frear

Γυναικωτό – του Γιώργου Καρτάκη

«Γιατί κουνιέσαι;» του φώναξε αυστηρά ο πατέρας του και ανέσκαψε χαράδρα τρόμου μέσα του. Παρ’ ολίγο να του φύγει απ’ το χέρι το ποτήρι του φραπέ που χτυπούσε. Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι του, μαζί και ο φόβος – κατάπιε τη γλώσσα του.

Αυτή τη διαδρομή ακολουθεί η αρρώστια, κατρακυλά από την κορυφή του νου, που φρικιάζει, κοκκαλώνει τα πόδια επιτόπου, παγώνει την αναπνοή, ξεραίνει το σάλιο, χάνεται ο κόσμος, η ντροπή σκούζει ίδια ποντικός μαγκωμένος στα δόντια νυφίτσας και χώνεται κατακόκκινη στα στροφιχτά λαγούμια των αυτιών. Βουίζει ο κόσμος, γυρίζει.

Δεν του ξανάπε ποτέ τίποτα ο πατέρας του, μα εκείνος καταλάβαινε πως τον θεωρούσε μισερό. Δεν ήταν ο γιός που ήθελε και, όταν τύχαινε οι ματιές τους να διασταυρωθούν, έριχνε το βλέμμα αλλού ή σηκωνόταν απότομα κι έβγαινε προφασιζόμενος κάτι επείγον. Ο έφηβος, που ήταν, μετατράπηκε σε προσωπείο κάποιου αγέλαστου, που θα το φορούσε εφεξής όλη του τη ζωή. Και δεν θα κουνιέται πια. Την κάθε κίνηση θα την ελέγχει, πριν βγει στο φως, να είναι αντρική.

«Άρα, φαίνεται!» σκέφτηκε. Η απόλυτη ταπείνωση! Πίστευε πως θα το γύριζε πίσω∙ ένα πράμα, λες και θα ήταν δυνατόν να το λύσει με το νου, να εισχωρήσει στα αυλάκια του εγκεφάλου του, να δει πώς δημιουργήθηκε, να φτάσει στη ρίζα, στην αιτία, στο βίωμα, να το θεραπεύσει. Ώρες σκεφτόταν κι έχτιζε απομονωμένος ένα τείχος πελώριο γύρω του, χωρίς ωστόσο, να το καταλαβαίνει. Και όσο πιο πίσω πήγαινε, τόσο παραδινόταν στη θολούρα και τον λαβύρινθο της σκέψης, τόσο δεν έβγαζε συμπέρασμα.

Μιλούσε με έκδηλες χειρονομίες. Ένταση στο λόγο, νεύρο στα χέρια. Μα να τον πρόδιναν; Μια φορά του το είχε πει και ο Λάκης, ο μάγκας της παρέας που είχε πάει – λέγανε – και με γυναίκα: «Γιατί κουνάς τα χέρια σου;»

Μια έρημη έκταση ο τόπος κι αυτός έπρεπε να τη διανύσει. Γραφτό του. Μόνος. Με όλους τους λύκους και τα αιμοβόρικα αγρίμια της νύχτας να παραφυλάγουν σε κάθε του βήμα. Έμαθε να περπατά στα καμένα, για να μη μάθει κανείς ποτέ τίποτα. Ούτε και η μάνα του. Και ποιος της έδινε αυτηνής σημασία; Μέσα στην κλάψα και την κακομοιριά. Μια φορά έφτασε κιόλας να της πει ότι τον είχαν υιοθετημένο. Μάλλον κλεμμένο θα τον είχαν από φουσάτο τσιγγάνων, αν και το χρώμα δεν ταίριαζε έτσι ξανθός που ήταν, τόσο αλλιώτικος. Λιγότερο σκληρός και περισσότερο μονάχος απ’ τους άλλους που έπαιζαν με σπαθιά και τουφέκια, εκείνος είχε τη σκέψη καταφύγιο και το διάβασμα. Εκεί του άφηναν κατά περίεργο λόγο χώρο – στο διάβασμα – και του αγόραζαν βιβλία. «Μπρος να κουνιέται, καλύτερα ας κάθεται μέσα να διαβάζει!»

Όταν σήκωνε τα μάτια από τις ιστορίες, ήταν αλλιώτικος πια. Επέστρεφε ταξιδεμένος από τα βάθη της θάλασσας και από τον γύρο του κόσμου, από μυστηριώδεις νήσους και στέπες της Μογγολίας. Φορούσε ακόμα το σκάφανδρο κι ένιωθε τόσο υπέροχα μοναδικός σε σχέση με τους άλλους και τα άγαρμπα παιχνίδια τους. Είχε χάσει επεισόδια μαλαγανιάς και αταξίας, μα είχε αποτινάξει απ’ τους τρόπους του το ζώο. Πώς να τον παίξουν; Γι’ αυτό κι εκείνος έστηνε το δικό του μπαϊράκι, ένα τάγμα εφόδου. Τα καλοκαίρια που έρχονταν τα γειτονάκια από την Αθήνα πήγαιναν και χαλούσαν τα σπιτάκια που έχτιζαν οι άλλοι με πέτρες και λάσπη. Ερείπια τα έκαναν – ίσια με το χώμα – με μια κλωτσιά τα μεσημέρια που εκείνοι τα άφηναν αφύλαχτα. Έσπερνε την καταστροφή. Για λίγο. Γιατί δεν υπήρχε, αλήθεια, λογική σ’ αυτές τις ενέργειες και η ομάδα γρήγορα τον εγκατέλειπε. Κανείς δεν τον ήθελε, μα οι μεγάλοι δεν το έπαιρναν χαμπάρι, είχαν τη δική τους μαυρίλα ν’ απαλύνουν αυτοί.

Τον έδιωχναν. Δεν ξέρει πώς, μα μια φορά είχε βρεθεί απλωμένος στο χώμα, μπρούμυτα, απάνωθε του ο ήλιος του καλοκαιριού αδυσώπητος και αυτοί του φώναζαν με κακία να φύγει. Τα μάτια τους έκαιγαν. Πρόβαλε τότε μια γριά από ένα σπίτι κι όλοι μαζί γελούσαν, που τον έδιωχναν κι αυτός εκεί, επέμενε να μένει ξαπλωμένος κατά γης, χωρίς να ξέρει να τους πει, τι υποφέρει μέσα του, τι αιμορραγεί και γιατί θέλει αγκαλιά και αγάπη, αντί το μαρτύριο. «Αντίχριστος!» έλεγε η γριά με χολή, γιατί δεν υπάκουε να φύγει με σκυμμένο κεφάλι, παρά έκλαιγε, τους κοίταζε και ικέτευε να τον θέλουν. Όταν κανείς πέφτει, πέφτει βαθιά στο πηγάδι. Φωνάζει και δεν υπάρχει ψυχή. Πέφτει ανάποδα, κατακόρυφα, αιωρείται σε έναν εφιάλτη, πριν σηκωθεί το επόμενο πρωί σε έναν άλλο, όπου βαδίζει όρθιος και όπου όλα μοιάζουν να ακολουθούν τακτικά την προδιαγεγραμμένη πορεία τους.

Στοίβαζε τα διαβασμένα βιβλία και κοίταζε στον καθρέφτη την ακμή, τα εξανθήματα που έσκαγαν – κάθε μέρα και άλλο – τα γένια που ξεπρόβαλαν σγουρά, αραιά. Φαινόταν άραγε κάτι; Κοίταζε τον καθρέφτη συνέχεια. Απαίσια μύτη, μεγάλο μέτωπο – φαινόταν άραγε κάτι; Μα εκείνο το απόστημα, που είχε εντός του, ήταν αδύνατον να κρυφτεί. Σήκωνε κεφάλι στα ιδρωμένα χασεδοσέντονα και εκπυρσοκροτούσε το σπέρμα του ζεστό σε βρόμικες χαρτοπετσέτες, που τις πετούσε κάτω απ’ το στρώμα. Ο Λάκης πρωταγωνιστούσε στις φαντασιώσεις του και, αργότερα, όποιος ξένος σταύρωνε στον δρόμο και του έβγαζε δύναμη. Γέμιζε τον χώρο ανάμεσα στις τάβλες και το στρώμα κολλημένα χαρτιά. Τα ξεχνούσε. Τα έβρισκε η μάνα του, όταν μια στις τόσες καθάριζε. Στην αρχή του έκανε παρατήρηση: «Κάνεις κάτι που δεν είναι καλό», πήγε να του πει, ύστερα, σαν την αγριοκοίταξε μια φορά κι ο πατέρας του, δεν του ξανάπε τίποτα. Μάζευε το ξερό, κιτρινισμένο σπέρμα και το πετούσε βουβή.

Όταν έλειπαν, άνοιγε τη ντουλάπα, γδυνόταν και φορούσε κατάσαρκα τα ρούχα της μάνας του. Έπλεε επάνω στο νεανικό κορμί το φουστάνι της. Τον ερέθιζε η αίσθηση του υφάσματος πάνω στη στύση του. Ύστερα μέσα στον αλαλαγμό της ενοχής, σαν άδειαζε ο λάγνος καταρράκτης του μυαλού και κόπαζαν στο σώμα οι σπασμοί, υποσχόταν στον εαυτό του να μην το ξανακάνει. Πήγαινε κάτω από το εικόνισμα, ξεχασμένο από τις προσευχές στο πατρικό του, κι έλεγε ασταμάτητα το «Άγιος ο Θεός» ανά τρεις φορές και άλλες τρεις και ακόμα τόσες, ώσπου να χάσει το μέτρημα, να βαρεθεί και από τον κορεσμό της επανάληψης να υποθέτει, πως είχε και ο Θεός χορτάσει μετάνοια και ομολογία πίστης. Εις μάτην! Γιατί η επιθυμία ερχόταν πιο συχνά απ’ ότι η γαλιφιά του Κυρίου και, πριν το τέλος της βδομάδας, επισκεπτόταν πάλι τη ντουλάπα.

Πόθε άραγε να γνώριζε ό,τι απόστεργε την ψυχή του; Και πώς να την αγαπήσει, που δεν τον ζέστανε αγκαλιά; Και πού να ξέρει, παιδί πράμα, τι του ʼχε λείψει; Έπαιρνε μόνο τον δρόμο του ενστίχτου, σαν ζώο κι αυτός, και ξεσπούσε στα πράγματα. Κι όσο οι άλλοι τον αποποιούνταν, τόσο η μάνητα μέσα του φούντωνε κι έβαζε πείσμα να ξεχωρίζει τουλάχιστον στα μαθήματα του σχολείου. Επίδοση που κανείς δεν μετρούσε – δεν ήταν αυτά για άντρες – αλλά μ’ όλο το δέος των αμόρφωτων για πράγματα που δεν καταλαβαίνουν, δεν του έβγαζαν άχνα. Ήθελε να φάει τον κόσμο, τέτοια ήταν η δύναμη που θέριευε μέσα του, και, ωστόσο, ξέπεφτε σε κόντρες και φιλονικίες. Προκαλούσε με την ευφράδεια, ήθελε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Όπως ανάπηρος που, αφού χωλαίνει στο κορμί, γυρεύει υστερικά να έχει σε όλα δίκιο. «Για δες φωνή!» του έλεγαν «γυναικωτή». Έτσι του έκλειναν το στόμα. Λούφαζε σαν το φίδι τότε στη φωλιά, απέσυρε τη φαρμακερή γλώσσα στο στόμα, φύλαγε αλαφιασμένος να ξαναχτυπήσει, μόλις του μαϊνάρει ο καημός. Ονειρευόταν κάποτε να σηκωθεί.

Κι εκεί – στο όνειρο – τον είχαν, λέει, ρίξει κάτω και τον κλωτσούσαν απ’ ολούθε καγχάζοντας. Και μια τον πέτυχε στα αχαμνά. Του φώναζαν: «Δεν έχεις αρχίδια, ρε σύ!» Σφάδαζε σάμπως ζωντανό στο χώμα και ήθελε να πεθάνει, για να μην υποφέρει άλλο. Έκαμαν οι άλλοι στην άκρη φοβισμένοι, πως τον σακάτεψαν. Πέρασε, λέει, ο πατέρας του τότε τυχαία. «Τι έγινε;» ρώτησε. Του είπαν. Κοντοστάθηκε στη μεριά τους και τον κοίταζε αμέτοχος που σπαρταρούσε στο χώμα. Σαν ξένος. Άτολμος. Ούτε κουβέντα ούτε τίποτα. Ύστερα έφυγε. Όμως, τη νύχτα, που ένα γύρο όλοι κοιμούνταν, σηκώθηκε και πήγε στην αποθήκη, πήρε το μεγάλο Singer ψαλίδι μοδιστρικής της μάνας του κι όπως εκείνοι ήταν βυθισμένοι ακόμα στον ύπνο, τους έκοψε γύρω γύρω τα στόματα να πάψουν. Ως το πρωί τους είχε όλους ξεκάνει. Μέσα του.

***

*Με τον Βαγγέλη μεγαλώσαμε στον ίδιο δρόμο· λίγο μεγαλύτερος εγώ. Αυτή είναι η ανασύσταση της ιστορίας του όπως μου την είπε εκείνος κι όπως τη θυμάμαι κι εγώ. Ο ίδιος προτίμησε να σωπάσει κάποιο Σεπτέμβρη. Ξέρετε πόσοι σιωπούν;

Οι πράξεις βίας συνέβησαν πραγματικά. Προτίμησα να τις αναπαραστήσω σε όνειρο, για να μη χάσουν κάποιοι τελείως τον ύπνο τους. Και, ύστερα από πολλούς δισταγμούς, αποφάσισα πως του οφείλω αυτό το μνημόσυνο.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Alexander Petrosyan. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη