Το επίθετο «δυστοπικός» φαίνεται να χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από τον Τζον Στιούαρτ Μιλ σε μια αγόρευσή του στη Βουλή των Κοινοτήτων το 1868. Επικαλείται αυτόν τον νεολογισμό για να επικρίνει τα σχέδια της κυβέρνησης σχετικά με μία εκκλησιαστική μεταρρύθμιση στην Ιρλανδία και προσθέτει επεξηγηματικά: «Είθισται να αποκαλείται ουτοπικό αυτό που είναι πάρα πολύ καλό για να μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη, αλλά η πρόταση που φαίνεται να προωθούν [τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου] είναι τόσο κακή, ώστε να είναι και αυτή ανεφάρμοστη». [1] Ωστόσο, όπως παρατηρεί η Βιέρα, η ιδέα της περιγραφής μιας υποθετικής μελλοντικής εξέλιξης των πραγμάτων που θα ήταν απόλυτα απορριπτέα και αποκρουστική ήταν γνωστή πολύ πριν επινοηθεί κάποιος όρος για να την χαρακτηρίσει. [2] Εκείνο που φαίνεται να αλλάζει από τα τέλη 19ου αιώνα και εφεξής είναι η εμφάνιση όλο και περισσότερων λογοτεχνικών έργων που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν δυστοπικά, καθώς, ανάλογα με την ιδεολογική σκευή των συγγραφέων, περιγράφονται με ιδιαίτερα μελανά χρώματα φανταστικές κοινωνίες ή καταστάσεις στις οποίες έχει επικρατήσει η σοσιαλιστική επανάσταση, ο άκρατος καπιταλισμός, ακραίες αντιλήψεις περί ευγονικής ή μη ελέγξιμες μορφές τεχνολογίας. Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι η εγκαθίδρυση ολοκληρωτικών καθεστώτων στην Σοβιετική Ένωση, την Γερμανία, την Ιταλία και σε άλλες χώρες κατά την περίοδο του μεσοπολέμου ενέπνευσε τη συγγραφή μιας νέας σειράς δυστοπιών που σφράγισαν τη λογοτεχνία του 20ού αιώνα, μεταφέροντας αυτό το είδος στο επίκεντρο τόσο του αναγνωστικού ενδιαφέροντος όσο και της κριτικής. [3] Ειδικότερα, έργα που δημοσιεύτηκαν από τη δεκαετία του 1920 μέχρι τη δεκαετία του 1950, όπως αυτά του Ζαμιάτιν, του Χάξλεϋ, του Σίνκλαιρ Λιούις, του Όργουελ, του Σκίνερ, του Μπράντμπερι και άλλων συνεχίζουν να συναρπάζουν και να προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις και προβληματισμούς.
Εκείνο, ωστόσο, που διαπιστώνει κανείς, εστιάζοντας στις αγγλόφωνες συζητήσεις σχετικά με τα δυστοπικά έργα της περιόδου που προαναφέραμε, είναι η σχεδόν παντελής απουσία αναφορών στο μυθιστόρημα της σημαίνουσας Σουηδής ποιήτριας, δοκιμιογράφου και πεζογράφου Κάριν Μπόγιε (1900-1941) Καλοκαΐνη: Ένα μυθιστόρημα από τον 21ο αιώνα (Kallocain) που δημοσιεύτηκε το 1940.[4] Πρόκειται για μια παράλειψη που πρέπει να αρθεί. Η ανάγκη προσθήκης της Καλοκαΐνης στη χoρεία αυτών των έργων, για να αποφύγουμε συζητήσιμους όρους όπως «κανόνας», είναι απαραίτητη για λόγους που θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε.
Η Μπόγιε, η οποία είναι γνωστή στη χώρα μας για το ποιητικό έργο της [5], έζησε μια γεμάτη, δημιουργική αλλά ταραγμένη ζωή. Τη βασάνιζε η προσπάθεια να συμβιβάσει τη χριστιανική ανατροφή που έλαβε με την ομοφυλοφιλία της, και η αυτοκτονία της το 1941 δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με τα προσωπικά προβλήματά της, αλλά και τη ζοφερή ατμόσφαιρα που δημιούργησε ο πόλεμος, ακόμα και για ανθρώπους που ζούσαν στην ουδέτερη Σουηδία. Οι βιογραφικές πληροφορίες που μας ενδιαφέρουν για τους σκοπούς του παρόντος κειμένου είναι ότι το 1928 είχε επισκεφτεί τη Σοβιετική Ένωση, μια χώρα η οποία –σε αντίθεση με πολλούς άλλους Ευρωπαίους διανοούμενους– υπήρξε για την ίδια πηγή μεγάλης απογοήτευσης, και ότι την περίοδο 1932-1933 έζησε στο Βερολίνο κάνοντας ψυχανάλυση. Αυτό σημαίνει ότι είχε άμεση εικόνα του σταλινισμού και του ανερχόμενου τότε ναζισμού. Ακόμα, γνωρίζουμε ότι είχε διαβάσει τα έργα των Ζαμιάτιν και Χάξλεϋ, και αυτό το δεδομένο μάς βοηθάει να διακρίνουμε συγκριμένες επιρροές στο μυθιστόρημά της. Τέλος, επισημαίνουμε ότι σε μια επιστολή στον εκδότη της κατέστησε σαφές ότι αναγνώριζε τις αδυναμίες του, αλλά θεωρούσε ότι ήταν ένα έργο το οποίο όφειλε να φέρει εις πέρας.
Μπορούμε να ξεκινήσουμε με το περίγραμμα του ολοκληρωτικού καθεστώτος που δεσπόζει και κινεί τις εξελίξεις σε ολόκληρο το μυθιστόρημα. Ο κόσμος κατά τον 21ο αιώνα, εάν κρίνουμε από τον υπότιτλο που επέλεξε η συγγραφέας, αποτελείται από δύο αντίπαλα υπερ-κράτη, το Παγκόσμιο και το Καθολικό, τα οποία συχνά βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, ενώ στις περιόδους κατά τις οποίες δεν υπάρχει κάποια ένοπλη σύρραξη, ο πόλεμος συνεχίζεται με άλλα μέσα. Υπάρχουν διαρκείς προσπάθειες αποσταθεροποίησης και υπονόμευσης και από τις δύο πλευρές με αποτέλεσμα να έχει καλλιεργηθεί και εδραιωθεί ένας διάχυτος –άλλοτε φανταστικός άλλοτε πραγματικός– φόβος για την παρουσία προδοτών, συνωμοτών και κατασκόπων. Για το Καθολικό Κράτος δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα, αλλά μας δίδονται αρκετά στοιχεία για τη δομή, την ιδεολογία και τη λειτουργία του Παγκοσμίου Κράτους, καθώς σε αυτό διαβιούν τα βασικά πρόσωπα του μυθιστορήματος.
Πρόκειται για ένα απολυταρχικό, ακραία γραφειοκρατικό και μιλιταριστικό καθεστώς, οι υπήκοοι του οποίου αποκαλούνται «συμπολεμιστές». Σε αντίθεση με τον Γενναίο, θαυμαστό κόσμο και το 1984, εδώ οι ιθύνοντες δεν επιδιώκουν να κυβερνούν αδρανοποιώντας τις μάζες και καθιστώντας τες δέσμιες ποικίλων σωματικών και ποταπών απολαύσεων. Όλοι οι συμπολεμιστές οφείλουν να βρίσκονται σε διαρκή εγρήγορση και να συνεισφέρουν στο κοινό αγαθό εκτελώντας, παράλληλα με την εργασία τους, αστυνομικά και στρατιωτικά καθήκοντα. Κατοικούν περιορισμένοι σε μεγάλες πόλεις που εξειδικεύονται σε συγκεκριμένους τομείς παραγωγής, χωρίς να μπορούν να τις εγκαταλείψουν αν δεν διαθέτουν ειδική άδεια. Είναι ομοιόμορφα ντυμένοι –ο καθένας διαθέτει τριών ειδών στολές–, αλλά υπάρχουν διακριτικά που υποδηλώνουν τη θέση του καθενός στην ιεραρχία. Η παρακολούθηση της ζωής όλων αποτελεί βασική επιδίωξη του συστήματος. Σε κάθε σπίτι υπάρχουν εγκατεστημένα τα μηχανικά «αυτιά και τα μάτια της αστυνομίας», ενώ σε κάθε οικογένεια ορίζεται μία οικιακή βοηθός, η οποία μεταξύ άλλων καλείται να αναφέρει στις αρχές τι διαμείβεται μέσα σε κάθε σπίτι. Ο διαρκής φόβος που προκαλούν όλα αυτά τα μέτρα και οι δρακόντειες ποινές που τα συνοδεύουν τρομοκρατεί και εξουθενώνει τους απλούς ανθρώπους και τους καθιστά ιδιαίτερα ευεπίφορους στο να υποψιάζονται και να καταδίδουν τους συνανθρώπους τους, ακόμα και τα μέλη της οικογένειάς τους, προκειμένου να «σώσουν το τομάρι τους».
Ένα τέτοιο καθεστώς που έχει τόσο μεγάλη ανάγκη ισχυρών ενόπλων δυνάμεων είναι εύλογο να μεριμνά για τη συνεχή στρατιωτική εκπαίδευση των νέων. Όλα τα παιδιά μένουν με τους γονείς τους μέχρι την ηλικία των επτά ετών, φοιτώντας σε παιδικούς σταθμούς όπου εμπλέκονται σε ρεαλιστικά πολεμικά παιχνίδια. Στη συνέχεια πηγαίνουν σε ειδικές κατασκηνώσεις όπου υφίστανται συνεχή στρατιωτική εκπαίδευση. Μετά το πέρας της εκπαίδευσης οι γονείς αποχωρίζονται οριστικά και αμετάκλητα τα παιδιά τους, καθώς τα τελευταία τοποθετούνται σε διάφορες πόλεις ανάλογα με τις ανάγκες του κράτους. Οι αρχές αξιώνουν ο εν λόγω αποχωρισμός να χαροποιεί τα μέγιστα γονείς και παιδιά, δεδομένου ότι με αυτόν τον τρόπο υπηρετείται το κοινό αγαθό. Οποιαδήποτε άλλη αντίδραση επισύρει κυρώσεις.
Όσον αφορά την ιδεολογία που υπόκειται όλων αυτών των πρακτικών και διευθετήσεων, διαπιστώνουμε ότι αυτή επικεντρώνεται στο αφήγημα πως το Παγκόσμιο Κράτος αποτελεί το τελικό στάδιο μιας ιστορικής εξέλιξης, η οποία εκκινεί με την προβολή της ατομικότητας και της απομόνωσης και καταλήγει στην πλήρη επικράτηση του κολεκτιβισμού και του κοινοτισμού (48). Η επικράτηση αυτή θεωρείται τόσο απόλυτη και επιβεβλημένη, ώστε ο βασικός ήρωας δεν θα διστάσει να διατυπώσει κάποια στιγμή τη θέση ότι ως άνθρωπος ιδωμένος ως ατομική οντότητα είναι απλώς ένας όρος της βιολογίας και δεν διαθέτει κανένα κανονιστικό περιεχόμενο (67).
Όπως προκύπτει από την προηγούμενη παράγραφο, ο βασικός ήρωας και αφηγητής, ο χημικός Λέο Καλ, σε αντίθεση με άλλους ήρωες δυστοπιών, παραμένει κατά το μεγαλύτερο μέρος του έργου ακλόνητος θιασώτης του Παγκοσμίου Κράτους και της ιδεολογίας του. Μας πληροφορεί ήδη από το πρώτο κεφάλαιο πως αποφάσισε να αφηγηθεί τα γεγονότα που τον οδήγησαν στη φυλακή, στην οποία βρίσκεται για παραπάνω από είκοσι χρόνια.
Μετά από πολύχρονες προσπάθειες, ο Καλ φαίνεται να έχει καταφέρει να βελτιώσει ένα προϋπάρχον φάρμακο, εξαλείφοντας τις σοβαρές παρενέργειες που είχε μέχρι τώρα, το οποίο όταν χορηγηθεί ενέσιμα στα υποκείμενα τα οδηγεί στο να αποκαλύπτουν αβίαστα τις ενδόμυχες σκέψεις που απέκρυβαν προσεκτικά όχι μόνο από τους εκπροσώπους των αρχών αλλά και από τον οικογενειακό περίγυρό τους. Ευελπιστεί ότι με αυτήν την ανακάλυψη, στην οποία δίνει το όνομά του (καλοκαΐνη), θα κερδίσει την εύνοια του καθεστώτος και θα ανέλθει στην αυστηρή ιεραρχία που αυτό έχει διαμορφώσει. Εκτιμά ότι θα απλοποιηθούν οι δίκες, καθώς οι κατηγορούμενοι θα οδηγούνται στο να λένε την αλήθεια, ότι θα αποκαλύπτονται οι νοσηρές και αντικοινωνικές φαντασιώσεις ειδικά των νέων, έτσι ώστε να τίθενται εγκαίρως σε επιτήρηση από τις αρχές προκειμένου να μην υπεισέλθουν στον πειρασμό να τις πραγματοποιήσουν, και ότι θα προστατεύονται οι δημόσιες υπηρεσίες από τη διείσδυση προδοτών και κατασκόπων. Εκείνο, ωστόσο, που προέχει είναι να δοκιμαστεί η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, και γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει σε συνεργασία με τον διαφορετικής νοοτροπίας προϊστάμενό του Έντο Ρίζεν να διεξαγάγουν μια σειρά πειραμάτων πάνω σε υποκείμενα, τα οποία προέρχονται από μια ειδική κρατική υπηρεσία εθελοντών που χρησιμοποιούνται ανενδοίαστα σε ποικίλες δοκιμές. [6]
Τα πειράματα αποδεικνύονται επιτυχή και οι προοπτικές της καλοκαΐνης αρχίζουν να εκτιμώνται από υψηλόβαθμα στελέχη του Παγκοσμίου Κράτους. Οι σωματικές παρενέργειες είναι αμελητέες, αλλά οι αποκαλύψεις στις οποίες προβαίνουν τα υποκείμενα είναι ιδιαίτερα οδυνηρές για τα ίδια και σε κάποιες περιπτώσεις θέτουν σε δοκιμασία τις οικογενειακές σχέσεις τους. Ο Κραλ, αν και ξαφνιάζεται αρκετά με τις αντιδράσεις των συμμετεχόντων, δεν αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία ως προς τη δικαιολόγηση του γεγονότος ότι τους βασανίζει ψυχολογικά, καθώς έχει ήδη διακηρύξει ότι «το συλλογικό είναι έτοιμο να κατακτήσει την τελευταία περιοχή όπου οι αντικοινωνικές τάσεις μπορούσαν να βρουν καταφύγιο» (47). Το καθεστώς, ωστόσο, διαβλέπει μια γενικότερη χρήση της καλοκαΐνης. Αποφασίζει ότι τα περιεχόμενα της συνείδησης κάθε υπηκόου ανεξαιρέτως θα αποτελούν εφεξής αντικείμενο όχι μόνο κρατικού ενδιαφέροντος αλλά και ποινικής έρευνας, και γι’ αυτό διατάζει τη μαζική παραγωγή του φαρμάκου και την εκπαίδευση του κατάλληλου τεχνικού προσωπικού που θα το χορηγεί. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το ultimum refugium κάθε ατόμου, η ελευθερία και η ιδιωτικότητα του σκέπτεσθαι κινδυνεύει να καταλυθεί. Ο Κραλ, καθώς βγαίνει από το εργαστήριό του και αρχίζει να αποκτά άμεση εμπειρία των διαδικασιών λήψης πολιτικών αποφάσεων, αρχίζει να ενοχλείται από τη μηχανιστική αντίληψη και τη γενικότερη εργαλειακή νοοτροπία με την οποία οι ιθύνοντες αντιμετωπίζουν τους «αναλώσιμους» συμπολεμιστές, και σε αυτό συμβάλλει η καθημερινή αλληλεπίδρασή του με τον Ρίζεν, ο οποίος συχνά διατυπώνει ηθικές ενστάσεις για το όλο εγχείρημα και του υποβάλλει την ιδέα ότι οι περισσότεροι άνθρωποι από μια ηλικία και μετά μπορεί να μην είναι τόσο ειλικρινείς υποστηρικτές του Παγκοσμίου Κράτους όσο φαίνονται.
Η κατάσταση θα περιπλακεί περαιτέρω από τη βασανιστική υποψία του Καλ ότι η σύζυγος του Λίντα διατηρεί δεσμό με τον Ρίζεν. Για να βεβαιωθεί θα της κάνει μια ένεση καλοκαΐνης, ενώ κοιμάται, αλλά, προς μεγάλη του έκπληξη, θα διαπιστώσει ότι οι υποψίες του ήταν παντελώς αβάσιμες. Το πρόβλημα είναι ότι είχε ήδη καταγγείλει στις αρχές τον προϊστάμενό του, και δεν είναι επιτρεπτό να αναιρέσει την καταγγελία του. Ο Ρίζεν θα καταδικαστεί σε θάνατο και η Λίντα θα εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Ο διαλυμένος Καλ θα απαχθεί τελικά από δυνάμεις του Καθολικού Κράτους και συμφωνήσει να εργαστεί γι’ αυτό –παραμένοντας φυλακισμένος– όχι τόσο για να γλυτώσει τη ζωή του, αλλά για να «μη χαθεί η ανακάλυψή του» (168).
Υπάρχουν πολλές όψεις του μυθιστορήματος που θα είχε ενδιαφέρον να αναλυθούν [7], αλλά θα περιοριστούμε σε κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με τη μορφή ολοκληρωτισμού που σκιαγραφείται και τις επιπτώσεις που αυτή έχει για τις μάζες που την υφίστανται.
Μία πρώτη διαπίστωση είναι ότι το σύστημα που περιγράφεται δεν απέχει πολύ από εκείνο που είχε εγκαθιδρυθεί από τα ολοκληρωτικά κράτη της εποχής της Μπόγιε. Η προτεραιότητα της συλλογικότητας έναντι της ατομικότητας και των δικαιωμάτων που υποστήριζαν οι «παρηκμασμένοι» και «διεφθαρμένοι» φιλελεύθεροι, η κατάλυση του κράτους δικαίου, η επιβολή πλήθους «πατριωτικών» καθηκόντων στους υπηκόους, η γραφειοκρατία, η μυστικότητα, η λήψη αποφάσεων από τις κυβερνώσες ελίτ πίσω από κλειστές πόρτες, η εμμονή σε δημόσιες προπαγανδιστικές τελετές, η ομοιόμορφη ενδυματολογία, η συνεχής παρακολούθηση και η ενθάρρυνση του χαφιεδισμού, η υποχρεωτική συμμετοχή των νέων σε κρατικά ελεγχόμενες οργανώσεις, ο εξαναγκασμός των παρεκκλινόντων σε δημόσια «αυτοκριτική», η απαγόρευση μετακινήσεων χωρίς ειδική άδεια, η χρήση των επιστήμης και της τεχνολογίας για την εδραίωση της κυριαρχίας του καθεστώτος και πολλά άλλα αποτελούν στοιχεία του «υπαρκτού ολοκληρωτισμού», εάν μου επιτρέπεται η έκφραση, τα οποία το σύγχρονο αναγνωστικό κοινό δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει στην Καλοκαΐνη. Το γεγονός ότι κάποια από αυτά παρουσιάζονται στην πιο σκληρή εκδοχή τους, όπως η πολιτική του οριστικού χωρισμού των παιδιών από τις οικογένειές τους ή η κατ’ οίκον παρακολούθηση του πληθυσμού (η οποία οχτώ χρόνια αργότερα θα προβληθεί ιδιαίτερα από τον Όργουελ), δεν μεταβάλλει αυτήν την εντύπωση. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να δούμε την Καλοκαΐνη περισσότερο ως μια κριτική των ολοκληρωτικών καθεστώτων του μεσοπολέμου και λιγότερο ως μια σπουδή ως προς τη μορφή μιας δυνητικής ακραίας μετεξέλιξής τους, σαν και αυτή που σκιαγραφείται αριστοτεχνικά στο 1984.
Η δεύτερη διαπίστωση είναι ότι η Μπόγιε διαθέτει αρκετή οξυδέρκεια και διεισδυτικότητα για να κατανοήσει ότι ο ολοκληρωτισμός καταστρέφει τις πλέον οικείες σχέσεις των ανθρώπων, χωρίς να χρειάζεται να ασκήσει άμεση βία εναντίον τους. Οι διαλυτικές επιπτώσεις του φαρμάκου τόσο σε σχέση με τις οικογένειες των εθελοντών που το δοκιμάζουν όσο και αναφορικά με τη σχέση του ήρωα με τη σύζυγό του περιγράφονται με «μπεργκμανική» παραστατικότητα. Η απειλή της καταστολής και της κρατικής παρέμβασης σε κάθε προσωπική σχέση επικρέμαται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια των πρωταγωνιστών. [8]

Το τελευταίο ζήτημα που θα μας απασχολήσει είναι εάν η συγγραφέας διαβλέπει κάποια διέξοδο από τον εφιάλτη του Παγκοσμίου Κράτους. Όσον αφορά την κατάληξη του μυθιστορήματος, και τα δύο απολυταρχικά καθεστώτα φαίνονται ανίκητα. Ωστόσο, σε δύο σημεία της πλοκής υπάρχουν υπαινιγμοί για το πώς θα μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα. Ορισμένα υποκείμενα που ομιλούν υπό την επίδραση της καλοκαΐνης αναφέρονται σε κάποιου είδους σέκτα, η οποία επιδίδεται σε παγανιστικές τελετές, καθώς και σε φήμες για μια κατεστραμμένη αγνώστου τοποθεσίας πόλη όπου οι άνθρωποι ζουν ελεύθεροι. Εδώ διακρίνει κανείς το μοτίβο του πρωτογονισμού και του να ζει κανείς σύμφωνα με τη φύση ως αντίποδα μιας προηγμένης και ορθολογικά οργανωμένης απολυταρχικής κοινωνίας, στοιχείο που ενυπάρχει στα μυθιστορήματα του Ζαμιάτιν και του Χάξλεϋ. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό δεν έχει συνέχεια, και μένει μετέωρο το κατά πόσο αληθεύουν αυτές οι πληροφορίες. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, κατά τη γνώμη μας, στις ασαφείς αυτές αποκαλύψεις είναι ότι τα μέλη αυτής της μυστηριώδους σέκτας προσπαθούν, όταν συγκεντρώνονται, να συμπεριφέρονται με εντελώς διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι οι συμπολεμιστές τους. Για παράδειγμα, απλώς κάθονται σιωπηροί και χαιρετιούνται αγγίζοντας ο ένας τον άλλο (77-78). Η Μπόγιε έχει κατανοήσει ότι μία μορφή αντίστασης στον ολοκληρωτισμό είναι απλώς να προσπαθείς να διαφοροποιηθείς από τους άλλους. Αυτό προσπαθούσαν να κάνουν οι ομάδες εκείνες των νέων Γερμανών που χόρευαν στους ρυθμούς της τζαζ, αψηφώντας την από ρατσιστικούς λόγους υποκινούμενη ναζιστική απαγόρευση. Πολύ συχνά μία τέτοια προσπάθεια διαφοροποίησης έχει στην πράξη δυσμενείς συνέπειες για όσους και όσες εμπλέκονται σε αυτήν, ακόμα και αν δεν συνιστά πραγματική απειλή για το καθεστώς.

Η δεύτερη προοπτική αντίστασης, ενδεχομένως και η πλέον ελπιδοφόρα, προέρχεται από την αυθόρμητη αντίδραση της Λίντας, της γυναίκας του ήρωα. Το καθεστώς προσπαθούσε να πείσει τις μητέρες ότι τα παιδιά τους δεν ανήκουν σε αυτές αλλά στο κράτος. Η Λίντα, όσο κι αν προσπαθεί να συμβιβαστεί με αυτήν την αξίωση του καθεστώτος, δεν τα καταφέρνει. Θα εκμυστηρευθεί στον Καλ ότι: «Ίσως ένας καινούργιος κόσμος θα μπορούσε να ξεκινήσει από τις μητέρες – είτε είναι άνδρες είτε γυναίκες, είτε έχουν φέρει στον κόσμο παιδιά είτε όχι. Αλλά πού είναι τώρα; (151)». Ο ολοκληρωτισμός που σκιαγραφεί η Μπόγιε διαπράττει πολλαπλές ύβρεις. Ωστόσο, όταν επιζητεί να αναιρέσει τα γονικά ένστικτα, – κάτι που δεν επιχείρησε σε τόσο μεγάλο βαθμό ο υπαρκτός ολοκληρωτισμός – φαίνεται να αγγίζει ένα ακραίο όριο που θα μπορούσε δυνητικά να αποβεί μοιραίο γι’ αυτόν: έρχεται αντιμέτωπος με μια μορφή αντίστασης που δεν προέρχεται από κάποια επιβιώνουσα σε μια μερίδα της κοινωνίας δημοκρατική και φιλελεύθερη παράδοση, αλλά από την ίδια την ανθρώπινη φύση.
Ακόμα και αν κρίνουμε αποκλειστικά με γνώμονα τις ιδέες που περιέχει η Καλοκαΐνη της Μπόγιε, θεωρούμε ότι ήρθε η στιγμή για να καταλάβει τη θέση που της αξίζει δίπλα στις κλασικές δυστοπίες του Ζαμιάτιν, του Χάξλεϋ, του Όργουελ και του Μπράντμπερι. Όπως έλεγε και ο Μπέρναρντ Ουίλιαμς, «there is never too late in the history of ideas». [9]
Σημειώσεις
1. John Stuart Mill, Public and Parliamentary Speeches: November 1850 – November 1868, Collected Works vol. 28 (Toronto: University of Toronto Press, 1988), 248.
2. F. Viera, “The Concept of Utopia” στο The Cambridge Companion to Utopian Literature, edited by G. Claeys (Cambridge: Cambridge University Press, 2010), 16.
3. Βλ. G. Claeys, Searching for Utopia: The History of an Idea (London: Thames and Hudson, 2011), κεφάλαιο 13.
4. Η αγνόηση αυτού του έργου δεν μπορεί να οφείλεται στο ότι γράφτηκε σε μια περιφερειακή ευρωπαϊκή γλώσσα, καθώς υπάρχουν δύο μεταφράσεις του στα αγγλικά. Karin Boye, Kallocain, translated from the Swedish by G. Lannestock with an introduction by R. B. Vowles (Madison: The University of Wisconsin Press, 1966) και Karin Boye, Kallocain: A Novel from the 21st Century, translated and with an introduction by D. McDuff (London: Penguin, 2019). Οι βιογραφικές πληροφορίες που χρησιμοποιώ αντλούνται από τις εισαγωγές αυτών των εκδόσεων, ενώ οι απευθείας παραπομπές στην Καλοκαΐνη προέρχονται από τη μετάφραση του McDuff.
5. Κάριν Μπόγιε, Στον πυθμένα των πραγμάτων: Επιλογή ποιημάτων, Ανθολόγηση-μετάφραση από το σουηδικό πρωτότυπο Δ. Καϊτατζή-Χουλιούμη (Θεσσαλονίκη: Εντευκτήριο, 2023). Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί και σε ανθολογίες μεταφρασμένης σουηδικής ποίησης.
6. Για μια ενδελεχή μελέτη της σημασίας της άνωθεν κατευθυνόμενης χρήσης φαρμάκων σε δυστοπικά έργα, βλ. J. Hickman, “When Science Fiction Writers Used Fictional Drugs: Rise and Fall of the Twentieth-Century Drug Dystopia”, Utopian Studies 20 (2009): 141-170.
7. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να εστιάσει κανείς στις σχέσεις μεταξύ των ηρώων, όπως υποστηρίζει σε σχετική βιβλιοκρισία της η Ilana Masad.
8. Κατά την προσωπική εκτίμησή μας, η έμμεση αυτή επίπτωση του ολοκληρωτισμού περιγράφεται με τον πλέον συγκλονιστικό τρόπο στη μεταγενέστερη δυστοπία του Φίλιπ Ροθ Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής (2004). Σε αυτό το έργο, ο εναγκαλισμός της κυβέρνησης των ΗΠΑ κατά την περίοδο του μεσοπολέμου με τον ναζισμό και τον αντισημιτισμό ασκεί διαλυτική επίδραση στις σχέσεις μιας μέχρι τότε απόλυτα μονιασμένης και λειτουργικής αμερικανοεβραϊκής οικογένειας, μολονότι κανένα από τα μέλη της δεν θα υποστεί κάποια επίσημη δίωξη από το καινούργιο καθεστώς.
9. Ευχαριστώ τον Δημήτρη Κόκορη για τη συνεισφορά του στην τελική διαμόρφωση του κειμένου.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Courtney Dobeck. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








