frear

Νεκτανεβώ –του Βασίλη Τσιρώνη

Θυμάμαι τη μέρα που τον συνάντησα, ολοκάθαρα, όπως και κάθε άλλη μέρα εκεινού του ανεξάντλητου καλοκαιριού. Πρώτη βδομάδα του Αυγούστου· ήπια μελτέμια· καύσωνας εν αμφιβόλω. Ο πανικός που μου δημιουργούσε η συνειδητοποίηση πως όλα γύρω μου εξαρτώνται από τις διαθέσεις μιας ασυγκίνητης πύρινης σφαίρας.

Τον είχα στη λίστα των φίλων μου στο Instagram με άλλους δύο χιλιάδες γνωστούς αγνώστους. Νεαρός συγγραφέας. Απόδημος από τα δεκαοκτώ του στην Αμερική. Με ένα πρόσωπο που αφύπνιζε ανεπίγνωστα όση τρυφερότητα είχε περισωθεί μέσα μου. Είχε ανεβάσει μια φωτογραφία στο λογαριασμό του με έναν δρόμο, λουσμένο στο αχάραγο φως· μια κοίτη τσιμεντένιου ποταμού που σκαρφάλωνε νυσταγμένα προς τον λόφο του Στρέφη. Φαντάστηκα πως είχε επιστρέψει στα μέρη μας – για λίγο ή για πάντα. Όλοι έχουν μια ακραία παραξενιά. Μια αλλόκοτη δεισιδαιμονία. Εγώ τρέμω από μικρός τον Αύγουστο. Φοβάμαι πως αν λουφάξω στην υπνώττουσα μοναξιά μου, όπως κάνω συνήθως, θα μου συμβεί κάτι αμετάκλητα και τελεσίδικα κακό. Έτσι αποφάσισα να βγω από το καβούκι μου και να του μιλήσω.

Προσποιήθηκα πως γνώριζα καλά τη δουλειά του και τον ρώτησα αν είχε έρθει στην πόλη για να παρουσιάσει την καινούργια συλλογή διηγημάτων του. Μου απάντησε πως ήταν εδώ για διακοπές –μια αναγκαία στάση πριν τα νησιά–, αλλά αν ήθελα και είχα χρόνο, θα χαιρόταν να πιεί μαζί μου έναν καφέ. Ξαφνιάστηκα με το πόσο προσιτός και καλόβολος ήταν. Μου πέρασε από το μυαλό πως με είχε μπερδέψει με κάποιον άλλον. Πως δεν είχε στ’ αλήθεια ιδέα με ποιον επρόκειτο να συναντηθεί.

Συμφωνήσαμε να βρεθούμε την επόμενη σ’ ένα καφέ των Εξαρχείων, κοντά στο διαμέρισμα που νοίκιαζε. Είχα να βγω από το σπίτι μια βδομάδα και σκεφτόμουν πως η έξοδος θα με άγχωνε. Το βράδυ έμεινα ξάγρυπνος διαβάζοντας κάποια από τα κείμενά του στο διαδίκτυο· όλες σύντομες δυσοίωνες ιστορίες που έμοιαζαν να μένουν κολοβές και ατελέσφορες, χωρίς κανένα ουσιαστικό τέλος. Σ’ ένα διήγημα μια νεαρή γυναίκα πέθαινε αιφνίδια μέσα στο τρένο. Καθώς η όρασή της θάμπωνε και το σώμα της κατέβαζε μια μια τις ασφάλειες, έβλεπε ή νόμιζε πως έβλεπε τον σύντροφό της να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Σ’ ένα άλλο, ένα αγόρι έσπρωχνε τον μικρό αδερφό του από μια δύσβατη πλαγιά για να πειστεί πως δεν είναι διαβολάκι. Ένα κακάρισμα πουλιού ή ζώου την ώρα που τον έβλεπε να γκρεμίζεται στο κενό, έκανε το αγόρι να κατουρηθεί πάνω του. Σε μια τρίτη μια παρέα φοιτητών τρωγόπινε σ’ ένα μπαλκόνι, λογομαχώντας για την Παλαιστίνη και έριχνε στα διαλείμματα ζεματιστό νερό στους περαστικούς. Κάπου στο ορατό βάθος, φλεγόταν η ζωώδης ράχη ενός βουνού.

Δεν ήμουν σίγουρος αν μου άρεσαν όσα διάβαζα. Αν ήταν αφηγηματικά πετυχημένα ή κίβδηλα κατασκευάσματα εντυπωσιασμού. Πάντως ο κόσμος των ιστοριών του ήταν ανησυχαστικός και απεχθής· μια χολεριασμένη ασχήμια αναδινόταν ολούθε υπονομεύοντας τον ιστό των λέξεων του.

Το πρωί, έφτασα στο ραντεβού μας πολύ νωρίς. Κάθισα στο πεζούλι μιας ερειπωμένης μονοκατοικίας δίπλα από το καφέ και έμεινα να παρατηρώ τους πελάτες. Οι περισσότεροι ήταν τουρίστες. Μελιχροί από τον ήλιο. Όμορφοι και υγιείς. Εγώ από την άλλη έμοιαζα με άρρωστο αλμπίνο. Κατάλευκος από την κλεισούρα. Αγύμναστος και ταλαιπωρημένος. Αν είχα ένα δράμι φαντασία θα έπλαθα ιστορίες για να περάσει η ώρα και να μη σκέφτομαι τα χάλια μου. Αλλά δεν φημίζομαι ούτε και γι’ αυτό. Μέσα στο κεφάλι μου υπάρχει μια μαύρη τρύπα που τα έχει ρουφήξει όλα. Ό,τι πάω να δημιουργήσω κομματιάζεται και καταρρέει εν τη γενέσει του. Aναγκάστηκα να καταφύγω σ’ ένα τραπεζάκι και να παραγγείλω ένα χυμό για να μετριάσω τη νευρικότητά μου. Ο ουρανός επέλαυνε κατά κύματα. Ακαταπαύστως. Ένα κορίτσι με γαλατένια πόδια είχε πάρει τη θέση μου στο πεζουλάκι. Πλάι της είχε μια βρόμικη βαλίτσα με ροδάκια. Την ζήλευα χωρίς να καταλαβαίνω απόλυτα το γιατί.

Πίστευα πως θα τον έβλεπα πρώτος, μα έσφαλα. Εμφανίστηκε στα νώτα μου από το παρακείμενο στενό και με αιφνιδίασε. Πρόλαβα να δω να χαμηλώνει το βλέμμα του, καθώς με πρόσεξε· ένα βλέμμα ξέχειλο από απογοήτευση. Και κάτω από την απογοήτευση εγειρόταν ο σαρκασμός. Δώσαμε τα χέρια και κάθισε σαν από ανάγκη απέναντί μου. Αν το έβαζε στα πόδια πάραυτα δεν θα παραξενευόμουν.

Τον ρώτησα πόσο θα έμενε στην Αθήνα και μου είπε πως πετούσε την επόμενη για τη Ρόδο. Θα έμενε εκεί μια βδομάδα και μετά θα επέστρεφε στη Νέα Υόρκη. Του εξέφρασα τον θαυμασμό μου για τη δουλειά του και με ευχαρίστησε συγκρατημένα. Μιλήσαμε για λίγο για τα βιβλία του. Την επιθυμία του να περάσει στη μεγάλη φόρμα. Τους φόβους και τις αντιστάσεις του. Ήταν ευγενικός αλλά ανόρεκτος. Σε κάθε μετρημένη του φράση πρόδιδε τη διάθεσή του. Ή την απουσία της. Κάποιες φορές με κοίταζε με φόβο.

Όσες φορές αποτόλμησα να αναφερθώ σε κάτι πιο προσωπικό, πέρα από τη γραφή, μπουρδούκλωνε τα λόγια του, ωσάν να ξέχναγε τι είχε να πει, πιανόταν από το ίδιο του το λάθος και επέστρεφε στα βιβλία του. Στο αν η Νέα Υόρκη είναι μέρος για να ζεις, αναστέναξε κάπως ενοχλημένος. Μου είπε εν τέλει, πως η πόλη είναι φρικτή, αλλά οι άνθρωποί της εξόχως ενδιαφέροντες. Πως όλοι μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από ένα σύμπαν ονειρικό και αψεγάδιαστο. Όμορφοι, ευφυείς, φιλόδοξοι, γοητευτικοί. Μια παρέλαση τελειότητας. Σε κάθε μπαρ ακούς μια ιστορία που έχει αξία να ειπωθεί. Βλέπεις ένα πρόσωπο που θέλεις να ξανασυναντήσεις.

-Μα δεν συστηθήκαμε ποτέ, μου είπε, τότε λες και μηδένισε τον ελάχιστο χρόνο που ήμασταν μαζί. Δεν ξέρω ούτε πώς σε λένε.

Του είπα το όνομά μου και ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του.

-Νόμιζα πως θα συναντούσα κάποιον άλλο, είπε χαμογελώντας. Κάποιο αγόρι από τον Κολωνό που είχα γνωρίσει πριν από χρόνια. Δεν έχεις άλλωστε καμιά φωτογραφία σου στο λογαριασμό σου.

-Έτσι μπερδεύονται όλοι, απάντησα. Έπειτα με κατηγορούν πως τους έχω εξαπατήσει.

Συνέχισε να χαμογελάει. Αλλά η έκφρασή του είχε πάψει πια να θυμίζει χαμόγελο.

Λίγο πριν περάσει το μισάωρο, επικαλέστηκε ένα ραντεβού στην τράπεζα και με αποχαιρέτησε. Τον είδα να φυγαδεύει τον χαριτωμένο εαυτό του στο διπλανό δρόμο και για μια στιγμή μου φάνηκε πως περπατούσε ξυπόλυτος. Έριξα μια ματιά κάτω από την καρέκλα του, λες και περίμενα να βρω τα ξεχασμένα παπούτσια του. Στο λεωφορείο της επιστροφής άνοιξα το κινητό μου. Η σελίδα της συνομιλίας μας δεν υπήρχε πια. Ούτε ο λογαριασμός του. Πίστεψα πως με είχε μπλοκάρει. Αναζήτησα τα διηγήματά του στο διαδίκτυο, μα έλειπαν κι αυτά. Ο μονός άνθρωπος που εμφανιζόταν με το όνομά του ήταν ένας μεσόκοπος τραπεζικός με μυτερά σκυλόδοντα· ένας σκασμός φωτογραφίες από τις αγέρωχες γάτες του. Όταν επέστρεψα στο σπίτι, ξάπλωσα αμέσως στο κρεβάτι μου. Δεν θα ήμουν πότε ούτε κατά διάνοια ευτυχισμένος, αλλά ο ύπνος με τη γλυκιά λήθη του, συνέχιζε να με ευεργετεί.

Ξύπνησα από τον επίμονο ήχο των υδάτων. Στην τουαλέτα μου η μπανιέρα είχε ξεχειλίσει από τα λύματα του πλυντηρίου. Το νερό έτρεχε στο πάτωμα κατάμαυρο· πηχτό και ελώδες. Η μπανιέρα μου φάνταζε τώρα σαν τη σαρκοφάγο του Νεκτανεβώ. Έτοιμη για τα αρχαία τελετουργικά λουτρά της. Σκέφτηκα πως αν τραβούσα το πώμα, θα αναδυόταν από τον πάτο ένας αναγεννημένος άντρας. Πως θα μπορούσα να τον διδάξω να με λατρεύει δίχως όρια. Πως μπορεί αυτός ο άντρας να ήταν κι εκείνος.

Βύθισα το χέρι μου στο νερό και τράβηξα το πώμα.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Andrew Newell Wyeth. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη