Στις τοπικές εφημερίδες δημοσιεύτηκε ανακοίνωση ότι από την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας θα διατεθεί κονδύλι 2,75 εκατομμυρίων για το έργο: «Εργασίες συντήρησης και βελτίωσης της επαρχιακής οδού Θέρμου-Πλατάνου».
«Ήτανε γεμάτο το χωριό νέα παιδιά τότες, κορίτσια πολλά, να φανταστείς, εδώ γυροβολιά, εμείς ήμασταν εφτά τσιούπες, άλλες τόσες οι Κοτρωτσέισες, τα Μπαρτόπλα τέσσερα – πέντε, οι Λωνιδέισες άλλες τόσες. Παραπέρα στο συνοικισμό οι Κουτσ’κέισες, οι Λαμνατέισες, οι Λαππέισες και που θες να θυμάμαι τώρα πόσες άλλες. Εμείς ήμασταν από δώδεκα δεκατρία η μικρή, μέχρι εικοσιδύο εικοσιτρία η μεγάλη. Για να μη τα παραλέω, από εφτά, πέντε μείναμε, γιατί η πρώτη η Μαρία πέθανε το ’32, δεκαέξ’ στα δεκαεφτά. Πολύ όμορφη ήταν η Μαρία, αρρώστησε, κανένας δεν ήξερε από τι, έγειρε μια μέρα του κεφαλάκι τ’ς και πέθανε, εγώ ήμουνα εκεί, σαν όνειρο το θυμάμαι.
Την άλλη, τη δεύτερη, την Καλλιρόη τη ζήτησε ο Χαρίλαος ο Γιλοντάης. Είχε μείνει χήρος με τέσσερα μικρά, ντιπ γκζάνια, τρία θηλυκά κι ένα σιρκό, κι ο πατέρας μας είπε ναι και την έδωκε. Μικρή ήταν τότε ακόμα η Καλλιρόη, είκοσι χρονών ήταν δεν ήταν, αλλά τι να ‘κανε κι αυτός, τουλάχιστον θα είχε ψωμάκ’ να τρώει πέρα τ’ς Γιλουντασέους. Είχανε αυτοί απ’ ούλα, ήτανε νοικοκυραίοι, εμείς δεν είχαμε τίποτα, ούτε μαντήλι για να κλάψουμε».
Δεν μου τα ‘χε πει μόνο μια φορά η μακαρίτισσα κι από τότε που ήτανε καλά αυτά έλεγε, αλλά όταν άρχισε η άνοια κάθε λίγο και λιγάκι η ίδια η κουβέντα για τα παλιά τα χρόνια κι όσο προχώραγε η αρρώστια τόσο και πιο παλιά πήγαινε η θύμηση:
«Πάηναμι μεροκάματο όπ’ ούβρισκαμι, όχι μόνο εμείς, ούλα τα κουρίτσια τ’ χουριού. Άμα ξεκίνησε να γίνεται ο δρόμος για τον Πλάτανο, διάνοιξη το λέγανε, πήγαμε όλα τα παιδιά να δλέψουμι για το μεροκάματο. Έκανε κουμάντο ένας υπεύθυνος εκεί που τον έλεγαν Θεοχάρ’, καλός άνθρωπος, όλο να λέει αστεία και να γελάει. Καλοκαίρ’ Ιούλιος, βάραγε ο ήλιος κατακέφαλα, έλιωνε τ’ πέτρα. Εμείς τλουπουμένες με κατ’ παλιοφούστανα και μαντήλια στα κεφάλια. Αυτουνού γυάλιζε το κεφάλι τ’ μες στον ήλιο. «Γιατί δε φοράς καπέλου Θεουχάρ’;», τον πείραζαμ’ εμείς, «δεν είν’ απαραίτητο ένδυμα», έλεγε αυτός κι έβαζε τα γέλια.
Κούραση να δεις, να ʼσαι μικρό κορίτσι και να δουλεύεις με τον κασμά μέσα στον ξερότοπο, να τρυπήσουμε το βράχο για να περάσει ο δρόμος στο Βαλτσόρεμα πέρα. Κύλαγαν οι πέτρες στον κατήφορο κι έρχονταν ίσια απάνε σ’, να σε τσακίσ’νε. Πάτησε μια κοφτέρα η Λενίτσα, της έκοψε τη φτέρνα και πήγε το αίμα ποτάμ’, το δέσαμε με κάτι παλιόπανα, τρόμαξε να σταματήσει.
Η καημένη η Λενίτσα ήμασταν φιλενάδες, τρώγαμε μαζί τα μεσημέρια. Κάτι λίγα που παίρναμε απ’ το σπίτι το πρωί στη πετσετούλα. Ψωμάκι, καμιά ντομάτα, κάνα αυγό, καμιά ελιά, τα βάναμε εκεί στη μέση, κάτω από κάνα δεντράκι, και τρώγαμε τάχα. Το ξεφλούδαγε τ’ αυγό τ’ς η Λενίτσα για να το φάει, μαύρο κατάμαυρο από μέσα. «Πώς το ʼκαμες έτσι μωρή τσιούπα;», της έλεγα. Γέλαγε η Λενίτσα: «Το βάνω στη φωτιά να βράσει αποβραδίς, με παίρνει ο ύπνος και μένει εκεί, σώνεται το νερό στο μπρίκι κι εκεί το βρίσκω το πρωί», έλεγε η καημένη. «Την έπαιρνε ο ύπνος, βασίλευαν τα μάτια απ’ την κούραση. Δούλεψες ποτέ σε δρόμο; τράβα δούλεψε κι έλα να τα πούμε».
«Εγώ μετά πήρα τον πατέρα σ’. Ήρθε και με ζήτησε, αλλά εγώ δεν είπα ακόμα το ναι. Παντρεύονταν η αδερφή του η Σοφιά, έπαιρνε τον Παπαδοώργο, είκοσι χρόνια μεγαλύτερος αυτός. Την αγάπαγε ο Παπαδοώργος, ήτανε ξανθιά η Σοφιά κι είχε γαλάζια μάτια. Πέρναγε ο Παπαδοώργος απ’ το δρόμο κοντά στο παραθύρι της Σοφιάς και τραγούδαγε: «Απ’ τη γειτονιά μου βγαίνω στην αγάπη μου πααίνω, απ’ τη γειτονιά μου βγαίνω στην κοτσ’κούλα μου πααίνω».
Στις αρρεβώνες της Σοφιάς μ’ είχαν καλέσει κι εμένα, κοντά ήταν τα σπίτια μας, είδα τον πατέρα σ’ μ’ ένα κριάρ’ στον ώμο, το πήγαινε για να το σφάξει. Εκεί που τον είδα να σηκώνει το κριάρ’ μ’ άρεσε γιατί ήτανε δυνατός, είχε κι αυτός γαλάζια μάτια σαν την αδερφή τ’». Από τότε που τον πήρα δεν ξαναπήγα στο μεροκάματο, είχαμε δικά μας.
«Αχ, πιδάκι μ’ να μη σας τα χρωστήσει ο θεός να τα ιδείτε αυτά τα πράματα».
Νεότερες ειδήσεις στον τοπικό τύπο: «Οι εργασίες για τη βελτίωση της επαρχιακής οδού Θέρμου-Πλατάνου θα αρχίσουν το συντομότερο δυνατό. Υπεγράφησαν τα εργολαβικά συμβόλαια και τα μεταφορικά μέσα, τα σκαπτικά και τα χωματουργικά μηχανήματα μεταφέρονται ήδη στον τόπο έναρξης των εργασιών».
Στον τοπικό τύπο αναφέρονται και κάποια ιστορικά στοιχεία για την πρώτη διάνοιξη της συγκεκριμένης επαρχιακής οδού, καμία αναφορά όμως δεν γίνεται στα κορίτσια.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Firsov Aleksey. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







