frear

Με θάλασσες πολλές και βράχια – του Σωτήρη Κακίση

Πολλά συζητήσαμε, πολλά σκεφτήκαμε, πολλά ζήσαμε μαζί. Εδώ και πολλά χρόνια. Ο Βάσος Πτωχόπουλλος υπήρξε αδελφικός μου φίλος. Η Κύπρος του και δική μου Κύπρος, ο Κύριλλος Σαρρής, η Αθηνά Αζίνα, ο Μήτσος ο Δημόπουλος κοινοί μας αγαπημένοι. Και στα βιβλία και στα γράμματα οι καρδιές μας βρέθηκαν, θα βρίσκονται για πάντα, πολύ κοντά.

Απ’ όλα τώρα που στο νου μου μέσα ξανάρχονται, πιο πολύ θυμάμαι αυτό: το 1992 που ήμουνα στη Λευκωσία ζήτησε ο Βάσος να τα πούμε στο «Αιγαίον», γιατί ήθελε να βγάλει ένα τεύχος της Ένωσής του για την Κύπρο με κείμενα Ελλαδιτών αποκλειστικά. Του είπα, —Πρέπει να προτάξεις το διήγημα του Νίκου Χουλιαρά για τον Λόρδο Βύρωνα.

Τότε ένας από ’δω ζωγράφος ακούστηκε δίπλα μας να λέει: —Ε, όχι και Χουλιαρά! Ο Κύριλλος με είδε έτοιμο να πάω κατά πάνω του, μου έπιασε το χέρι ηρεμώντας με. Ο Βάσος δεν μίλησε. Λίγο μετά όμως δάκρυσε διαβάζοντας το διήγημα.

Που τελειώνει έτσι: «Σ΄ αυτή τη λακουβίτσα εγώ την είδα την πατρίδα μου. Μεγάλη, μαύρη, γεμάτη ζάρες και μυστικά. Με θάλασσες πολλές και βράχια. Με σκοτεινά περάσματα και πετεινά από αίμα».

[Από το ανέκδοτο βιβλίο του Σωτήρη Κακίση Νουάρ Στιγμές.]

Νίκος Χουλιαράς

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΕΙΠΕ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ ΣΤΟΝ ΛΟΡΔΟ BYRON, ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΔΙΕΡΜΗΝΕΩΣ, ΣΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΟΥ ΟΡΙΣΕ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟΝ ΛΟΓΟ Ο ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ.

Καμιά πενηνταριά οργιές μακριά απ’ το σπίτι, εκεί, στο δρομάκι που βγάζει ίσια στη μεγάλη ντάπια, στο μέρος που ο δρόμος στενεύει κι αριστερά στο πλάι του κάνει μια καμπουρίτσα, εκεί είναι μια πέτρα. Πέτρα σκούρα σαν καπνός.

Εκεί ακριβώς, κάτω από την πέτρα, έχει χώμα. Κίτρινο θαμπό στα πλάγια που όσο πάει και μαυρίζει προς τη μέση. Από ‘κει αρχίζει μια λακουβίτσα με νερό. Στην άκρη στο νερό και δεξιά καθώς κοιτάμε προς τα κάτω, έχει τέσσερα χορταράκια κατεβατά. Το πρώτο είναι μαυροκίτρινο, το δεύτερο, κρατημένο από το πρώτο, είναι πράσινο χλωρό. Τ’ άλλα τα δυο, είναι κιτρινωπά, κι έχουν απάνω κάτι σποράκια καφετιά που κοκκινίζουν προς τις άκρες.

Εκεί που τελειώνουν τα χορτάρια, αρχίζουν απότομα κάτι γκρεμνά —μαύρα βραχάκια, γεμάτα σκισμές. Το νερό τής λακούβας είναι θολό και κρατάει τα βραχάκια μέσα του ανάποδα, βουνά μαυροπράσινα που μεγαλώνουν, και τις σκισμές, ποτάμια μαύρα που ραγίζουν το νερό κι ανοίγουν μέσα στη θολούρα σα να ’ναι χώρος θαλάσσιος μεγάλος, πιο μεγάλος κι απ’ τη δική σας την αυτοκρατορία.

Εκεί απάνω, περνάνε τώρα που σου μιλάω, μυγίτσες και ζωύφια. Ανηφορίζουν και κατεβαίνουν. Γυαλίζουν λίγο κι ύστερα χάνονται. Εκεί απάνω, σαλεύει ακόμα, ένα άσπρο φτερό σαν ερημιά.

Σ΄ αυτή τη λακουβίτσα εγώ την είδα την πατρίδα μου. Μεγάλη, μαύρη, γεμάτη ζάρες και μυστικά. Με θάλασσες πολλές και βράχια. Με σκοτεινά περάσματα και πετεινά από αίμα.

[Από το βιβλίο Το μπακακόκ, Κέδρος, Αθήνα 1981. Κι ακολουθεί από κάτω το «Αιφνίδιον πέρασμα πολεμικού αρχαγγέλου εντός ανυπάρκτου τοπίου και εν τούτοις πραγματικού» (Νίκος Χουλιαράς, Σαράντα σχέδια, Νεφέλη, Αθήνα 1985).]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη