Ο τίτλος του δεύτερου βιβλίου της Ρένας Λούνα, Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε συνδυασμό με τα όμορφα λουλούδια που κοσμούν το εξώφυλλο, θυμίζει τάφο. Η μαρμάρινη πλάκα του τίτλου, σε πρώτο επίπεδο είναι το προσωνύμιο του καθηγητή και μέντορα της κεντρικής ηρωίδας στον οποίο και απευθύνονται οι επιστολές που διαβάζουμε συγκεντρωμένες στον ανά χείρας τόμο. Μαρμάρινη πλάκα που παραπέμπει στην εχεμύθεια και την εμπιστευτικότητα – παραπέμπει όμως και στην έλλειψη ανταπόκρισης, παραπέμπει και σε έναν λευκό καμβά ο οποίος μένει αμετάβλητος και ασυγκίνητος σε βροχή ή χιόνι, θύελλα ή καταιγίδα, ωστόσο πρόθυμος να αποτελέσει πεδίο προβολών, φαντασιώσεων και ψευδαισθήσεων – μεγαλείου, και όχι μόνο. Οι επιστολές της ηρωίδας προς τον καθηγητή της περικλείονται από δύο επιστολές, στην αρχή και στο τέλος, προς τον φίλο της Τόνι. Η αναμόχλευση των αναμνήσεων ξεκινά με αφορμή την πρόσκληση που της απευθύνει ο φίλος της να συμμετάσχει σε μια έκθεση με τον τίτλο «Σύγχρονες καλλιτέχνιδες που τρελάθηκαν», δεδομένου ότι η ηρωίδα έχει νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική. Κατευθείαν σηματοδοτείται στον αναγνώστη ότι εδώ έχουμε πιθανώς μια αναξιόπιστη αφηγήτρια. Επιπλέον, γεννάται η απορία: γιατί οι επιστολές της αφηγήτριας βρίσκονται στην κατοχή της και όχι, όπως θα περίμενε κανείς, στην κατοχή του παραλήπτη; Κρατώντας αυτά κατά νου, ως ερωτηματικά αλλά και πυξίδες για την ανάγνωση, ξεκινά η καταβύθιση στον κόσμο της κεντρικής ηρωίδας.
Σκηνικό είναι το Παρίσι: το φωτογενές, τουριστικό, λίγο σνομπ αλλά πάντα καλλιτεχνικό Παρίσι. Η ηρωίδα είναι μια νεαρή γυναίκα που ήρθε στη γαλλική πρωτεύουσα από το νησί της –όλα κατατείνουν στη Μάλτα, παρότι δεν κατονομάζεται ποτέ ρητά– για να σπουδάσει μαγειρική. Το πάθος της για τη λογοτεχνία την έκανε να εγκαταλείψει τη διάσημη σχολή μαγειρικής στην οποία ξεκίνησε να φοιτά και να εγγραφεί σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής. Η εισαγωγή της δεν έγινε με εξετάσεις – η ηρωίδα εισήχθη στο πρόγραμμα, και μάλιστα έλαβε υποτροφία, χάρη στην εντυπωσιακή εισαγωγική εργασία της με τίτλο «Σειρήνες, μέδουσες και χιμαιρικά ζώα: ανώφελες επιμονές». Αυτή θα είναι αφορμή για να τραβήξει την προσοχή του κατά είκοσι πέντε χρόνια μεγαλύτερου και παντρεμένου καθηγητή της, ο οποίος επιδιώκει να λάβει στη ζωή της ρόλο μέντορα. Συζητούν περί λογοτεχνίας, τη συμβουλεύει και τη διορθώνει. Παράλληλα, της δηλώνει απροκάλυπτα: «Μου αρέσεις, ως γυναίκα». Το διανοητικό και ερωτικό παιχνίδι εντείνεται αν και ποτέ δεν ολοκληρώνεται – τη μία φορά που κανονίστηκε να την επισκεφθεί στον χώρο της προέκυψε μια κατεπείγουσα ανάγκη της συζύγου του, με αποτέλεσμα το ερωτικό σμίξιμο να ματαιωθεί. Δεν θα γίνει περαιτέρω προσπάθεια – ο καθηγητής αποσύρεται εντελώς από τη ζωή της, και μένει η ηρωίδα να γράφει γράμματα προς έναν αδιάφορο, και μάλλον απρόθυμο παραλήπτη. Εντέλει θα βρεθεί απρόσκλητη να χτυπάει την πόρτα του σπιτιού του, να εισβάλλει στο σπίτι του, παρούσης και της σοκαρισμένης συζύγου του, και να γδύνεται στο σαλόνι τους. Η συνέχεια θα γραφτεί στην ψυχιατρική κλινική όπου θα νοσηλευτεί για έναν μήνα. Μετά απ’ όλα αυτά, η αφηγήτρια θα γυρίσει πίσω στο νησί της για να αναλάβει το οικογενειακό εστιατόριο, και η ενασχόληση με τη λογοτεχνία θα απομείνει μια μικρή, παράφωνη παρένθεση στη ζωή της.
Τα παραπάνω σκιαγραφούν μόνο τον σκελετό της ιστορίας, η οποία εμπλουτίζεται και νοηματοδοτείται και από άλλους χαρακτήρες που λειτουργούν συμπληρωματικά και αντιστικτικά, καθώς και από περιστατικά που αναφέρονται –φαινομενικά– παρεμπιπτόντως, χωρίς να δίνεται έμφαση και βαρύτητα, ωστόσο ξαφνιάζουν τον προσεκτικό αναγνώστη και λειτουργούν αποκαλυπτικά για την ψυχοσύνθεση της ηρωίδας, κατά περίπτωση μάλιστα προοικονομούν τη συνέχεια της πλοκής. Δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε ότι η ηρωίδα αρχικώς πήγε σε εκδήλωση του πανεπιστημίου σκοπεύοντας να βρεθεί πιο κοντά σε άλλον καθηγητή της. Στη συνέχεια της αφήγησης αναφέρεται σε αδιάφορο τόνο ότι είχε επισκεφθεί το διαμέρισμά του, όπως και άλλες πολλές φοιτήτριες, σύμφωνα με την ίδια. Επιπλέον, ομολογεί ήδη στην αρχή πως «Δεν καταφέρνω να πείσω τις γυναίκες να με συμπαθήσουν και να μ’ εμπιστευθούν. Τι κάνω λάθος;» και σχεδόν αμέσως «Η δικιά σου παρέα είναι ανώτερη όλων», απευθυνόμενη πάντα στον καθηγητή της. Αμέσως αμέσως βλέπουμε μια νεαρή γυναίκα η οποία επιδιώκει να τραβήξει την προσοχή κάποιου –όποιου!– καθηγητή της, ώστε να υλοποιήσει τις λογοτεχνικές και ακαδημαϊκές της φιλοδοξίες, σαν αυτό να είναι αναντίρρητη νομοτέλεια προκειμένου να πετύχει. Εντούτοις, δεν μιλάμε για μια τυπική αριβίστρια: είναι τόσο βαθιά ερωτευμένη με τη λογοτεχνία που ψάχνει εναγωνίως κάποιον ώστε απλά… να συζητήσει. Ταυτόχρονα, είναι τόσο βαθιά ερωτευμένη με τον εαυτό της –όπερ σημαίνει, απλά ανασφαλής–, που ψάχνει εναγωνίως επαίνους, με την αναγνώριση από έναν μεγαλύτερο άντρα «του χώρου» να είναι η μόνη που έχει αξία στα μάτια της. Παρότι γυναίκες είναι οι συγκάτοικοί της στην Εστία, και παρότι γυναίκα την μεγάλωσε –η θεία της, συνέπεια μιας σύνθετης οικογενειακής τραγωδίας– καμιά γυναίκα δεν είναι ουσιαστικά πλάι της, καμιάς γυναίκας την παρέα δεν επιδιώκει κι εκείνη. Συχνά μάλιστα μιλά σε γυναίκες ειρωνικά και κοροϊδευτικά, σαν να είναι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσει μαζί τους.
Το κέντρο βάρους της ζωής της ηρωίδας είναι πάντα γένους αρσενικού. Από τη μια ο καθηγητής της, από την άλλη ο Νοά, ένας Γάλλος, γόνος ευκατάστατης οικογένειας του Παρισιού, που η ηρωίδα γνώρισε στο Παρίσι λίγο αφού έφτασε. Η σχέση τους είναι ταραχώδης, ο ίδιος φαίνεται να βασανίζεται από συναισθηματικές εκρήξεις, ξεσπάσματα θυμού και αυτοτραυματισμούς: χτυπάει το κεφάλι του σε δέντρα, ρίχνει γροθιές σε καθρέφτες. Αλλεπάλληλοι χωρισμοί και επανασυνδέσεις, με την ηρωίδα εξαντλημένη να φτάνει σε σημείο απόλυτης παθητικότητας, να μην αντιδρά, να μην μπορεί να διανοηθεί ότι θα απεμπλακεί ποτέ, και να αστυνομεύει τις λέξεις της γιατί δεν ξέρει τι θα πυροδοτήσει την επόμενη έκρηξη. Παράλληλα, νιώθει ότι αντιμετωπίζεται υποτιμητικά από τον κύκλο του, μιας και οι δικές της καταβολές είναι πιο ταπεινές – προσπαθεί μετ’ επιτάσεως να βρει θέση σε ένα τραπέζι από το οποίο αποκλείεται διαρκώς.
Η ευθραυστότητα της ψυχικής υγείας της ηρωίδας κρύβεται τεχνηέντως, μιας και τα γραπτά της μοιάζουν να έχουν συνοχή και η ψυχική της κατάσταση σε γενικές γραμμές σταθερή. Ωστόσο αδιόρατες ρωγμές αναδύονται, όπως όταν διέλυσε εντελώς αναίτια και απρόκλητα το πολυτελές μπάνιο στο σπίτι του Νοά, ή όπως όταν φώναζε μες στη μέση του δρόμου σε έναν άλλον καθηγητή του πανεπιστημίου. Εντούτοις, η κοινωνικοοικονομική της θέση σε σχέση με τον Νοά σημαίνει ότι ουδέποτε θα λάβει υπηρεσίες ψυχικής υγείας, παρά μόνον αφού έχει καταρρεύσει και γίνει εισαγωγή της σε δημόσια ψυχιατρική κλινική. Αντιθέτως, ο Νοά, με πρωτοβουλία της μητέρας του, θα λάβει βοήθεια, ψυχοθεραπεία και φαρμακευτική αγωγή. Η κεντρική ηρωίδα, όμως, είναι απλαισίωτη. Δεν έχει ούτε χρήματα, ούτε οικογένεια, ούτε φίλους. Ο σύντροφός της περισσότερα προβλήματα δημιουργεί παρά λύνει, και ο καθηγητής της είναι μάλλον περισσότερο ένας φανταστικός φίλος. Είναι ολότελα μόνη.
Μήπως έχει, έστω, το ταλέντο της; Έτσι πιστεύει, αλλά τελικά οι προβληματικές της απόψεις την θέτουν εκτός του πανεπιστημιακού περιοδικού στο οποίο βρέθηκε χάρη στη σύσταση του καθηγητή της – άλλωστε, εξαρχής ένιωθε παρίας, σαν ξένο σώμα. Το δεύτερο βιβλίο της, μετά την εισαγωγική της εργασία, βρέθηκε να έχει αρκετά προβλήματα, τόσο σύμφωνα με τον καθηγητή της, όσο και σύμφωνα με τη μία και μοναδική κριτική που έλαβε αφού εκδόθηκε. Μήπως, όμως, η ηρωίδα έχει –έστω!– τον έρωτα του καθηγητή της; Όχι, ούτε αυτό. Όσο ποθητή και επιθυμητή κι αν πιστεύει ότι είναι, η σχέση τους δεν προχωρά, κάποια στιγμή μάλιστα ο ίδιος την διακόπτει εντελώς. Η σύζυγος του καθηγητή της, όμως, την απασχολεί εξίσου, αν όχι περισσότερο από τον ίδιο. Η ηρωίδα βάζει εμμονικά και διαρκώς τον εαυτό της σε νοερό ανταγωνισμό με εκείνη, υποτιμώντας τόσο εκείνη όσο και την ίδια τη συζυγική σχέση. Παρά την απαξιωτική στάση της ηρωίδας, το ζευγάρι φαίνεται να είναι ευτυχισμένο, ή έστω, ικανοποιημένο από τη ζωή τους μαζί. Ως προς τις «εξωσχολικές» δραστηριότητες του καθηγητή, δεν θα αργήσει να βρεθεί μια καινούργια φοιτήτρια για να ικανοποιηθεί η φιλαυτία του.
Ο τελικός απολογισμός της ιστορίας είναι ότι η ηρωίδα της Λούνα παίζει το παιχνίδι σύμφωνα με τους «κανόνες»: βρίσκει σύντροφο, και μάλιστα ευκατάστατο και από καλή οικογένεια –σε αντίθεση με τις δύο συγκατοίκους της που τον περισσότερο καιρό είναι μόνες–, βρίσκει και έναν μεγαλύτερο και ισχυρό μέντορα, τον οποίον προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Το παιχνίδι αυτό, όμως, δεν φτιάχτηκε προκειμένου να το κερδίσει μια γυναίκα. Ο σύντροφος είναι ασταθής και εκρηκτικός, και στην πραγματικότητα δεν την στηρίζει καθόλου στις επιδιώξεις της – σε μια εκπληκτική αποστροφή του λόγου, μάλιστα, εκείνη θα πει «Καμιά από τις δύο συγκατοίκους μου δεν ήταν δεσμευμένη, μονάχα εγώ. Οι άλλες δύο ήταν ευτυχισμένες». Από την άλλη, ο μέντορας δίνει λίγη από την προσοχή του αλλά ποτέ κάτι πιο ουσιαστικό, ενώ όταν καταλαβαίνει ότι μάλλον πρόβλημα θα του δημιουργήσει η ηρωίδα, αποσύρεται αμέσως, αφού –φυσικά!– σε καμία περίπτωση δεν θα διακινδύνευε ούτε τον γάμο ούτε την κοινωνική και επαγγελματική του θέση.
Ως προς την ίδια τη γραφή, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση λειτουργεί εκπληκτικά ως προς το παιχνίδι με την αξιοπιστία –ή την έλλειψη αυτής– της αφηγήτριας. Διάσπαρτα υπάρχουν σημεία με εικονοποιία μεγάλης ομορφιάς, αλλά και κομμάτια μεγαλύτερης έκτασης, όπως η σουρεαλιστική περιγραφή της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης που θυμίζει περιήγηση σε πίνακες της Λεονόρα Κάρινγκτον. Εύλογα γεννιούνται αμφιβολίες στον αναγνώστη ως προς το αν το κείμενο είναι όντως επιστολές, σημειώματα, ή ενός είδους ημερολόγιο, αλλά απαντώνται επαρκώς στο τέλος. Η επιδιωκόμενη συμμετρία λειτουργεί, με τις επιστολές στον φίλο της Τόνι να λειτουργούν σαν βιβλιοστάτες με το κύριο σώμα ανάμεσά τους. Επίσης, η συγγραφέας επιλέγει να δώσει στην ιστορία της κυκλικότητα, όχι εξέλιξη, αφού το τέλος μοιάζει με επανάληψη του τραγικού οικογενειακού παρελθόντος της ηρωίδας, με την ίδια να μην παρουσιάζει κάποια ουσιαστική χαρακτηρολογική εξέλιξη. Εντούτοις, δίνεται το αίσθημα της ολοκλήρωσης, με την ηρωίδα να αποκτά ίσως –για πρώτη φορά– μια δυνατότητα ελευθερίας και αυτοπροσδιορισμού.
Αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα στο βιβλίο είναι η γλώσσα. Αρκετές λέξεις και φράσεις χρησιμοποιούνται παράδοξα και θα μπορούσαν να προσδώσουν ενδιαφέρον αλλά μάλλον δεν επιτυγχάνεται ο σκοπός («ευειδείς υλικές δεήσεις», «κατέληξα ανέστια και ετερογενής», «μια πραγματικά αποκαλυπτική συνέπεια που αφορά την εκδίπλωση της παραίτησής σου για τα περισσότερα πράγματα», «ο μόνος τρόπος που ξέρω να συσχετίζομαι και να συνδέομαι», «μια σιδερένια καρέκλα που επάνω της λιγοψυχούσε ένα λεπτό καρό μαξιλάρι», «κοινολεκτούσες για μια δύσκολη ψυχική σου περίοδο» κ.ά.). Επιπλέον, υπάρχουν συντακτικά λάθη («τα χρήματά μου ήταν άφθονα για μια ποικιλία στρειδιών» κ.ά.), και συχνοί αγγλισμοί («Στο κέντρο της φωλιάς φαίνονται δύο μικρά ροζ αυγά, διακοσμημένα με έντονες κόκκινες βούλες», «δεν μου αρνήθηκα την είσοδο», «η ζωή δεν γίνεται καλύτερη απ’ αυτό» κ.ά.) και κάποιες απότομες αλλαγές από αόριστο σε ιστορικό ενεστώτα. Η παράθεση δεν είναι εξαντλητική και κάτι τέτοιο θα εξέφευγε του σκοπού του παρόντος. Φυσικά, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση θα μπορούσε να εξηγήσει ενδεχομένως κάποιες από τις αδέξιες επιλογές, αφού θα μπορούσαν να αποδοθούν στο γλωσσικό στιλ της ηρωίδας, ωστόσο η συχνότητά τους –ακόμα και αν αποτελεί επιλογή και όχι απλή αστοχία– δεν παύει να διαταράσσει τη στρωτή ροή της γλώσσας και συνακόλουθα της ανάγνωσης. Εξάλλου το γεγονός παραμένει ότι, όποιος και να αφηγείται σε ένα βιβλίο, η γλώσσα είναι του συγγραφέα. Αντιθέτως, δεν ενόχλησαν καθόλου οι πολλές και συχνές παραθέσεις βιογραφικών στοιχείων συγγραφέων και οι παραπομπές σε λογοτεχνικά έργα, οι οποίες μού φάνηκαν απολύτως ταιριαστές για μια φοιτήτρια που είναι ερωτευμένη με τη λογοτεχνία και επιπροσθέτως προσπαθεί να εντυπωσιάσει τον καθηγητή της.
Συμπερασματικά, η Λούνα παραδίδει ένα χρονικό καταβύθισης στην τρέλα, επιστρατεύοντας μια σπειροειδή γραφή που παίρνει μαζί της τον αναγνώστη από μια αφετηρία φαινομενικής πνευματικής διαύγειας στην ψυχική κατάρρευση – όμως δεν τον αφήνει εκεί. Η κεντρική ηρωίδα έχοντας τη λογοτεχνία ως καταφύγιο και διαφυγή και μια ανάγκη για σύνδεση και επικοινωνία που δεν μπορεί ή δεν ξέρει πώς να ικανοποιήσει με τους ανθρώπους γύρω της, εξιδανικεύει τους αγαπημένους της συγγραφείς, φτάνοντας σε σημείο ταύτισης και άκριτου μιμητισμού, ενώ βλέπει τον καθηγητή της ως εισιτήριο για την κοινωνική και ακαδημαϊκή της άνοδο – μέχρι που η προσκόλλησή της φτάνει στην εμμονή. Οι άνισες και ασύμμετρες σχέσεις εξουσίας που αναπτύσσονται στο βιβλίο, και μάλιστα στο Παρίσι, μια πόλη με παράδοση επιτρεπτικής κουλτούρας και ανοχής ως προς αυτές, εκκινούν από συνειδητή επιδίωξη από την ίδια, από το αδύναμο μέρος – μια αδυναμία που προκύπτει από τη μικρή ηλικία, την έλλειψη εμπειρίας και βιωμάτων, την απουσία κοινωνικής και οικογενειακής πλαισίωσης, τη δυσχερή οικονομική θέση. Λόγω ακριβώς αυτής της ανισότητας, όμως, συνέπειες, συχνά καταστροφικές, υφίσταται μόνο ο αδύναμος, ενώ ο ισχυρός παραμένει αλώβητος, κάτι που εγείρει ζητήματα ευθύνης. Το τέλος καθιστά το βιβλίο καρκινόλεξο, ή παλίνδρομο, αφού απηχεί την αρχή της ιστορίας της ηρωίδας, αφήνει όμως ανοιχτή μια δυνατότητα ψυχολογικής χειραφέτησης, και γι’ αυτό μου έφερε στον νου τους στίχους από το τραγούδι “Girl” της Tori Amos: «she’s been everybody else’s girl / maybe one day she’ll be her own» (ήταν το κορίτσι όλων των άλλων / ίσως μια μέρα θα γίνει το δικό της). Παρ’ όλα αυτά, η συγγραφέας κρατά μέχρι το τέλος την ηρωίδα της ανώνυμη, επιλογή όχι ήσσονος συμβολισμού. Τελικά, η εξαιρετικά σημαντική συμβολή αυτού του βιβλίου είναι ότι έδωσε τον λόγο σε ένα άτομο που σπάνια ακούγεται χωρίς η εμπειρία του να απορριφθεί και το ίδιο να μπει στο περιθώριο. Πολλά έχουν γραφτεί για το λογοτεχνικό μοτίβο της «τρελής γυναίκας στη σοφίτα», προεξαρχόντως του εμβληματικού έργου με τον ίδιο τίτλο των Σάντρα Γκίλμπερτ και Σούζαν Γκούμπαρ. Στο βιβλίο της Λούνα η «τρελή γυναίκα» επιτέλους δεν τήρησε άκρα του τάφου σιωπή· κατέβηκε από τη «σοφίτα», και είπε την ιστορία της.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Wayne Miller. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








