Σημαδιακός κι αταίριαστος
Ο Βάσος Φτωχόπουλος στην Άγρια Δύση της Κύπρου
Let’s go.
Sam Peckinpah
Δυστυχώς δεν θυμάμαι πώς έμαθα, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ότι κυκλοφορούσε στη μικρή μας νήσο μια εφημερίδα που είχε για τίτλο (εννοώ: για όνομα) την ωραιότερη λέξη της ελληνίδας λαλιάς, που ο ποιητής Παλαμάς, καλωσορίζοντας κατά το έτος 1926 μιαν αντιπροσωπεία Ελλήνων Κυπρίων στην Αθήνα, την περιέγραψε (τη λέξη-όνομα) ως «σάλπισμα μαζί κι ερωτικό τραγούδι» – τουτέστιν: ΕΝΩΣΙΣ.
Τον καιρό εκείνο δημοσίευα άρθρα και ιστορίες σε άλλη εφημερίδα, τη Φωνή της Πάφου, και στον ελεύθερο χρόνο μου σχεδίαζα τη συγκρότηση συνωμοτικής οργάνωσης, που μόνο της στόχο θα είχε, ακριβώς, την προαναφερθείσα λέξη, το υπέρ παν όνομα, για μιαν εθνική ολοκλήρωση με όρους πατόκορφα ερωτικούς: την Ελλάδα αγαπώ, αλλά και σένα – τόοοσο πολύ, από τον βόρβορο μέχρι τ’ αστέρια.
Στο κάτω κάτω, ήμουν τότε δεκατεσσάρων ετών, και είχα στο τετράδιο κρυμμένη τη φωτογραφία ενός κοριτσιού, με αυτή τη λεζάντα, κλεμμένη από τον Ίωνα Δραγούμη: «Αγαπημένη, τούτη την ώρα είμαι γεμάτος αγάλματα, και χίλιες γαλανές υποσχέσεις».
(Δεν ξέρω για τ’ άλλα κουρέλια, αλλά η γαλανόλευκη τραγουδάει ακόμα, ως επί το πλείστον στην εντός των τειχών Λευκωσία, στην οδό Έκτορος, την οδό του πρίγκιπα εκείνου που είπε, ωραίος και μόνος, και πρώτος απ’ όλους, τη φρικτή φράση: Εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης.)
Όταν έμαθα, λοιπόν, ότι κάποιος τολμούσε στην αστεία χώρα Κύπρο να αρθρώνει το ακατανόμαστο όνομα της Ενώσεως, και μάλιστα να το διακινεί και να το διαλαλεί σε κοτζάμ πρωτοσέλιδο, μου φάνηκε πολύ φυσικό (και επείγον) να τον βρω, ασφαλώς για να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, την πένα και το ξίφος, ή τον πολύγραφο και το Μπρεν, και να εκπληρώσουμε την πιο γαλανή και αθετημένη υπόσχεση, τον περιώνυμο Όρκο της Φανερωμένης. Προφανώς αναφέρομαι στα κεκρυμμένα από καταβολής∙ στα αφανέρωτα.
Ωστόσο – αλίμονο: στην κυπριακή ερημιά, πιο έρημη (και ανεξήγητη) χώρα ήταν η Πάφος, γι’ αυτό άλλωστε μας δούλευαν ψιλό γαζί οι πρωτευουσιάνοι, ειδικά όταν μας πετύχαιναν στις σχολικές εκδρομές, παραφράζοντας το μέγα σύνθημα, ή στενεύοντάς το σε κλίμακα τοπική, κατά το σχήμα: ΠΑΦΟΣ – ΚΥΠΡΟΣ – ΕΝΩΣΙΣ. Ύστερα από χρόνια έγινε ο αυτοκινητόδρομος (το highway), και ησυχάσαμε, και πιο ύστερα ήρθαν οι Ρώσοι και οι Κινέζοι, και ο λαός Ισραήλ, και δεν νομίζω ότι θα ησυχάσουμε ποτέ πια. Anyway.
Στην ως άνω εθνική μοναξιά της Πάφου αποδίδω τώρα τη μάταιη αναζήτηση της εφημερίδας Ένωσις, την απουσία της από τα πλούσια κατά τ’ άλλα περίπτερα της πόλης, απ’ όπου αλιεύαμε την Αθλητική ηχώ και το Τρίποντο, και αμέτρητα κόμικς – κι όλα αυτά εξ Ελλάδος!
Ναι∙ αλλά την Ένωση ούτε ακουστά δεν την είχαν οι περιπτεράδες, και παραλίγο να πιστέψω ότι οι πληροφορίες μου ήταν εσφαλμένες, και ότι δεν υπήρχε καμιά τέτοια εφημερίδα, ώσπου ένας καλός άνθρωπος, ένας περιπτεράς που παράλληλα δίδασκε θρησκευτικά στο σχολείο, μου έγνεψε συνωμοτικά, και με οδήγησε σε έναν απόμερο, ου μην απόκρυφο πάγκο, με στοίβες από έντυπα, και μου είπε: «Την κρύβω εδώ, γιατί έχει άσεμνες εικόνες. Και για να είμαι ειλικρινής, νομίζω ότι δεν κάνει για την ηλικία σου».
Το επ’ εμοί, ένιωσα σαν να μου έλεγαν ότι δεν κάνει να διαβάζω για την ΕΟΚΑ, οπότε ετοιμάστηκα για καυγά (ενάντια στη λογοκρισία), αλλά ο άνθρωπος πρόλαβε να ξεθάψει ένα φύλλο της Ένωσης, και να μου το μοστράρει κατάμουτρα, φέρνοντάς με αντιμέτωπο, και σε τόσο τρυφερή ηλικία, με ένα εξόχως συναρπαστικό σαδομαζοχιστικό στιγμιότυπο, νομίζω αναφορικά με το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα ή με τους πυραύλους S-300 κ.τ.λ. Ε, κι επειδή ήμουν ρομαντικός, κοκκίνισα, και αρκέστηκα στην Αθλητική ηχώ.
Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή (που έμεινε προφανώς, και φευ, ανολοκλήρωτη – και τα άλλα ας τα βρει η ψυχανάλυση) με το σωτηριώδες και ουσιωδώς εμπρηστικό έργο που είχε αρχίσει να επιτελεί εν Λευκωσία Κύπρου ένας τετραπέρατος πρόσφυγας από τη Γιαλούσα, ο ακάματος Βάσος Φτωχόπουλος, ήδη από το έτος 1982, έξι χρόνια μετά που γύρισε από την Αγγλία, και ίδρυσε στην ανάπηρη πρωτεύουσα την ταβέρνα / κρησφύγετο με το πανελλήνιο όνομα Αιγαίον, αρχικά στην οδό Στασίνου, κατόπιν στην οδό Έκτορος.
(Για τον Έκτορα τα είπαμε, αλλά δεν ξέρω αν ξέρουν οι εξ Ελλάδος αδελφοί ότι ο Στασίνος ήταν επικός ποιητής της Κύπρου, που σύμφωνα με την παράδοση παντρεύτηκε την κόρη του Ομήρου, και πήρε για προίκα τα Κύπρια έπη, που αν τα ήξερε ο Κρίστοφερ Νόλαν, η Οδύσσειά του θα ήταν τριλογία, μπορεί και ολόκληρο σίριαλ. Το βέβαιο είναι ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ξέρουν οι νεοκύπριοι, που έτσι κι αλλιώς δεν έχουν καμιά σχέση με την Κύπρο, συνεπώς μην τους ενοχλείτε, μην τους ρωτάτε, μην τους αγχώνετε.)
Το Αιγαίον, η πιο όμορφη θάλασσα (που κάποιοι εξ ημών την αρμενίζουμε όποτε μας κάνει κέφι), με παραπέμπει αίφνης στο χαροποιό πένθος του ποιητή Κώστα Μόντη, συγκεκριμένα στην «Κάθοδο των Μυρίων», το αριστούργημα εκείνο που λέει: Μας σκότωσαν τους αρχηγούς / κι επιστρέφουμε ακέφαλοι / μ’ οδηγό (τι να κάναμε;) ένα γραφιά. / Όμως η αλήθεια είναι πως αυτοί οι γραφιάδες / ξέρουν να βρίσκουν τη θάλασσα.
(Η Λευκωσία, ξέρετε, είναι πιθανόν να ετυμολογείται κατά τη Λευκή Ουσία, ίσως εκείνην του εγκεφάλου, αδελφή της Φαιάς. Το Αιγαίον στην αρχαιότητα ήταν γνωστό ως Λευκή Θάλασσα. Do the math, και αφήστε να λένε για τη Λευκωσία, πως τάχα μου δήθεν δεν έχει θάλασσα. Εγώ λέω, περπατώντας αργά στην οδό Έκτορος, ότι η Λευκωσία είναι η θάλασσα, η μεγάλη και ευρύχωρος, και κραταιά. Τώρα, ποιος θα την εξαντλήσει, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.)
Οι γραφιάδες του Μόντη, που αντισταθμίζουν για τους σκοτωμένους αρχηγούς της πατρίδας μου (που αν δεν τους ξέρετε με τα μικρά τους ονόματα, αδίκως διαβάζετε αυτό το κείμενο), ήταν κατ’ αρχάς ο ίδιος ο Μόντης, και ο Παντελής Μηχανικός, και ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης (άντε κι ένας δυο άλλοι – και πάπαλα), ώσπου ήρθε και μια νέα γενιά, η πιο άγρια συμμορία (της πιο γλυκείας χώρας), στην κεφαλή της οποίας διακρίνω προπάντων δυο πρόσωπα (ολόφωτα), τον Βάσο Φτωχόπουλο και τον Σάββα Παύλου – κι ένα τρίτο (επίσης ολόφωτο), που θα φανερωθεί παρακάτω.
Προς το παρόν, επειδή δεν ξέρω ποιος πήρε πρώτος τον λόγο, θα τον δώσω εδώ και στους δυο (δηλαδή: θα λογοδοτήσω), και θα τους βάλω να πούνε, εν ενί στόματι και μία καρδία, το αθάνατο ρήμα του αρχηγού Πάικ: LET’S GO. Κι επειδή δεν ξέρω ούτε την ακριβή ημερομηνία της αντήχησης, θα πω ότι ήταν 1η Απριλίου, της ΕΟΚΑ η αρχή – το μόνο που ξέρω, είναι ότι δεν θα βγω ψεύτης. Κι αυτό μου αρκεί. Και μένει και μαγιά.
Το έτος 1982, όταν ίδρυσε ο Φτωχόπουλος την απέραντη θάλασσα στη στέγνια της Κύπρου, ο Παύλου κατέθεσε μιαν αγγελία θανάτου, το μανιφέστο με τον θαυμάσιο τίτλο: Το τέλος της μικρής μας λογοτεχνίας. Αν ζούσε σήμερα, φοβάμαι ότι θα το έγραφε πάλι, αλλά τρισχειρότερα. (Το ίδιο έτος γεννήθηκα εγώ, μια Τρίτη και Δεκατρείς.)
Τον άλλον χρόνο ο Φτωχόπουλος αύξησε τη θάλασσα (πήγα να πω: την άφρισε), ιδρύοντας υπό τη σκέπη του ονόματος Αιγαίον και έναν εκδοτικό οίκο, ουσιαστικά τον πρώτο και, μέχρι πρόσφατα, μοναδικό εκδοτικό οίκο στην Κύπρο, προφανώς για να μη μείνει τελείως στ’ αζήτητα η λογοτεχνία μας, το υπόλειμμα ή η περίσσειά της, ή, τέλος πάντων, η μικρά ζύμη που ζυμώνει το φύραμα, δηλαδή οι ελάχιστοι εκείνοι γραφιάδες που εξακολουθούσαν να θεωρούν (τι παράδοξο!) ότι δεν έχει καμία σημασία που δεν τους διαβάζετε, που δεν τους χειροκροτείτε και δεν τους κοιτάζετε, διότι για όλα αυτά αντισταθμίζει που γράφουν ελληνικά. Απίστευτα πράγματα.
Οι εκδόσεις Αιγαίον προσκόμισαν στη νέα ελληνική γραμματεία περισσότερους από 370 τίτλους, λογοτεχνία, κριτική, ιστορία, πολιτική, σάτιρα, έργα κλασικά, σπάνια και πολύτιμα κειμήλια, και ασφαλώς κείμενα νεότερων συγγραφέων, εξ ων και ο ίδιος ο Φτωχόπουλος, ο οποίος (συν τοι άλλοις) επιμελήθηκε και τη συντριπτική πλειονότητα των βιβλίων αυτών, γεγονός που μου επιτρέπει σήμερα να τον ανακηρύξω, χωρίς ίχνος υπερβολής, πρωτοκορυφαίο Έλληνα Κύπριο εκδότη.
Παρεμπιπτόντως: όποιος Ελλαδίτης αδελφός μού πει τώρα, έτσι πρόχειρα, εννέα τίτλους από τις εκδόσεις Αιγαίον, κερδίζει ένα ρομαντικό δείπνο (μαζί μου), φυσικά στην ταβέρνα Αιγαίον. Είδατε; Η αγάπη θέλει δυο τρεις συνηγμένους στο όνομά της (εννοώ: ΕΝΩΣΙΣ), αλλά εσείς ολοένα αγοράζετε αγρούς, και τους τεμαχίζετε κιόλας. Ας είναι.
Άλλον έναν χρόνο μετά, το οργουελικό έτος 1984, ο Βάσος Φτωχόπουλος ίδρυσε το περιοδικό Αυτοδιάθεση, που ίσως είναι το μικρό όνομα της Ενώσεως, εκτός αν είναι το χαϊδευτικό της (για να μην πω το αγωνιστικό της ψευδώνυμο και τρομάξετε), που ύστερα έγινε Ωρυμαγδός, και εντέλει Ένωσις, και εξελίχθηκε στην ομώνυμη, σατιρική εφημερίδα κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Με αυτό το απίθανο και γνησίως καρναβαλικό έντυπο, που συνδύαζε Αριστοφάνη και Ραμπελαί με Βέγγο και Μόντι Πάιθον (με τον οίστρο, συνήθως, του θείου μαρκησίου ντε Σαντ), ο Φτωχόπουλος έχω την εντύπωση ότι επιτέλεσε για τη νεότερη Κύπρο, για τη μεταπολεμική υποκρισία και αμετροέπεια ενός πνευματικά σακατεμένου και ηθικά ήδη εκμαυλισμένου κόσμου, τον διπλό ρόλο του μοναχικού ντεσπεράντο και του Τρελού της Αυλής, που εκ πρώτης όψεως σαν να συνιστά αντίφαση, αλλά στην ουσία πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου (τρύπιου) νομίσματος, όπως διδάσκει η ενσάρκωση του εν λόγω ρόλου, της υπέροχης αυτής και ελεεινής μορφής, από τον ωραίο Μάριο Τζιρότι ή Τέρενς Χιλ, όταν υποδύεται τον γελωτοποιό πιστολά Τρίνιτι – όπερ σημαίνει: Αγία Τριάδα.
(Για περισσότερες πληροφορίες, κι επειδή η διαφήμιση δεν έβλαψε ποτέ κανέναν, διαβάστε το μυθιστόρημα του γράφοντος με τίτλο Σαμψών. Μπορεί και να εκπλαγείτε.)
Ο Φτωχόπουλος, λοιπόν, μοναχικός και σπάνιος (ή τρελός κι αδέσποτος κ.τ.λ.) δεν ήταν ένας∙ ήταν πολλοί – φράση που κακώς συνδέεται με τον Λεγεώνα, τον δοσίλογο και απατεώνα Σατάν, εφόσον είναι ξεκάθαρο ότι ανήκει (η φράση) στον έναν Θεό, που είναι Πατήρ και Υιός και Άγιον Πνεύμα.
«Έλα, Κυριάκο», μου έγραψε ο φίλος συγγραφέας Γιώργος Τριλλίδης προχθές, 8 Σεπτεμβρίου 2026, απαντώντας σε δικό μου περίλυπο μήνυμα∙ «συλλυπητήρια σε όλους μας – πράγματι. Έκλεισε ο κύκλος της Αγίας Τριάδας της νιότης μας (Σάββας – Κύριλλος – Βάσος). Άντε να εξηγήσεις τώρα στους νεότερους (ή στους άσχετους) πόσο άλλαξαν αυτοί οι άνθρωποι το συλλογικό μας συνειδητό…».
Αυτοί οι άνθρωποι ήταν η άγρια συμμορία του Αιγαίου, που στάθηκαν όλοι μαζί (ολομόναχοι) σε μια φλούδα ελεύθερης γης, σε ένα αβυσσαλέο κενό, και επιχείρησαν να προσδιορίσουν εκ νέου (υπό μίαν έννοια και εξαρχής), και ουσιωδώς να ανακινήσουν και να αναζωογονήσουν το νόημα του θλιβερά απαξιωμένου σχήματος (τουτέστιν: σώματος) κυπριακός ελληνισμός – κάτι φευγαλέο και μακρινό, και αδιανόητο.
Και κατόρθωσαν, αυτοί οι ντεσπεράντος, απεγνωσμένοι μετά λόγου γνώσεως, να βρουν τη μαγιά στα συντρίμμια, και να αναπτύξουν, να αρθρώσουν, και να εκφράσουν ξανά, μια φορά και για πάντα, το κατεξοχήν πνευματικό περιεχόμενο του τόπου μου, του κόσμου της Κύπρου, που είναι, βεβαίως, το απαγορευμένο υπέρ παν όνομα: ΕΝΩΣΙΣ.
(Στην ομώνυμη εφημερίδα, κάτω απ’ τον τίτλο, γράφει κάτι ακόμα, το ακόλουθο: Τζι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάτζιν – το ξέρω, it’s all Greek to you. Δεν πειράζει.)
Ο Φτωχόπουλος και οι φίλοι του, ένα πέλαγος βαθύ και ανεξήγητο, μας θύμισαν (μας εξήγησαν) ότι τίποτε αληθινό δεν γέννησε στην τέχνη η νεότερη Κύπρος, απολύτως τίποτε, που να μην ήταν σύγκορμα ελληνικό, που να μην ήταν συνυφασμένο με τον πόθο και το όραμα, εντέλει με το πνεύμα της Ένωσης, από τον ραψωδό Βασίλη Μιχαηλίδη μέχρι τον Μόντη και τον Χαραλαμπίδη, και ασφαλώς μέχρι τους ίδιους τους συνωμότες του Αιγαίου, έναν εσμό αγγέλων, που νόστιμα ο Γιώργος Τριλλίδης τούς συνοψίζει, εδώ παραπάνω, όχι σε δύο, αλλά σε τρεις ανέσπερους σωματοφύλακες, κατά τη σειρά κοιμήσεως, Σάββα Παύλου (2016), Κύριλλο Σαρρή (2024), Βάσο Φτωχόπουλο (2026).
Κι αν σήμερα φαίνεται σαν να έχουν περάσει (να έχουν διαβεί) από πάνω τους οι ορδές των μηδιζόντων (που ο Φτωχόπουλος θα τις έλεγε μάλλον πορδές), κι αν φαίνεται να κυριαρχεί παντού η καλπάζουσα κατήφεια και η μαινόμενη μιζέρια του κυπριωτισμού, εγώ θα ήθελα να θυμίσω τον Γιώργο Φιλίππου Πιερίδη, που έγραψε κάποτε ότι ο τόπος δεν ανήκει στους όλβιους, ότι ο τόπος ανήκει σε σένα. Επειδή (προσθέτω) εσύ ανήκεις στον τόπο, που σε πληγώνει και σε ακολουθεί, και σε κυριεύει σαν Έρωτας. Λοιπόν.
Το έτος 2002, όσο υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία, έγραψα εφτά ιστορίες ερωτικού περιεχομένου (σημαίνει: πένθιμες), που λογάριαζα να τις τυπώσω πρόχειρα και να τις μοιράσω στην παρέα της Πάφου, ενόψει της απόλυσής μου από τον στρατό και της αναχώρησης για την Αθήνα. Τότε, όμως, η μεγάλη μου φίλη, και μεγάλη κυρία της παιδικής λογοτεχνίας, Μαρία Πυλιώτου, πρότεινε να δώσω τις ιστορίες σε έναν εκδότη της Λευκωσίας, που «είναι λίγο τρελός», και γι’ αυτό «θα σου αρέσει πολύ». Πράγματι.
Έτσι, έξι περίπου χρόνια μετά την αποτυχία να αγοράσω ένα φύλλο της Ένωσης, ολοκληρώθηκε η επαφή που είχε μείνει στη μέση (ας λέει ό,τι θέλει η ψυχανάλυση), και βρέθηκα στο γραφείο του εκδότη της εφημερίδας (που τότε δεν ήξερα ότι είναι ο εκδότης της), παρέα με τον φίλο Γιάννη Σακέλλη, που είχε σχεδιάσει το εξώφυλλο του βιβλίου.
Στην αυλή μάς υποδέχθηκε ο Σαββάκης, μετά βαΐων και κλάδων, και προπάντων με λάσπη, με το αποτύπωμα, κατάστηθα, μιας σκυλίσιας πατούσας, μη σας πω και ζωής. Εκείνος μας οδήγησε στον Βάσο Φτωχόπουλο, που μου φάνηκε, τόσο επιβλητικός στο γραφείο του, σαν προφήτης της Βίβλου. Όταν έμαθα ότι έβγαζε την Ένωση, κατάλαβα ότι την έκβαση των πραγμάτων τη ρύθμιζε κάποια μυστική συναστρία. Όλα πήγαν καλά.
Έναν χρόνο μετά, όταν βραβεύτηκαν εκείνα τα κείμενα, η μάνα μου δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από την Αθήνα, από έναν εξ αγχιστείας συγγενή μας, σύζυγο της πρώτης ξαδέρφης της, ο οποίος ρωτούσε για τον γράφοντα – αν έγραφε κ.τ.λ. Κι όταν απόρησε η μάνα μου, πώς ήξερε εκείνος ότι ο κανακάρης της έγραφε, ιδού η απάντηση: «Μα του έβγαλε βιβλίο ο φίλος μου ο Βάσος». Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο γιατρός και εικαστικός Κύριλλος Σαρρής, ένας θείος, που ιδέα δεν είχα μέχρι τότε για τη σχέση του με τον Βάσο Φτωχόπουλο. Η συναστρία πυκνώνει πολύ.
Κατόπιν, ωστόσο, η συναστρία σκόρπισε, καθότι έφτασε το επάρατο έτος 2004, με το δημοψήφισμα και τα συμπαρομαρτούντα του. Το επ’ εμοί, και εξ αφορμής, ανακάλυψα και τις θεμελιώδεις διαφωνίες με τον Φτωχόπουλο, που αισθάνομαι, πάντως, ότι εντέλει τις συμφωνήσαμε (όλες τις διαφωνίες) με αγάπη – με πολύ μεγάλην αγάπη.
Γι’ αυτό κρατώ απόψε μια γελαστή εικόνα, από την τελευταία φορά που τον είδα, το φθινόπωρο του 2024, στην οδό Έκτορος, στο βιβλιοπωλείο Έρμα, τον ενδοξότερο και πιο ευρύχωρο τόπο μιας πόλης που γίνεται ολοένα πιο άνοστη, ολοένα πιο ασφυκτική.
Στην άκρη εκείνης της νύχτας, όταν ο Φτωχόπουλος, ταλαιπωρημένος από την ασθένεια, είχε πια φύγει, στάθηκα στην είσοδο του βιβλιοπωλείου, και είδα την άλλη είσοδο, την άλλη όχθη του δρόμου, το κατώφλι της ταβέρνας Αιγαίον. Και ανακάλεσα ένα στιγμιότυπο από το 2003, που θέλω να το διηγηθώ για να κλείσω το παρόν κείμενο.
(Η ανάκληση, το ’νεκάλημαν, στα ελληνικά του νησιού μου είναι το πένθος.)
Στο Αιγαίον, λοιπόν, πήγα πρώτη (και τελευταία) φορά τον Δεκέμβριο του 2003, για να γιορτάσουμε το βραβείο για τα κείμενα, που ήταν κρατικό (αλλά της Κύπρου∙ όχι της Ελλάδας), οπότε δεν άντεξα, και είπα κρυφά στον Φτωχόπουλο ότι, ως μαθητής, είχα αρνηθεί να κρατήσω τη σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην παρέλαση της 1ης Απριλίου, και είχα ζητήσει (απαίτησα, δηλαδή) τη γαλανόλευκη. Και την πήρα, κυρίως επειδή δεν την ήθελε κανένας άλλος. Ο Βάσος γέλασε (ή γρύλισε), και μού έδειξε τη διεύθυνση του καταστήματος: «Εστιατόριο Αιγαίον, Λευκωσία, Νομός Κύπρου, Ελλάς».
Ας λένε, λοιπόν, οι εφημερίδες, που τόσα και τόσα λεν – είναι όλες εφήμερες, προπάντων οι λογοτεχνικές∙ μην τις ακούτε.
Ακούστε εμένα, που δεν λέω τίποτα, και μόνο σας δείχνω το πρωτοσέλιδο αυτό, τόσο εξωφρενικό, τόσο ανεπίκαιρο και άσεμνο, έτσι όπως ιστορεί λίγους φίλους, όσους εκπλήρωσαν στην Κύπρο την Ένωση, όσους την έπραξαν με τη χαρά και τη χάρη (και το εξάσφαιρο), και τη δίδαξαν ξανά και σε εμάς, ως το μέγα ερωτικό γεγονός της ζωής μας.
Εξ αυτών, ο Βάσος Φτωχόπουλος, πρώτος μεταξύ ίσων, κοιμήθηκε τις προάλλες, στις 7 Σεπτεμβρίου 2026, παραμονή της Θεοτόκου Γεννήσεως. Η συγκεκριμένη Κυρία, που οσονούπω θα ζήσει (πάλι και πάλι) τον γάμο του Θεού με τον Άνθρωπο, μου επιβάλλει τώρα να πω ότι η Ένωση είναι καθοδόν, επειδή η Ένωση έγινε – πάντα ήδη και όχι ακόμα. Ανάμεσα στα δύο αυτά η μικρή μας λογοτεχνία αρχίζει να μεγαλύνεται∙ ανάμεσα σε αυτά αρχίζει και η αγριότητα της Δύσης (της Κύπρου) να γυρνά σε αγιότητα.
Άντε τώρα να το εξηγήσεις (μου λέει πάλι ο Γιώργος Τριλλίδης) σε νεότερους και σε άσχετους, κι εγώ σκέφτομαι (πάλι) εκείνον τον απελπισμένο στίχο του Αντώνη Βαρδή, πού να εξηγώ τι κατά βάθος είμαι εγώ – και δεν βρίσκω άλλην απάντηση, παρά μόνο τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, που τον γράφω εδώ, παιγνιωδώς και πολύ σοβαρά, για τον αξιομακάριστο μεγάλο αδελφό μας Βάσο Φτωχόπουλο: Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός.
Αιωνία του η μνήμη – αιωνία σου η μνήμη.
(Υστερόγραφο: Όποιος θέλει κάτι λίγο παραπάνω να μάθει για τον Φτωχόπουλο ή Φτωχόπουλλο ή Πτωχόπουλο ή Πτωχόπουλλο, ας διαβάσει την αυτοβιογραφική τριλογία του από τις εκδόσεις Αιγαίον / Κουκκίδα: Περιπλανώμενος δυστυχισμένος, Like a Rolling Stone, Στη μάνα, μάνα μου θα πάω. Και πήγε, κι εμείς τώρα να δω τι θα κάνουμε.)
Πάφος, 10 Σεπτεμβρίου 2026
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








