Είναι Αύγουστος, είναι καλοκαίρι, ταξιδεύει για την Νάξο, είναι κλισέ, σύμφωνοι είναι κλισέ, τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς τον Αύγουστο, αν σέβεται λίγο τον εαυτό του, εκτός από το να ταξιδεύει προς ένα ελληνικό νησί; Είναι Αύγουστος, είναι καλοκαίρι, ταξιδεύει προς την Νάξο, το πλοίο είναι ασφυκτικά γεμάτο, κάθεται στο κατάστρωμα, που είναι επίσης ασφυκτικά γεμάτο, ταξιδεύει προς ένα νησί που θα είναι ασφυκτικά γεμάτο, το καλοκαίρι είναι ασφυκτικό, αλλά δεν είναι γεμάτο, έχει πάψει εδώ και χρόνια να είναι γεμάτο, γεμάτο ήταν όταν έτρεχε στην παραλία του Άη Γιώργη, κατευθείαν μετά το σχολείο, γιατί τότε μπορούσες να τρέξεις στην παραλία του Άη Γιώργη κατευθείαν μετά το σχολείο, ναι είναι κλισέ, οι εξωραϊσμένες παιδικές εικόνες είναι κλισέ, τελευταία χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο τη λέξη κλισέ, ίσως γιατί ήταν η πρώτη λέξη που κατάλαβε ξεκάθαρα ακούγοντάς την από τον Γάλλο καθηγητή, που μισούσε τα κλισέ στην τέχνη και μιλούσε μια γλώσσα που ήταν γαλλική, αλλά που εκείνη δεν την καταλάβαινε καθόλου κι έπρεπε να προσέχει να μην ανοιγοκλείνει με τόση έκπληξη τα μάτια της γιατί θα την σνόμπαραν οι συμφοιτητές της, που επίσης δεν καταλάβαιναν, στην αρχή τουλάχιστον, αλλά και στη συνέχεια και στο τέλος, χωρίς να το παραδέχονται, αφού για να σταθείς με αξιοπρέπεια στο μεγαλοπρεπές κτήριο της αριστερής όχθης του Σηκουάνα, οφείλεις να συμπεριφέρεσαι ως connaisseur αν όχι της γλώσσας, της περιρρέουσας καλλιτεχνικής ατμόσφαιρας όμως, σίγουρα.
Φυσάει στο κατάστρωμα, φυσάει δυνατά, ευτυχώς που φυσάει, ο άνεμος παίρνει μακριά τις φωνές του πλήθους που συνωστίζεται στα καταστρώματα, στα ελληνικά πλοία, τα ελληνικά καλοκαίρια, που τώρα κι εκείνη βρίσκει κλισέ, ίσως γιατί τώρα καταλαβαίνει ότι ο χρόνος έχει περάσει, ότι δεν έχει καμία διάθεση να τρέξει ξυπόλητη στην παραλία του Άη Γιώργη, η εικόνα της φαίνεται αστεία, θα προτιμούσε να μπορεί να ζωγραφίσει ένα σπουδαίο έργο, ένα έργο αντάξιο των βροχερών ημερών της αριστερής όχθης, ένα έργο σαρωτικό, ένα έργο μπερδεμένο που δεν θα καταλαβαίνει κανείς και θα θαυμάζουν όλοι.
Βλέπει το νησί να πλησιάζει, έχει μάθει να εκφράζεται μέσω της τέχνης τώρα πια, είναι το νησί και όχι το πλοίο που πλησιάζει, είναι η τέχνη που επιβάλλει κανόνες για να σπάσει, χρειάζεται πάντα κάτι ολόκληρο για να μπορείς να το κομματιάσεις κι εκείνη έχει τώρα ένα ολόκληρο νησί μπροστά της, διακρίνει αμυδρά τον κόσμο στην προκυμαία, έχει ένα ολόκληρο νησί δικό της, ένα νησί που μπορεί αν θέλει να θρυμματίσει, αρχίζοντας από την παιδική παραλία-ανάμνηση, την παραλία με το όνομα του Αγίου που τα έβαλε με δράκους και νίκησε. Θα κατέβει σπρώχνοντας όσους προσπαθήσουν να την προσπεράσουν, αφού εδώ τουλάχιστον έχει ή νομίζει ότι έχει, ή θα ήθελε να έχει προτεραιότητα, αυτήν ακριβώς που της έλειπε στον σταθμό Σεν Ζερμέν, στις κυλιόμενες σκάλες, στο επιβλητικό κτήριο, στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα, στα ρεύματα της σύγχρονης τέχνης, στους φοιτητές με τα μοντέρνα ρούχα και το υπεροπτικό βλέμμα.
Θα περπατήσει κόντρα στο πλήθος, εδώ γνωρίζει κάθε σοκάκι, κάθε παράκαμψη, κάθε προορισμό, εδώ δεν έχει εκπλήξεις, εδώ έχει αναμνήσεις, βεβαιότητες, πατήματα, εδώ έχει φίλους, συμμαθητές, συγγενείς, εδώ δεν είναι άγνωστη μεταξύ αγνώστων, είναι γνώριμη μεταξύ γνωστών, εδώ μπορεί να παρουσιάσει μια άτεχνη έμπνευση της στιγμής, ένα μικρό θαλασσινό ξωκκλήσι, με βασικούς χρωματισμούς χωρίς να ντραπεί, χωρίς να εξακολουθεί να ντρέπεται.
Θα κολυμπήσει μαζί με το πλήθος, οι παραλίες του νησιού έχουν καταληφθεί από τους τουρίστες, είναι καλοκαίρι, είναι Αύγουστος, το νησί είναι ανερχόμενος προορισμός, αυτή είναι ανερχόμενη καλλιτέχνιδα, πού είναι το πρόβλημα, λοιπόν; Είναι καλοκαίρι, είναι Αύγουστος, είναι ανερχόμενη, είναι σε ένα ελληνικό νησί, μπορεί να ποστάρει θαλασσινές εικόνες στο Instagram, μπορεί να βγαίνει κάθε βράδυ, μπορεί να κολυμπάει κάθε μέρα, μπορεί να ξεκινήσει να ζωγραφίζει ξανά, χωρίς να σκέφτεται θέματα και τεχνικές, μπορεί να ζωγραφίσει τον Άη Γιώργη και σε αγιογραφία αν έτσι της αρέσει, μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον, μπορεί να ανακαλέσει το παρελθόν, μπορεί να ξοδέψει το παρόν, τότε γιατί δεν ξεκινάει;
Είναι καλοκαίρι, είναι Αύγουστος, είναι φοβισμένη, είναι μπερδεμένη, το νησί είναι γεμάτο ξένους, το νησί της δεν είναι το νησί της, είναι το νησί των καλοκαιρινών κατακτητών του, είναι ο ουδέτερος, αδιάφορος καμβάς των έργων που προορίζονται για εκμετάλλευση, εμπορικά ακίνητα υψηλών προδιαγραφών, μεσιτικά γραφεία, real estate για την ακρίβεια, για να καταλαβαίνουν κι οι ξένοι για τι ακριβώς μιλάμε, το νησί είναι μια τεράστια οικοδομή, χτίζεται από άκρη σε άκρη, το νησί οικοδομεί το τουριστικό του μέλλον με επιθετική ταχύτητα, κι αυτή μένει στην άκρη προσπαθώντας ν’ αδειάσει τις παραφουσκωμένες βαλίτσες με έργα μαθητείας από την πόλη του φωτός, σε έναν τόπο βίαια αλλαγμένο, που ίσως αποτυπώσει αύριο σε ένα έργο ώριμης σύνθεσης, ο Άη Γιώργης και ο δράκος της ανάπτυξης, με τον άγιο ντυμένο χτίστη να παλεύει με τους μεγαλοεργολάβους σε μια παραλία γεμάτη ξαπλώστρες. Ίσως, πάλι, να προτιμήσει μια σειρά με θαλασσινά θέματα. Μικροί πίνακες, μπλε χρώμα, τεχνική impasto. Θα αρέσει και στους τουρίστες.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφίες: ©Μελανία Δαμιανού. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








