Με αφορμή την πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά του Φρανσουά Οζόν
Ογδόντα και πλέον χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, ο Ξένος του Αλμπέρ Καμύ παραμένει ένα βιβλίο που διαβάζεται σαν να μην έχει εξαντληθεί ποτέ: όχι μόνο επειδή το πρόσωπο του Μερσώ εξακολουθεί να μας κρατά αμήχανους, αλλά και επειδή ο ίδιος ο κόσμος του έργου –ο κόσμος της εκτυφλωτικής μεσογειακής λάμψης, της αποικιακής Αλγερίας, της ηθικής αμηχανίας και της σιωπής του σύμπαντος– παραμένει ανατριχιαστικά σύγχρονος.
Η πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά του Ξένου από τον Φρανσουά Οζόν επανέφερε εύλογα το ενδιαφέρον γύρω από το έργο, όχι μόνο ως φιλοσοφικό ή λογοτεχνικό αριστούργημα, αλλά και ως αισθητική εμπειρία. Οι περισσότερες κριτικές στάθηκαν στη φωτογραφία της ταινίας, στο ασπρόμαυρο κάδρο, στην αίσθηση μιας «θερμής μονοχρωμίας» που αποδίδει το αλγερινό φως ως ταυτόχρονα σαγηνευτικό και απειλητικό· ένα φως που δεν φωτίζει, αλλά τυφλώνει, που δεν εξανθρωπίζει τον κόσμο, αλλά τον κάνει πιο γυμνό, πιο ξένο, πιο αδιάφορο. Κριτικοί μίλησαν για «luminous black-and-white cinematography», για «hot monochrome» και για έναν ήλιο που εξακολουθεί να βαραίνει το έργο σαν δεύτερος πρωταγωνιστής.
Ίσως πράγματι αυτό να είναι το κλειδί για μια νέα ανάγνωση του Ξένου: όχι μόνο ο Μερσώ, όχι μόνο το έγκλημα, όχι μόνο το δικαστήριο, αλλά το φως. Ο ήλιος στον Καμύ δεν είναι απλό φυσικό δεδομένο, ούτε μεσογειακό ντεκόρ. Δεν είναι το ευλογημένο φως της αποκάλυψης, ούτε το ποιητικό φως της μνήμης. Είναι μια δύναμη σχεδόν υλική, καταναγκαστική, μια επιβολή πάνω στο σώμα και στην αντίληψη, ένας παράγοντας που αποσυντονίζει τη σκέψη και απογυμνώνει τον άνθρωπο από τις αφηγήσεις με τις οποίες συνηθίζει να οργανώνει την ύπαρξή του. Στον Ξένο ο ήλιος δεν λειτουργεί μεταφορικά εκ των υστέρων· λειτουργεί πρώτα σωματικά. Καίει, ιδρώνει, κουράζει, πιέζει τα βλέφαρα, χτυπά το μέτωπο, αλλοιώνει την αίσθηση του χρόνου και του εαυτού. Ο κόσμος του Μερσώ δεν είναι καταρχάς ένας κόσμος ιδεών· είναι ένας κόσμος θερμοκρασιών, επιφανειών, ιδρώτα, αλμύρας, λευκού φωτός.
Αυτό φαίνεται ήδη από τις πρώτες σελίδες, στην κηδεία της μητέρας του. Εκεί όπου μια πιο συμβατική αφήγηση θα περίμενε κανείς να οργανωθεί γύρω από τη μνήμη, το πένθος ή την ενοχή, ο Μερσώ επιμένει να καταγράφει τη ζέστη, το κουραστικό φως, τη δυσφορία του σώματος, την κόπωση της πομπής, τη φυσική εξάντληση. Δεν είναι ότι δεν συμβαίνει τίποτε στο εσωτερικό του· είναι ότι το εσωτερικό του δεν εκφράζεται με τη γλώσσα που η κοινωνία θεωρεί αποδεκτή. Ο Μερσώ δεν αρθρώνει το πένθος του με όρους συναισθηματικής εξομολόγησης, αλλά με όρους αισθητηριακής επιβάρυνσης. Το σώμα του προηγείται του ψυχισμού του. Και ακριβώς γι’ αυτό η κοινωνία, ήδη από την αρχή, τον θεωρεί ύποπτο: όχι επειδή δεν αισθάνεται, αλλά επειδή δεν αισθάνεται «σωστά», δεν αποδίδει στο συναίσθημα το δημόσιο σχήμα που θα το καθιστούσε αναγνωρίσιμο.

Η περίφημη σκηνή της παραλίας, βέβαια, είναι εκεί όπου ο ήλιος αποκτά την πιο εμβληματική του λειτουργία. Στον Ξένο το έγκλημα δεν αποσπάται ποτέ από την επιρροή του φωτός. Ο Μερσώ δεν βαδίζει προς τον φόνο σαν κλασικός τραγικός ήρωας, ούτε σαν ψυχολογικά επεξεργασμένος δολοφόνος που έχει συγκροτήσει ένα εσωτερικό κίνητρο. Προχωρά μέσα σε μια κατάσταση αισθητηριακής υπερφόρτωσης: το εκτυφλωτικό φως, η ζέστη, ο ιδρώτας, η αντανάκλαση της λεπίδας, η θάλασσα, η λευκή άμμος, η αίσθηση ότι ο ήλιος πέφτει κάθετα πάνω στο πρόσωπο και θολώνει τη διαύγεια της σκέψης. Το περίφημο «ήταν εξαιτίας του ήλιου» δεν πρέπει να διαβαστεί ως εύκολη δικαιολογία, αλλά ούτε και ως αφελής κυριολεξία. Είναι η στιγμή όπου ο Καμύ επιτρέπει στη φύση να εισβάλει βίαια μέσα στην ανθρώπινη πράξη και να αποσταθεροποιήσει το ηθικό της νόημα. Ο ήλιος δεν «εξηγεί» τον φόνο· τον περιβάλλει με μια ζώνη ακατανόητου. Κάνει την πράξη λιγότερο διαφανή.
Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί ο Ξένος δεν είναι ένα μυθιστόρημα που επιδιώκει να δικαιολογήσει τον Μερσώ. Είναι, μάλλον, ένα μυθιστόρημα που αποσυνδέει τις πράξεις από την ψευδαίσθηση ότι πίσω τους κρύβεται πάντοτε μια καθαρή ψυχολογική ή ηθική πρόθεση. Ο κόσμος του Καμύ δεν είναι ένας κόσμος νοηματικά διαφανής. Η ανθρώπινη ανάγκη να αποδώσει αιτία, σκοπό, πρόθεση, να πει «συνέβη αυτό επειδή…», προσκρούει εδώ σε κάτι αδιαπέραστο. Το εκτυφλωτικό φως γίνεται ακριβώς το αισθητικό ισοδύναμο αυτής της εμπειρίας: αντί να αποκαλύπτει, καταστρέφει τη δυνατότητα της καθαρής όρασης. Αντί να φωτίζει το νόημα, το εξαφανίζει μέσα σε μια λευκή-τραγική υπερέκθεση.
Εδώ ακριβώς ο ήλιος συνδέεται με την έννοια του παραλόγου όχι ως αφηρημένης φιλοσοφικής έννοιας, αλλά ως αισθητής εμπειρίας. Ο Καμύ όρισε το παράλογο ως τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη επιθυμία για τάξη, ενότητα, νόημα και στη σιωπή του κόσμου. Στον Ξένο αυτή η σιωπή δεν παίρνει τη μορφή του σκοταδιού, όπως θα περίμενε ίσως κανείς. Παίρνει τη μορφή του υπερβολικού φωτός. Δεν είναι το σκοτάδι που μας κρύβει την αλήθεια· είναι η υπερβολική λάμψη που την καθιστά αδύνατη. Το φως του Ξένου δεν είναι αποκαλυπτικό, είναι αντι-ερμηνευτικό. Μας φέρνει μπροστά σε έναν κόσμο υπερβολικά παρόντα, υπερβολικά υλικό, υπερβολικά γυμνό, για να μπορέσει να μεταφραστεί αβίαστα σε ηθικό νόημα.
Αυτή η ιδιότητα του φωτός εξηγεί και κάτι ακόμη: γιατί ο Μερσώ μάς φαίνεται τόσο ξένος όχι μόνο ως χαρακτήρας, αλλά και ως τρόπος ύπαρξης. Ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον κόσμο πρωτίστως μέσα από αισθήσεις και όχι μέσα από αφηγήσεις. Δεν ενδιαφέρεται να ερμηνεύσει τον εαυτό του, να τον καταστήσει ηθικά ευανάγνωστο, να υποδυθεί μια ψυχολογική συνοχή που θα καθησύχαζε τους άλλους. Η περίφημη αδιαφορία του –ή, ακριβέστερα, η αδυναμία του να προσποιηθεί τα κοινωνικά αναμενόμενα συναισθήματα– δεν είναι μόνο ηθικό ή ψυχολογικό γνώρισμα. Είναι και μια ιδιότυπη πρόσδεση στον άμεσο, υλικό κόσμο. Ο Μερσώ δεν απαντά στο ερώτημα «τι νιώθεις;» με τον τρόπο που θα ήθελαν οι άλλοι, επειδή μοιάζει να κατοικεί σε ένα πεδίο προγενέστερο από τη συμβολική ερμηνεία: στο πεδίο της θερμότητας, του ύπνου, της κούρασης, της θάλασσας, της αφής, της επιφάνειας των πραγμάτων.
Γι’ αυτό και η δίκη του, στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, έχει μια σχεδόν θεατρική ειρωνεία. Επισήμως δικάζεται για τον φόνο ενός Άραβα στην αποικιακή Αλγερία· ουσιαστικά όμως, δικάζεται επειδή δεν έκλαψε στην κηδεία της μητέρας του, επειδή κάπνισε, επειδή ήπιε καφέ, επειδή πήγε σινεμά, επειδή δεν μίλησε τη γλώσσα της συγκίνησης όπως επιβάλλει το κοινωνικό στερεότυπο. Το δικαστήριο δεν αναζητά την αλήθεια της πράξης, αλλά την ηθική αναγνωρισιμότητα του προσώπου. Θέλει από τον Μερσώ να ομολογήσει ότι μετάνιωσε, να αποδώσει μια αιτία, να ενταχθεί σε ένα σχήμα μεταμέλειας ή έστω ψυχολογικής συνέπειας. Εκείνος αποτυγχάνει –ή αρνείται– να το κάνει. Και γι’ αυτό γίνεται ακόμη πιο ένοχος.
Αν διαβάσουμε τη δίκη υπό το πρίσμα του φωτός, μπορούμε να πούμε πως ο ήρωας καταδικάζεται επειδή δεν μπορεί να μετατρέψει την εκτυφλωτική αμεσότητα της εμπειρίας σε κοινωνικά αποδεκτό λόγο. Εκεί όπου ο κόσμος του δικαστηρίου απαιτεί καθαρότητα, πρόθεση, ερμηνεία, ο Μερσώ αντιτάσσει θραύσματα αισθήσεων και γεγονότων. Εκεί όπου το δικαστήριο απαιτεί «βάθος», εκείνος προσφέρει επιφάνεια – αλλά αυτή η επιφάνεια είναι ακριβώς η μόνη ειλικρινής μορφή σχέσης που έχει με τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσοι αναγνώστες αισθάνονται απέναντί του ταυτόχρονα απόρριψη και μια σαγηνευτική έλξη. Ο Μερσώ δεν είναι «καθαρός» ήρωας, ούτε ηθικό παράδειγμα· είναι το σημείο όπου η ασυμβατότητα ανάμεσα στο βίωμα και στις κοινωνικές αφηγήσεις γίνεται αβάσταχτα ορατή.
Η ταινία του Φρανσουά Οζόν έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή προσπαθεί να μεταφέρει αυτή τη λειτουργία του φωτός από τη γλώσσα της πρόζας στη γλώσσα της εικόνας. Ο κινηματογράφος, σε αντίθεση με το μυθιστόρημα, δεν μπορεί να στηριχθεί στην εσωτερική φωνή του Μερσώ με τον ίδιο τρόπο. Οφείλει να βρει οπτικά ισοδύναμα για την αμηχανία, τη συναισθηματική αποξένωση, την υπαρξιακή γυμνότητα του έργου. Και φαίνεται πως ο Οζόν επιλέγει να επενδύσει ακριβώς εκεί: στο βλέμμα, στην υφή του κάδρου, στο λευκό της παραλίας, στις αντανακλάσεις, στο σκληρό μεσογειακό φως που πέφτει πάνω στα πρόσωπα και στα κτίρια, μετατρέποντας την Αλγερία σε τόπο ταυτόχρονα πραγματικό και σχεδόν μεταφυσικό. Κριτικές της ταινίας μίλησαν για «daylight-noir», για ασπρόμαυρη φωτογραφία που κάνει το τοπίο σκληρότερο και τη θάλασσα πιο δελεαστική, ενώ άλλες σημείωσαν πως ο ήλιος και η ζέστη λειτουργούν σχεδόν ως «συμπρωταγωνιστές» της αφήγησης.
Το ενδιαφέρον ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στην αισθητική πιστότητα της ταινίας προς το μυθιστόρημα, αλλά και σε μια ελαφρά μετατόπιση της ανάγνωσης. Η σύγχρονη πρόσληψη του Ξένου δύσκολα μπορεί να αγνοήσει το αποικιακό του πλαίσιο. Ο «Άραβας» του μυθιστορήματος –ο άνθρωπος που δολοφονείται χωρίς ποτέ να αποκτήσει πραγματικό όνομα μέσα στην αφήγηση– έχει γίνει εύλογα, ένα κεντρικό σημείο κριτικής και αναστοχασμού. Πολλές αναγνώσεις και κριτικές της ταινίας επισημαίνουν ότι ο Οζόν επιχειρεί να εντάξει πιο έντονα την ιστορία μέσα στην πραγματικότητα της γαλλικής αποικιοκρατίας στην Αλγερία, κάνοντας πιο ορατό το πλαίσιο των ανισοτήτων, των αποκλεισμών και της βίας που στο μυθιστόρημα λειτουργεί συχνά ως βουβό υπόστρωμα.

Αυτό δεν ακυρώνει τη φιλοσοφική διάσταση του έργου· την καθιστά αντιθέτως πιο δύσκολη και ίσως πιο γόνιμη. Γιατί μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε: τι σημαίνει να μιλά κανείς για το παράλογο, για την αδιαφορία του κόσμου και για την ενοχή, μέσα σε έναν ιστορικό χώρο που είναι ήδη οργανωμένος από πολιτικές ιεραρχίες, φυλετικές ανισότητες και αποικιακή εξουσία; Πόσο «ουδέτερος» μπορεί να είναι ο ήλιος που καίει όλους, όταν δεν καίει πάνω σε σώματα ισότιμα; Το φως του Ξένου ίσως είναι οικουμενικό ως εμπειρία έκθεσης στη γυμνή ύλη του κόσμου· αλλά το τοπίο πάνω στο οποίο πέφτει δεν είναι ουδέτερο. Η αποικιακή Αλγερία δεν είναι απλώς σκηνικό του παραλόγου. Είναι και ο ιστορικός χώρος όπου η ζωή του ενός μετρά διαφορετικά από τη ζωή του άλλου.
Κι όμως, ακριβώς επειδή το έργο αντέχει αυτές τις εντάσεις, εξακολουθεί να μας αφορά. Ο Ξένος δεν επιβιώνει ως λογοτεχνικό μνημείο επειδή μας προσφέρει έναν «σωστό» ήρωα ή ένα αδιαμφισβήτητο φιλοσοφικό μήνυμα. Επιβιώνει επειδή έχει καταγράψει με μοναδική ακρίβεια και διαύγεια τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος χάνει την προστατευτική σκιά των εξηγήσεων και μένει εκτεθειμένος στο φως ενός κόσμου που δεν του χρωστά νόημα. Ο ήλιος του Καμύ δεν είναι σύμβολο αισιοδοξίας· είναι η ίδια η συνθήκη της έκθεσης. Είναι η αμείλικτη επιφάνεια του πραγματικού, εκεί όπου ο άνθρωπος δεν μπορεί πια να κρυφτεί πίσω από τις λέξεις, τις συμβάσεις, τις μεταφυσικές υποσχέσεις ή τις ηθικές σκηνοθεσίες.
Από αυτή την άποψη, η φράση «παράλογο φως» δεν είναι απλώς ένας ποιητικός τίτλος για μια επανεπίσκεψη στον Ξένο. Είναι ίσως το ίδιο το αισθητικό και φιλοσοφικό κέντρο του βιβλίου. Ο Καμύ δεν τοποθετεί τον άνθρωπο μέσα σε μια νύχτα αγωνίας, αλλά κάτω από ένα μεσημεριανό φως τόσο αδυσώπητο, ώστε να μην επιτρέπει ούτε ψευδαισθήσεις ούτε καταφύγια. Ο Μερσώ, μέσα σε αυτό το φως, δεν γίνεται αθώος· γίνεται όμως απρόσβατος και ακατανόητος. Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη πρόκληση που εξακολουθεί να μας απευθύνει το έργο: όχι να «καταλάβουμε» επιτέλους τον ήρωά του, αλλά να αντέξουμε την πιθανότητα ότι ο κόσμος –και μαζί του ο άνθρωπος– δεν είναι φτιαγμένος για να γίνεται πάντα κατανοητός.
Σήμερα, με αφορμή την ταινία του Οζόν, επιστρέφουμε στον Ξένο όχι μόνο για να ξαναδούμε τον Μερσώ, αλλά για να ξαναδούμε το ίδιο το φως του έργου: αυτό το λευκό, καυτό, αδυσώπητο φως που πέφτει πάνω στην κηδεία, στην παραλία, στο δικαστήριο, στο κελί, πάνω στο πρόσωπο του ήρωα και πάνω στη δική μας αναγνωστική επιθυμία να βρούμε νόημα εκεί όπου ίσως υπάρχει μόνο έκθεση, σώμα και σιωπή. Αν ο Ξένος παραμένει ένα σημαντικό βιβλίο, είναι επειδή μας αναγκάζει να σταθούμε μέσα σε αυτό το φως χωρίς τη βεβαιότητα ότι θα βγούμε από εκεί πιο σοφοί. Ίσως μόνο πιο άγρυπνοι, πιο διερευνητικοί απέναντι σε ό,τι μας τυφλώνει.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








