνος κεκοιμημένων. Δούλεψα, όπως οι περισσότεροι, σε αυτό το ψεύτικο μοντέλο της μικρής ζωής, που «οφείλουμε» να απολαύσουμε πάση θυσία, ξεχνώντας το βαθύτερο καημό μας. Νομίζω πως ακούω όλους εκείνους που έφυγαν, που φεύγουν, να λένε ψυχορραγώντας ότι αναλώσανε το χρόνο που τους πιστώθηκε σε ένα μάταιο κυνηγητό για να σιγάσουν την άσβεστη φλόγα που τους κατάκαιε, μοχθώντας για να κερδίσουν τη μικρή τούτη ζωή και τις απολαύσεις της, αλλά παραδόξως συναισθάνονται σήμερα – τραγικά πρόσωπα – ότι δεν έζησαν τη ζωή τους, ότι διαρκώς ανέβαλλαν να ζήσουν τη ζωή τους. Ανέβαλλαν να ζήσουν αληθινά χωρίς ηδονικά παραισθησιογόνα και ματαιώσεις πρόσκαιρες. Ανέβαλλαν να πονέσουν, να μετανοήσουν και ουδέποτε μετανόησαν. Γιατί η μετάνοια ανάβει μονάχα στο παρόν και από εκεί απλώνεται σαν πυρκαϊά. Δεν αναβάλλεται. Δεν συνθηκολογεί με το χρόνο. Ουδέποτε υποκύπτει – υποκλίνεται στους αθανάτους, τους ψεύτικους θεούς της μικρής ζωής, του κόσμου τούτου.

[Πρώτη δημοσίευση. Η φωτογραφία είναι του Σταύρου Ζεμπίλη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: