στον Α.Κ.
Κάθε φορά που λέω να πάρω φαγητό απ’ τη «Φωλιά των γεύσεων» –γιατί και πάλι έχω μείνει αμαγείρευτος–, περνάει απ’ το μυαλό μου συνειρμικά, πόσο ατυχής είναι η ονομασία της μικρής οικογενειακής επιχείρησης στο κέντρο της πόλης. Γιατί, πιστεύω, δεν ταιριάζουν οι «γεύσεις» του δεύτερου μέρους της ονομασίας με τη «φωλιά» του πρώτου ή το ανάποδο. Στον νου μου έρχεται κάποια φωλιά των παιδικών μου χρόνων, λεπτεπίλεπτη, ολοστρόγγυλη, πουπουλένια, ζεστή, πλεγμένη με ασύλληπτη υπομονή και μαεστρία σε μια διχάλα δέντρου. Νιώθω στιγμιαία μια θλίψη έτσι εγκαταλειμμένη που τη φαντάζομαι χωρίς πουλιά, όμως η πανίσχυρη λογική με επαναφέρει λέγοντας πως μπορεί να είναι και για καλό αυτή η εγκατάλειψη, γιατί τα πουλάκια –λέει– θα έχουν φύγει, θα πεταρίζουν κάπου ευτυχισμένα, μακριά απ’ τη φροντίδα πιεστικών μεν, αλλά καλοπροαίρετων μαμάδων και μπαμπάδων.
Αυτήν εδώ όμως, δεν θα την έλεγες φωλιά! Ζεστή βέβαια –στο βάθος κοχλάζουν οι κατσαρόλες στη φωτιά, τα καπάκια χτυπούν ρυθμικά σαν να παίζουν κάποιο αστείο μουσικό κομμάτι. Διακρίνεις μικρές εκρήξεις ατμού ανακατεμένου με γαργαλιστικά και βουτυράτα αρώματα. Όμως ταυτόχρονα τη νιώθεις ψυχρή, με ντάνες από πιάτα στοιβαγμένα στον πάγκο, ανοξείδωτες βιτρίνες με προσόψεις από γυαλί, ψυγεία και λευκά πλακάκια στους τοίχους.
Και εκτός αυτού, είναι κι εκείνος ο μάγειρας που με σερβίρει: Ένας παχύς –πολύ παχύς– 30αρης, αμίλητος, δυσκίνητος στον στενό διάδρομο ανάμεσα στη βιτρίνα με τα φαγητά στα αριστερά, τον πάγκο μπροστά και τα τσικαλικά δεξιά του, που δεν αντιδρά στον στεντόρειο χαιρετισμό μου με ένα αντίστοιχο καλωσόρισμα, αλλά παίρνει με ένα ακατανόητο μουρμουρητό, χωρίς οπτική επαφή, την παραγγελία και αρχίζει να την ετοιμάζει.
Η δυτική μου τότε παιδεία και αγωγή εξανίστανται· φουσκώνει ο μικροαστισμός μου και ένας επίπλαστος θυμός –απόρροια του ενστερνισμένου απόλυτου «δίκιου του πελάτη»– φουντώνει για την αχαριστία ή την αμορφωσιά κάποιων. Τότε, ξαφνικά, έρχεται στον νου μου η φράση του φίλου μου, του Αιμίλιου –η μεγαλοψυχία του–, πως «όλοι οι μάγειρες είναι καλά παιδιά».
Γλυκαίνω τότε καθώς παίρνω την τσάντα με το φαγητό στα χέρια μου, κατεβαίνω, και σε δυο τόνους χαμηλότερους τον ρωτώ, τι χρωστάω. Μου αναφέρει το ποσόν με ένα αμυδρό, συνεσταλμένο χαμόγελο, λες και ντρέπεται που πρέπει να μου πάρει χρήματα για μια μερίδα φάβα.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Ellen Auerbach. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







