Η ΣΙΩΠΗ, Η ΜΟΥΣΙΚΗ, Ο ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ
ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ Β. ΟΡΦΑΝΟΥ
(Αν είναι νύχτα, εκδ. Σμίλη, 2025)
Αν είναι νύχτα επιγράφεται η πρώτη συλλογή του Νίκου Β. Ορφανού, που κυκλοφόρησε το 2025 από τις εκδόσεις Σμίλη. Πρώτη και περιεκτική συλλογή ποιημάτων, μερικά από τα οποία ανάγονται, ως πρώτη γραφή τουλάχιστον, ήδη στη δεκαετία του ’80, τα περισσότερα όμως είναι μεταγενέστερα, έως και πολύ πρόσφατα.
Αν είναι νύχτα. Η βαθιά σκοτεινή νυχτερινή ώρα φαίνεται λοιπόν να μην αποτελεί βεβαιότητα, αλλά υπόθεση; Ο ποιητής εμφανίζεται αναποφάσιστος: είναι νύχτα ή όχι; Μήπως δεν είναι νύχτα; Και τι μπορεί να συμβεί όταν είναι νύχτα; Μήπως εδώ υποκρύπτεται το ενδεχόμενο μιας ενέργειας, μιας δράσης, μιας αντιμετώπισης; Και ποιος θα ήταν ο τρόπος αυτής της αντιμετώπισης; Η φύση ενός αινίγματος διανοίγεται έτσι στον τίτλο και ο ποιητής, επιλέγοντάς τον, μας καλεί να συμμεριστούμε κάποια αμφιταλάντευση ενώπιον μιας ενεργού υπαρξιακής εκκρεμότητας, την οποία υπαινίσσεται. Ο υπαινιγμός λοιπόν, η φύση του αινίγματος, που διαγράφεται, μπορούμε να υποθέσουμε ότι αποτελεί έναν πρώτο άξονα, που διατρέχει όλο το βιβλίο.
Η υποβλητική φωτογραφία της Μυρτώς Τζίμα, που κοσμεί το εξώφυλλο, υποκινεί, με τη σειρά της, μία σειρά ερμηνευτικών συλλογισμών: σε μαύρο φόντο, σκοτεινό (που συνάδει βέβαια με το Αν είναι νύχτα), μια νεαρή κοπέλα, μια ψυχή, στέκει με σοβαρό, αυστηρό ύφος περισυλλογής και ίσως ακόμη κάποιας πικρίας, μπροστά στο σύμπλεγμα δύο σωμάτων, που απαρτίζουν ένα άγαλμα σε μουσειακό χώρο. Η κοπέλα στατική, σε αντίθεση με την έντονη και παθιασμένη ερωτική κίνηση των σωμάτων. Η κοπέλα ζωντανή, από σάρκα και οστά, σε αντίθεση με τα μαρμάρινα σώματα, που φτιάχτηκαν πριν από αιώνες και αποτυπώνουν συμβολικά το ερωτικό πάθος. Η κοπέλα μόνη, μια μοναχική ψυχή, σε αντίθεση με το ερωτικό σύμπλεγμα του ζευγαριού. Αλλά όχι μόνο αυτό. Στρέφοντας τη ματιά στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, εμφανίζεται τμήμα από το χέρι ενός άλλου αγάλματος, που αποτυπώνει τον Περσέα καθώς κραδαίνει την αποκεφαλισμένη κεφαλή της Μέδουσας. Παρούσα επομένως η απειλή, ο κίνδυνος του θανάτου, αλλά ταυτόχρονα ένα σύμβολο με ιατρικές και λογοτεχνικές προεκτάσεις, αποτροπαϊκού χαρακτήρα. (Ίσως παράλληλα και μια νύξη στις ιατρικές σπουδές του ποιητή).
Το σκοτάδι, η νύχτα, το αίνιγμα της ύπαρξης, οι ενδεχόμενες ενέργειες του υποκειμένου, η μοναχικότητα της ψυχής, ο στοχασμός, η σχέση με τον χρόνο, η εγγραφή στο κοινό πολιτισμικό απόθεμα, ο έρωτας ως πράξη που αποτυπώθηκε στη μνήμη, ο θάνατος ως απειλή, ορίστε λοιπόν μια σειρά από στοιχεία ήδη παρόντα στο εξώφυλλο, που μας προϊδεάζουν αποτελεσματικά, όπως θα διαπιστώσουμε, για το περιεχόμενο της συλλογής.
Προχωρώντας πλέον στο ξεφύλλισμα του βιβλίου, το αισθανόμαστε να ανοίγεται σαν ένα φάσμα, σαν βεντάλια, αποκαλύπτοντας ένα προς ένα τα ποιήματα που το απαρτίζουν. Μία προσεκτικότερη ανάγνωση όμως φανερώνει ότι τα ποιήματα αυτά δεν είναι και τόσο μεμονωμένα, αλλά παρατάσσονται σε συγκεκριμένη διάταξη, σε 9 διακριτές ενότητες, όπως δείχνουν άλλωστε και τα περιεχόμενα. Οι ενότητες αυτές τελούν, μάλιστα, σε συμμετρία ως προς άξονα, ως εξής: η πρώτη και η τελευταία ενότητα της συλλογής αποτελούνται από ένα μόνο ποίημα. Άλλες δύο ενότητες της συλλογής, που απαρτίζονται από περισσότερα ποιήματα, υπό τους γενικούς τίτλους «Χορδές» και «Φωνή από μέντα» αντίστοιχα, διατάσσονται εκατέρωθεν, ώστε οι «Χορδές» να έπονται του πρώτου ποιήματος και η «Φωνή από μέντα» να προηγείται του τελευταίου. Μετά τις «Χορδές» και πριν τη «Φωνή από μέντα» μεσολαβούν τα Ιντερμέδια (πρώτο και δεύτερο Ιντερμέδιο, που απαρτίζονται από 4 ποιήματα το καθένα) και στο κέντρο της συλλογής οι τρεις ενότητες ποιημάτων: «Αυτό που άκουσα», «Λευκός αέρας» και «Ξένες δεκαετίες», ούτως ώστε ο «Λευκός αέρας» να καταλαμβάνει την κεντρική θέση στη δομή της συλλογής.
Στο πρώτο μεμονωμένο ποίημα, που προτάσσεται ως εισαγωγικό, με τίτλο «Βραδινή ακτή», ο ποιητής παρουσιάζει τα βασικά υλικά της τέχνης του και ερμηνεύει τον λόγο της ύπαρξης του βιβλίου:
Βραδινή ακτή (σελ. 9)
Έμαθα την σιωπή
σιωπώντας, τις λέξεις
αντιγράφοντας, τα χρόνια
κοιτάζοντας το κύμα που πλησίαζε
Για να μιλήσω
για να πω
ήπια την θάλασσα.
Η σιωπή αφενός και οι λέξεις αφετέρου αναδεικνύονται σε πρωταρχικά υλικά της ποίησης, ενώ η ροή του χρόνου αποτελεί το αναγκαίο υπόστρωμα, ώστε η βιωμένη εμπειρία γίνεται η γενεσιουργός αιτία της ποιητικής πράξης. Ο ποιητικός λόγος του Νίκου Β. Ορφανού θεμελιώνεται στο βίωμα, υπομονετικά επεξεργασμένο μετά την προσηλωμένη παρατήρηση της ροής των πραγμάτων και η επανάληψη της προθετικότητας (για να μιλήσω / για να πω) δίνει έμφαση στην πράξη της έκδοσης.
Στο ίδιο ποίημα, ο ήχος και η εικόνα (σιωπή και λέξεις, κύμα, θάλασσα) αναδεικνύουν το στοιχείο του ρυθμού αλλά και το στοιχείο της σημασίας των αισθήσεων για την πρόσληψη του κόσμου, κυρίαρχα στοιχεία και τα δύο στην ποίηση του Ορφανού.
Τη σπουδαιότητα της αισθητηριακής αντίληψης του κόσμου φανερώνουν και οι τίτλοι των ενοτήτων. Εξαιρώντας τις «Ξένες δεκαετίες» (που υπαινίσσεται και πάλι τη ροή του χρόνου) και το Επίμετρο με τίτλο «Σπίτια», οι τίτλοι φανερώνουν τις αισθήσεις σε εγρήγορση: την ακοή (Χορδές, Ιντερμέδια, Αυτό που άκουσα, Λευκός αέρας, Φωνή από μέντα), την όραση (Λευκός αέρας, Φωνή από μέντα), την αφή (Λευκός αέρας), την όσφρηση και τη γεύση (Φωνή από μέντα).
Ήδη λοιπόν, οι λεξιλογικές επιλογές στα περιεχόμενα αποδεικνύουν την ταλάντωση μεταξύ αφενός των αισθήσεων που προσλαμβάνει δραστικά το ποιητικό υποκείμενο και αφετέρου μιας λογικής δομής τεχνικά και προσεκτικά ισορροπημένης. Αυτή η αισθητηριακή πρόσληψη του κόσμου γίνεται φανερή άλλωστε και σε ένα τυχαίο ξεφύλλισμα του βιβλίου. Τα παραδείγματα αφθονούν (πρβλ. σελ. 30):
Η αλμυρή ανία ενός μεσημεριού
Τριανταοκτώ βαθμοί
σ’ ένα καφέ συζητάμε
ακίνητα ποιήματα
[…]
Ή ακόμα (σελ. 35): Ήλιος
Ακούω της νύχτας την φωνή που ξεμακραίνει […]
(Σελ 54): Δεκαετίες
Αναπολώ το φως. Το σμήνος
των ηλιόλουστων ωρών που ξεκουράστηκαν
στο σώμα μου για λίγο, […]
(Σελ. 67) Σκιές
Άδειασε η μέρα, σκούρο φως
αργοκυλάει στον αέρα.
Λιγνό πουλί στα ξερά χόρτα στέκεται […]
Λέξεις παλιές, χρώματα που ξεχάστηκαν
Δίπλα στις πέτρες ανασαίνουν πάλι
Σε κάθε περίπτωση όμως, η αισθητηριακή πρόσληψη του κόσμου, ενώ αφορμάται από την αίσθηση, αποδίδεται περνώντας μέσα από συνθετότερη επεξεργασία, εμπλουτίζεται από τον στοχασμό και απολήγει στην υπαρξιακή αναζήτηση, συνομιλώντας κυρίως με το διάβα του χρόνου. Ένα παράδειγμα αποτελεί το ποίημα:
Πεύκο (σελ. 52)
Βουνά που σκύβουν ως την θάλασσα
κι η φτέρνα της φωνής που τ’ ανεβαίνει.
Διστάζει ο αφρός, τα όστρακα διαλύονται στο φως
Τι μένει;
Μόνο οι πέτρες ακουμπούν τον ήλιο
Ένας γλάρος πέταξε ανατολικά
Ξέρω τι γίνεται μετά
στο ίδιο πεύκο ακουμπάω αιώνες.
Η όραση βέβαια παρακολουθεί το φως, το σκοτάδι και τα χρώματα, όμως σε ολόκληρη τη συλλογή η ακοή αποτελεί την κυρίαρχη αίσθηση, καθώς η μουσική βρίσκεται σε προνομιακή θέση, διατρέχοντας τη συλλογή ποικιλότροπα. Πρωταρχικά ως μουσικότητα και ρυθμικότητα των στίχων, αλλά και με τις συχνές αναφορές του ποιητή σε μουσικά άλμπουμ, που επεξηγούνται σε μεγάλο βαθμό στις Σημειώσεις του βιβλίου (σελ. 90). Η ακοή παρουσιάζεται ενεργή αίσθηση σε πλείστα ποιήματα, ενώ η φωνή (που αρθρώνει και τον ανθρώπινο λόγο) σηματοδοτεί την υπόγεια δυναμική της αντιδιαστολής με τη σιωπή. Ενδεικτικά παραδείγματα σε πολλούς στίχους: Ακούω της νύχτας τη φωνή (σ. 35) / (και στον τίτλο της ενότητας «Αυτό που άκουσα») / ο ήχος της οδύνης σου (σ. 19)/ ήχοι άχρηστοι και συμπαγείς (σ. 23) / μια σημαία που κυματίζει τρίζοντας (σ. 24) / «Κλήση» (σ. 33): Κρατάω το σώμα μου / στο ακουστικό, το σύρμα / γέμισε φωνές, Βουβό νησί (σ. 36), Άδεια φωνήεντα και σπασμένα σύμφωνα […] Στο κλειστό σπίτι της φωνής /δεν ξημερώνει (σ. 38), ν’ αφουγκράζομαι την καλοκαιρινή βροχή/ τη μακρινή ηχώ παιδιών που παίζουν (σ. 51), η φτέρνα της φωνής (σ. 52), φωνάζω (σ. 53), να ξεματιάζεις τη σιωπή (σ. 57), οστά και τένοντες/ ενός γυμνού τοπίου μέσα στη φωνή μου (σ. 62), η ζωντανή σιωπή και να τυλίξει/τις φωνές που περπατούν στους δρόμους (σ. 79), Ένα παλιό μαχαίρι γράφει στην σιωπή (στο ποίημα «Scriptura silens» (σ. 85) / τελευταίος στίχος της συλλογής: σιωπή που επιστρέφει στην σιωπή (σ. 89).
Όμως, υπάρχουν και αρκετά σημεία που παραπέμπουν σε μουσική ορολογία, στο σώμα της συλλογής, στους τίτλους των ενοτήτων, (όπως οι «Χορδές»), σε κάποιο μότο, (όπως το Κοπερτί της Μαριανίνας Κριεζή), σε τίτλους όπως τα «Πλήκτρα» ή σε επιμέρους στίχους […] αυτά τα ποιήματα / ήταν τα πλήκτρα των ματιών σου / έγχορδη, κρουστή όραση / όμως ο μουσικός κουράστηκε […] (σ. 29), σοφό χαρτί και τρομερό βινύλιο (σ. 74), κιθάρες, κιθάρες, κιθάρες (σ. 80). Υπάρχει και ολόκληρο ποίημα με τίτλο «Μουσική» (σ. 55):
[…]
η ανάσα σου
ρυθμός που ανατέλλει
Ένα σαξόφωνο, μια γελαστή καμπύλη
απ’ τα μαλλιά σου κατεβαίνει, πανηγυρίζουν
οι μικρές κιθάρες των ποδιών σου.
(Χρόνια μετά η μουσική διαρκεί σαν άστρο
[…)]
Όλες αυτές οι παραπομπές στη μουσική ορολογία είτε οι σημειώσεις με αναφορές σε αγαπημένα άλμπουμ ή κομμάτια υπογραμμίζουν την αγάπη του ποιητή για την αίσθηση του ρυθμού και τη μουσική βίωση της ζωής, αλλά και τη σημασία του βιώματος στην ποίησή του, όπως ο ίδιος παραδέχεται: Γύρω μου / όλα ειπωμένα και ακουσμένα /σοφό χαρτί και τρομερό βινύλιο (στο ποίημα «Ποια νύχτα», σελ. 74).
Ιδιαίτερη σημασία για τη συλλογή και τη δομή της προσλαμβάνει άλλωστε και ο όρος Ιντερμέδιο, που ανάγεται στον χώρο του θεάτρου, κυρίως του λυρικού θεάτρου, της όπερας, και γενικότερα της μουσικής, δηλώνοντας ένα κομμάτι λίγο διαφορετικού, ίσως πιο ανάλαφρου, ρυθμού, που παρέχει ανάπαυλα καθώς παρεμβάλλεται ανάμεσα στα υπόλοιπα εντονότερα, σοβαρότερα ή τραγικότερα μέρη του έργου. Μένει λοιπόν να εξετάσουμε αν θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε ολόκληρη τη συλλογή ως εκτέλεση μιας σύνθεσης με τον τρόπο περίπου μιας συναυλίας, προσπαθώντας να αφουγκραστούμε τη συνολικότερη αίσθηση που μας αφήνει καθεμιά από τις ενότητες.
Η πρώτη από αυτές, μετά το πρώτο εισαγωγικό ποίημα («Βραδινή ακτή»), στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε, είναι οι Χορδές. Ο ερωτικός λόγος χαρακτηρίζει και τα 12 ποιήματα της ενότητας. Το Εγώ απευθύνεται και εξυμνεί το Εσύ σε ένα φωτεινό, διαυγές περιβάλλον (Στο γυάλινο απόγευμα περπατούσες /δεν σ’ είχα ξαναδεί/όμως το φως/σε γνώρισε // Είσαι / των ματιών μου το παραθαλάσσιο δείπνο/της νύχτας η τρυφερή αρχιτεκτονική/του φωτεινού σφυγμού που ξυπνάει/η κόρη, σ. 13), και αλλού: Καθώς ανεβαίνουν οι ώρες γίνεσαι το φως της πόλης/και ξαπλώνεις μπροστά μου μέχρι την θάλασσα (σ. 19) – ενώ παρούσα η ποίηση (Άσβεστη ποίηση στάζει απ’ το στήθος σου, σ. 16). Παράλληλα, το μότο στο πρώτο ποίημα με τίτλο «Γέννηση», παρμένο από τον αρχαίο ποιητή Αλκμάνα, υπενθυμίζει τις αρχαίες καταβολές του λυρισμού. Στην ενότητα όμως προτάσσονται οι στίχοι της Μαριανίνας Κριεζή, προβλέποντας το τέλος του έρωτα (Και Κοπερτί το Κοπερτί / κι εμείς θα κουραστούμε)…
Και πραγματικά, στο Πρώτο Ιντερμέδιο, που ακολουθεί, τα 4 ποιήματα περιγράφουν ή υπαινίσσονται μια κόπωση, που επιβάλλει βραδύτερους ρυθμούς. Μολονότι το Εσύ – όπως και η ποίηση- είναι παρόντα, εντούτοις το Εγώ αρχίζει να αποσύρεται ως την ακινησία: Όχι τώρα όμως, όχι πια, όχι για σένα, στο ποίημα με τίτλο «Ο πικραμένος ποιητής μονολογεί» (σ. 28), ενώ ο μουσικός κουράστηκε, σηκώνεται, κόβει τα χέρια του, σε χαιρετά σε επόμενο ποίημα (σ. 29) και το Ιντερμέδιο καταλήγει στην αλμυρή ανία ενός μεσημεριού: Νυστάζω σαν λιμνοθάλασσα/θέλω να βρέξει/για πάντα (σ. 30).
Καθώς η συλλογή εμφανίζεται πλέον σαν ένα συνεχές, ακολουθούν οι τρεις κεντρικές ενότητες. Στην πρώτη από αυτές, με τίτλο «Aυτό που άκουσα» εισέρχεται απότομα μια βίαιη αίσθηση που διατρέχει και τα 7 ποιήματά της. Το Εγώ φαίνεται να υφίσταται κάποια ανατροπή, ένα τραύμα, κρύβεται στο τηλέφωνο (όλοι μαζί/νεκροί και ζωντανοί/καλούν οι συγγενείς/τι ν’ απαντήσω; Κρύβομαι στην μαύρη συσκευή, σ. 33), η αίσθηση γίνεται σκοτεινή (μαύρισε ο ήλιος που ανατέλλει και φοβάμαι, σ. 35, και αλλού μαύρη πεταλούδα, σ. 39), επικρατεί ένα αίσθημα βάρους, κινδύνου, φόβου, σκότους, σιωπής, κλειστότητας. Όλα αυτά διατυπώνονται με ισχυρό ενεστώτα: Ξέρω τα πόδια του ουρανού στο στήθος μου (σ. 34), ακούω της νύχτας τη φωνή που ξεμακραίνει (σ. 35), θυμάμαι, βασανίζομαι/σε μαύρο ύψος, (σ. 37), ενώ στο τελευταίο ποίημα της ενότητας επανέρχεται η βίαιη είδηση: Πώς να ξεχάσω αυτό που άκουσα (σ. 39). Η ενότητα ολόκληρη φαίνεται να «διαβάζεται» με υπόκρουση τους στίχους του αμερικανού τραγουδοποιού Conor Oberst, που προτάσσονται στα αγγλικά, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της μουσικής στην ποιητική του Νίκου Β. Ορφανού.
Ακολουθεί μία ενότητα 6 ποιημάτων, υπό τον τίτλο Λευκός αέρας, στην οποία προτάσσονται, επίσης στα αγγλικά, στίχοι της ποιήτριας Emily Dickinson, επιβεβαιώνοντας τις πολλαπλές καταβολές και συνδέσεις του ποιητή με τον χώρο της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, όσο και της μουσικής. Γιατί λευκός ο αέρας όμως; Λευκό απρόσωπο χρώμα ίσως χωρίς εγγραφές; Ή μήπως ένα είδος αντίθεσης, για να απαλύνει την αίσθηση του μαύρου; Στην ενότητα έντονη είναι η ρητή παρουσία του θανάτου στα ποιήματα «Συνάντηση» (σ. 43): Ο θάνατος με φίλησε στο μάγουλο και μου είπε:/μακάρι να σε γνώριζα πιο καλά, «Παιχνίδι» (σ. 45): Λάμπει ο θάνατος/στις εσωτερικές οθόνες./Γνωριζόμαστε και «Ο καθρέφτης του Νάρκισσου» (σ. 47): Ο θάνατος μου πάει, αλλά και η διάχυτη παρουσία του στα υπόλοιπα ποιήματα, με άλλες διατυπώσεις, είτε πρόκειται για μια αναμέτρηση με τον χρόνο σε μια γενέθλια τελετή, είτε πρόκειται για την ανάκληση των αναμνήσεων, είτε για την αγωνία για τα έσχατα συστατικά του έρωτα, είτε για το φιλοσοφικό απόσταγμα μπροστά στο τέλος, όπως στο ποίημα «Γήπεδο» (σ. 48): Αν το παιχνίδι τέλειωσε, αν η ζωή μας άδειασε/σαν γήπεδο την νύχτα, κι η μπάλα των παιδικών μας χρόνων/κυλάει για λίγο στο χορτάρι και σταματά, που υπογραμμίζει πολύ όμορφα την παιδική αθωότητα μπροστά στο αμετάκλητο.
Στην επόμενη, την 6η ενότητα της συλλογής Ξένες δεκαετίες περιέχονται 17 ποιήματα, για τα οποία και πάλι λειτουργεί ως ένα είδος υπόγειας «πνευματικής» υπόκρουσης (ή ως είδος μουσικού κλειδιού, πάνω στο οποίο «κουρδίζονται» τα ποιήματα) το διπλό αγγλόφωνο μότο, παρμένο το πρώτο από τον Σερβο-αμερικανό ποιητή Charles Simic και το δεύτερο από τον Άγγλο συγγραφέα Lewis Carrol. Στα ποιήματα της ενότητας φαίνεται να φιλτράρεται το σκληρό αίσθημα του απειλητικού θανάτου μέσα από κάτι σαν υπαναχώρηση, σαν εμπέδωση, σαν συμφιλίωση με τη ροή του χρόνου. Ένα αίσθημα ανοίγματος επανεμφανίζεται, ενώ η ζωή εξαργυρώνει τις αξίες της με μνημονικές κυρίως διαδικασίες. Σε διαφορετικά ποιήματα της ενότητας εμφανίζεται η μνήμη -σταχυολογώ ενδεικτικά: Αναπολώ το φως (σ. 54), βαλσαμωμένος αετός στον ουρανό της μνήμης (σ. 55), τα ποιήματα που ξέχασες θυμάμαι (σ. 57), Ό,τι θυμάσαι, όμως, είναι εδώ (σ. 58), Γελάει ένα κορίτσι, σου θυμίζει/τα κορίτσια που έφυγαν (σ. 60), Θυμάσαι τον πατέρα στο κρεβάτι (σ. 61), Πιο πίσω ακούγονται, ακολουθούν / βουνά που γλύτωσαν και επιστρέφουν (σ. 62). Η μνήμη παρουσιάζεται ως αδιέξοδη αίσθηση ή ως αυτάρκης αυτοτροφοδότηση (Τι να σου κάνει και η μνήμη/θυμάται τον εαυτό της, σ.66), πάντως καταλήγει σε γνώση: Ξέρω τι γίνεται μετά/ στο ίδιο πεύκο ακουμπάω αιώνες (σ. 52), Τα ξέρω αυτά τα σκαλοπάτια (σ. 53). Καθοδική είναι η πορεία (κυλάω τον χρόνο προς την έξοδο / κλείνω την πόρτα συνεχώς / ζω κατεβαίνοντας), στο ποίημα «Κάθοδος» (σ. 63), αλλά η ζωή νοηματοδοτείται με επιμονή (όμως/είναι το φως που σου κρατάει το χέρι/μια ζωή), στο ποίημα «Βιογραφία» (σ. 64). Μια ιδιότυπη αισιοδοξία διαγράφεται, καθώς η μνήμη επαναφέρει την ομορφιά και ο χρόνος, ακόμα και μέσα στο όνειρο, ακόμα και μετά θάνατον θα με ταΐσει άγνωστες χαρές/…με τ’ όπλο που του χάρισα/ θα μ’ αγαπήσει (σ. 65). Και, παρά το αίσθημα αποξένωσης, την αγωνία, τον πεσιμισμό, παρόλη την αμφιταλάντευση, παρά το βάρος του τίτλου «Σκιές» στο τελευταίο ποίημα (σ. 67): βαριές σκιές/σαν τα τρακτέρ οργώνουνε την μνήμη, η όλη ενότητα κατατείνει σε μια αισιοδοξία, μέσω της ποίησης: Λέξεις παλιές, χρώματα που ξεχάστηκαν/ δίπλα στις πέτρες ανασαίνουν πάλι/ Θα σπείρει ο χρόνος ρήματα/ το χώμα θα μιλήσει.
Έχουμε παρακολουθήσει τη συλλογή να εκτυλίσσεται εν είδει συναυλίας, με τα σοβαρά μέρη να διακόπτονται από τα αναπαυτικά ιντερμέδια. Μετά την αποκορύφωση της εντατικής διαπραγμάτευσης του θανάτου και της επανανοηματοδότησης της ζωής, στις τρεις κεντρικές ενότητες, έρχεται το Δεύτερο Ιντερμέδιο, απαρτιζόμενο από 4 ποιήματα, να προσφέρει τώρα ανάπαυλα. Μία απαλή μελαγχολία επιμένει εδώ, όμως έχει ήδη εγκατασταθεί για τα καλά η ποιητική λειτουργία ως φορέας νοηματοδότησης του κόσμου (πέφτει αργά/ένα εποικισμένο δάκρυ/ποίημα, σ. 71). Το ποίημα μάλιστα είναι η μετεξέλιξη του σώματος που ήταν το ποίημα πριν τελειώσει./Πριν εκραγούν οι συλλαβές στην γλώσσα μου/ πριν γράψω τη φωνή/ πριν σε ξεχάσω (σ. 72). Η ποίηση (αλλά και η μουσική αίσθηση) αποτελούν το αντίδοτο και έρχονται στη ζωή δυναμικά, μ’ ένα σετ από κρουστά./Ο ποιητής μπορεί να τ’ αγνοήσει/ ή από το ύψος της μεσίστιας μνήμης αγκαλιάζοντας/ τις λέξεις που ήδη αναριγούν και τρέμουν / να χορέψει (σ. 73). Και παρόλο που Γύρω μου όλα ειπωμένα και ακουσμένα/ […]/ Κάτω από σκεπτικές οροσειρές/στον αίσιο ίσκιο αρχέγονων δασών / γράφω ποιήματα (σ. 74).
Στην κατακλείδα της συλλογής του, την 8η ενότητα, αποτελούμενη από 9 ποιήματα, ο ποιητής αποκτά Φωνή από μέντα και «κουρδίζει» αυτά τα ποιήματα στον τόνο του μότο του Li Young Lee, Αμερικανού ποιητή γεννημένου στη Τζακάρτα της Ινδονησίας από Κινέζους γονείς. Ταυτόχρονα, το τέταρτο ποίημα της ενότητας με τίτλο «Χιόνι» «κουρδίζεται» στο μότο του George Harrison, κιθαρίστα των Beatles. Στην ενότητα αυτή ο ποιητής παρουσιάζεται από τις πρώτες λέξεις του πρώτου στίχου ως δημιουργός, στιβαρός στην ποιητική λειτουργία: Θα πω την λύπη δέντρο στο παράθυρο, την νύχτα / νύχτα με φεγγάρι στα σεντόνια (σ. 77). Ο ποιητής επιδρά στις λέξεις, τα όνειρα του γίνονται όνειρα των λέξεων (οι λέξεις/θα κοιμούνται/θα ονειρεύονται, σ. 77). Θα επιβάλει τη θέλησή του Θέλω να σηκωθεί ένα αεράκι¸ στο ποίημα «Καινούργιες λέξεις» (σ. 79), για τις οποίες προβλέπει ότι θα λάμπουν στον αέρα/και θα χάνονται. Χρώματα, ήχοι, φως υπάρχουν παντού στην ενότητα, ενώ ο ποιητής ομολογεί: συμφιλιώνομαι με τα ζεστά φαντάσματα των πρώτων χρόνων/εγκαταλείπομαι στην ασυγκράτητη ροή της άνοιξης, στο ποίημα «Φύλλα της νύχτας» (σ. 81). Έντονη είναι η παρουσία του ασυγκράτητου, δυναμικού νερού στο ίδιο ποίημα (Υιοθετώ την άποψη του ζωντανού νερού/ που πλήττει στα ρυάκια), αλλά και αλλού, όπου το νερό παρουσιάζεται ως χιόνι που ανθίζει (σ. 80), πάνω σε ένα φύλλο που πέφτει απ’ το βρεγμένο δέντρο (σ. 85), ως θάλασσα που έλκει αιφνίδια τις λέξεις (Η ξαφνική ροή των λέξεων προς την θάλασσα, σ, 82), ως θάλασσα μέσα στην οποία ο ποιητής κινείται άνετα (η θάλασσα σε κάθε βήμα/επιπλέω παντού, σ. 83), ως μια εκδοχή της ίδιας της υπόστασης του ποιητή (Γίνομαι το νερό κι η πέτρα του, σ. 84). Με αυτή την δυναμική λειτουργία της ποίησης, ο ποιητής, παρόλο το αρχικό τραύμα (ένα παλιό μαχαίρι γράφει στην σιωπή στο «Scriptura Silens», σ. 85) έχει τη δύναμη να παρουσιάζει αντίσταση/στο πρώτο τραύμα (σ. 84), να μετασχηματίζει τις πληγές και τα όντα (εσύ να γίνεις κάτι άλλο / να πετάς, σ. 84) και να μεταμορφώνει τα σκοτάδια της πραγματικότητας σε διαφάνεια, φως, αέρα, νερό, αρχέγονη θάλασσα – ένα είδος παντοδυναμίας μέσα στη διύλιση, στην απόσταξη που παρέχει η γλώσσα και στη δύναμη του δημιουργού να ορίζει τα πράγματα – ακόμα και το εσύ.
Με τον χαρακτηρισμό «Επίμετρο», το τελευταίο ποίημα της συλλογής παρατίθεται μεμονωμένο και δηλώνεται αποκομμένο και διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Προσθέτει άραγε κάτι συμπληρωματικό; Κάτι διαφορετικό; Μήπως παρέχει ένα ερμηνευτικό κλειδί, που μπορεί να λειτουργήσει επεξηγηματικά, αναδρομικά βέβαια, για όλη τη συλλογή που προηγήθηκε; Το ποίημα «Σπίτια» (σ. 89), με την φαινομενική του στατικότητα, καθώς τα σπίτια αποτελούν ακίνητα, αποδεικνύεται αντιθέτως καταιγιστικό. Διαφορετικό στη μορφή του από τα προηγούμενα, καθώς οι στίχοι του, 23 μακροσκελείς στίχοι, σχεδόν πεζολογικοί, καταλήγουν στη μοναδική τελεία στο τέλος, παρασύροντας τον αναγνώστη σε μια ιλιγγιώδη διαδρομή – αναδρομή. Πράγματι, ο χρόνος αρχίζει να κυλάει προς τα πίσω σουρεαλιστικά, εξωπραγματικά, παράδοξα, ίσως όμως είναι ο μεταφυσικός χρόνος, ίσως είναι ένας χρόνος κατά τον οποίον ό,τι δεν πραγματοποιήθηκε ζητά δικαίωση, το βέβαιο είναι πως ό,τι δεν ειπώθηκε / πάγωσε στους καθρέφτες και τώρα ταξιδεύει πίσω στον χρόνο / σιωπή που επιστρέφει στην σιωπή – μία απόδοση «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι», καθώς αναιρείται ακόμα και η αισιοδοξία, ακόμα και αυτή η ποιητική παντοδυναμία. Ο Χρόνος αναδεικνύεται στον πραγματικό πρωταγωνιστή των γεγονότων και η σιωπή φαίνεται να επικρατεί της φωνής, ως οριστικό υπόστρωμα, που έχει τον τελευταία λόγο.
Ας συνοψίσουμε: με τρόπο έντονα ποιητικό, με τόνο απαλό, μουσικό, ρυθμικό, υποβλητικό, ο Νίκος Ορφανός παρουσιάζει την ποιητική του σύνθεση. Προσερχόμαστε σε αυτήν ήσυχα και με προσήλωση, όπως σε συναυλία, για να αφουγκραστούμε σε ποιο κλειδί είναι κουρδισμένη η κάθε ενότητα και με προσοχή να εμβαθύνουμε σε αυτήν. Διαπιστώνουμε ότι οι πρώτες οκτώ ενότητες αφορμώνται από τα βιωμένα γεγονότα της ζωής και ξετυλίγονται προχωρώντας στοχαστικά, αποκαλύπτοντας τη δυναμική του ποιητικού μετασχηματισμού των πραγμάτων. Το Επίμετρο όμως, με την ανατροπή που επιφυλάσσει, δίνει μια μεταφυσική διάσταση αναδεικνύοντας το ανθρώπινο μέτρο με ήθος. Δεν είναι πια ο Ποιητής σε οίηση, αλλά ο Χρόνος, εκείνος που είναι παντοδύναμος. Μια στάση ταπεινή, μετριοπαθής, διακριτική, όσο και ρεαλιστική, στοχαστική και βαθιά συλλογισμένη. Ταυτόχρονα, η μελετημένη διάταξη των ποιημάτων υποδεικνύει ότι, παρόλο που αυτή η συλλογή είναι η πρώτη, πολύ απέχει από το να είναι πρωτόλεια, αλλά αντιθέτως της αξίζει μάλιστα να διαβαστεί ως προσεγμένο απόσταγμα αποκρυσταλλωμένης εμπειρίας. Μια συλλογή άξια παρατήρησης και σκέψης, από την οποία πολλά έχει κανείς να αντλήσει, από τις προσφερόμενες αισθήσεις ξεκινώντας και στα νοήματά της εμβαθύνοντας.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Andrey Zadorin. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








