Αφορμή του σημειώματος είναι ο περί «πρωτοπόρων» και «πρωτοπορίας» διαδικτυακός καυγάς που, μεσούντος του Αυγούστου, πέρασε κι εχάθη από τις οθόνες μας. Σε αυτόν πρωταγωνίστησαν μια καλή δημοσιογράφος κι ένας καλός συγγραφέας. Οι διχογνωμίες είναι πάντοτε καλοδεχούμενες υπό τον όρο ότι πλουτίζουν το βλέμμα μας. Η διένεξη στην οποία αναφέρομαι δεν ήταν τέτοια. Τάισε για μέρες το αδηφάγο τέρας του διαδικτύου, αδίκησε τους πρωταγωνιστές και μας άφησε όλους όπως ακριβώς μας βρήκε: δέσμιους ενός κρετινισμού που δεν ξεμακραίνει από την απνευμάτιστη οκνηρία «μ’ αρέσει» – «δεν μ’ αρέσει».
Υποθέτω ότι όλοι συμφωνούμε πως τα εκδιδόμενα βιβλία είναι πάρα πολλά, οι αναγνώστες τους πολλοί λίγοι, και τα αξιανάγνωστα εξ αυτών ακόμη λιγότερα. Δεν είναι ότι τα καλά βιβλία έχουν υποσκελιστεί από τις «παρέες», δηλαδή τις αντιπαροχές μεταξύ κατεργαραίων, και τις ιδιοτελείς παρουσιάσεις. Είναι ότι έχουν υποχωρήσει πλήρως τα ίδια τα αναγνωστικά κριτήρια και οι αξιολογήσεις έχουν αντικατασταθεί από τις εντυπώσεις. Το αποτέλεσμα; Η αμετροέπεια να περνιέται για ποίηση και τα παραληρήματα για πεζογραφία. Αρίφνητοι μισομαθείς παριστάνουν τους συγγραφείς εθίζοντας τους αναγνώστες στην ποταπότητα. Κι αν ρωτήσετε γραφιάδες κι αναγνώστες, θα εκπλαγείτε από την επηρμένη άγνοια που έχουν για τους μείζονες της λογοτεχνίας. Οι περισσότεροι εξ αυτών μάλιστα νομίζουν ότι η συγγραφή και η ανάγνωση είναι συνομήλικές τους!
Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται (και) στον χώρο της πεζογραφίας μια αύξουσα παρουσία ιδιωματισμών. Η παρουσία αυτή άλλοτε είναι πειστική κι άλλοτε παραπειστική. Ασχέτως όμως των επιδόσεών της η καταφυγή σε προγενέστερες της δικής μας εποχές (ακόμη κι από όσους δεν έχουν ανάλογα βιώματα) οπωσδήποτε κάτι δεικνύει – όχι σε όλους το ίδιο, αλλά σε όλους κάτι. Να εκτιμήθηκε, αίφνης, ότι οι ντοπιολαλιές είναι προαγωγοί μνήμης, φορείς δεσμών και δίαυλοι συναισθηματικής (απο)φόρτισης δεν φαίνεται πιθανό. Η μέριμνα αληθοφάνειας, σε εποχή καταθλιπτικής ομοιομορφίας, έχει περισσότερες πιθανότητες αλλά δεν αρκεί. Η υφολογική επιστροφή στην μεταπολεμική Ελλάδα είναι επιστροφή στην περίοδο που η χώρα εγκαταλείπει τη στραπατσαρισμένη παράδοσή της και γίνεται ουρά της νεωτερικότητας. Είναι επιστροφή, δηλαδή, στο γενέθλιο τραύμα. Και για ορισμένους είναι και ένα αίτημα επανοικειοποίησης του καταφρονεμένου από την ξιπασιά πρότερου βίου.
Οι περισσότεροι απ’ όσους συμπράττουν σε αυτή την επιστροφή γνωρίζω ότι δυσφορούν με την παραπάνω επισήμανση και την αποσείουν με διάφορες (ελάχιστα εύλογες) δικαιολογίες. Ο νόστος καταλήγει σε νοσταλγία και, ως γνωστόν, στον ιντελεκτουέλ επαρχιωτισμό η νοσταλγία είναι κουσούρι που βδελύσσονται πρωτίστως όσοι τη μετέρχονται. Κι ας είναι η νοσταλγία η αναγκαία συνθήκη της ίδιας της συγγραφής! Επιπλέον, η ερείδωση σε κάποιον προηγούμενο εαυτό δεν είναι γεροντικό καπρίτσιο. Και, κυρίως, δεν είναι κάτι που αφορά το παρελθόν. Είναι κάτι που εκκινεί από το παρόν και εκβάλλει στο μέλλον.
Οι λέξεις έπονται, αλλά ποτέ δεν βρίσκονται εν κενώ. Εκφράζουν και διαμορφώνουν συγκεκριμένες περι-στάσεις. Το «ώρα καλή», λόγου χάριν, είναι ευχή, το «άντε γειά» ξεπέτα. Μπορεί κάποιος που αποστρέφεται τις συνθήκες να διακονεί την εκφραστική τους χωρίς να σκιστεί στα δυο; Βεβαίως και μπορεί. Η χρήση (ή και η κατάχρηση) προφορικότητας δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην και κατάφαση στις περιστάσεις που φανερώνει. Μπορεί να είναι απλώς ντεκορασιόν. Όσοι θέλουν τα φαίνονται «και του λιμανιού και του σαλονιού» ξεμπερδεύουν υποβιβάζοντας δια της γραφής τους την προγονική λαλιά σε γραφικότητα. Βεβαίως, στην πραγματικότητα δεν γίνεται κάποιος γιδοβοσκός επειδή φοράει τσαρούχια, μπορεί όμως μια χαρά να γίνει μασκαράς παριστάνοντας ότι περπατάει άνετα φορώντας τα. Θέλω να πω ότι όταν η ηθογράφιση μετατρέπεται σε σκηνικό, η τοπικότητα (και η ευθυβολία του εκφραστικού της πλούτου) έχει πάει περίπατο και από θυμητικό καταγωγής έχει γίνει σουβενίρ προς πώληση. Κι εμείς κομπραδόροι του τ(ρ)όπου μας.
Νομίζω ότι δεν αυθαιρετώ καθόλου. Υπάρχουν τα κακά προηγούμενα: όταν η εθνική ταυτότητα θεωρήθηκε ντεμοντέ, τότε ήταν που το έθνικ (από τα λαχούρια μέχρι τις διπλοπενιές) έγινε της μοδός. Αφού, δηλαδή, παροπλίστηκε η παράδοση, τα ρετάλια της γίναν φολκλορισμός και τα γονικά μας εξωτική διαπραγμάτευση. Αυτό καταγράφει και η λογοτεχνία μας με τα αλε-ρετούρ πισωγυρίσματά της. Όσο για τις παρήγορες εξαιρέσεις, αυτές υπομιμνήσκουν απλώς πώς άλλος είναι ο κανόνας. Κι οι υπομνήσεις, διασώζοντας το μέτρο, μόνο κάτι λίγο δεν είναι.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Robert Remsen Vickrey. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







