«Αφού το είπαν οι μετεωρολόγοι, φέτος όλες οι μέρες μέχρι το Πάσχα θα είναι σαν τη Μεγάλη Παρασκευή», έχουνε πιάσει την κουβέντα κάποιες μαμάδες καθώς περπατούν, συνοδεύοντας τα βλαστάρια τους. «Τι χάλι! Κοίτα δρόμους που έχουμε, χιλιομπαλωμένους, μες στη λάσπη από την υγρασία της νύχτας. Προσέξτε μη γλιστρήσετε!».
«Ελάτε παιδιά, δύο-δύο. Κοντεύουμε στο φούρνο», η κυρία Καίτη οργανώνει την ομάδα του κατηχητικού από την ενορία του Άη Γιώργη. Είναι διαφόρων ηλικιών, από έξι έως δώδεκα, ενώ υπάρχουν και μικρότερα αδερφάκια, τριών ή τεσσάρων, που δεν υπήρχε περίπτωση να μην έρθουν. «Ακούτε τα πουλάκια, τι όμορφα που κελαηδούν;»
Ε, βέβαια. Μπορεί να φτύνει Άδη ο ουρανός, μα τα πουλιά δεν τα ξεγελάς. Ξέρουν ότι έρχεται η Ανάσταση, γι’ αυτό κι οι φωνούλες τους βγαίνουν αταίριαστα δυνατές απ’ τα μικρά τους σώματα. Και τα παιδιά, σαν τα πουλιά κι αυτά, τιτιβίζουν ανυπόμονα και διακόπτουν, με τα χρώματά τους, το σκονισμένο άσπρο του πρωινού: Τα κορίτσια με τα φουστανάκια τους και τα στεφάνια στα μαλλιά, κρατώντας καλαθάκια στολισμένα με λουλούδια, τα αγόρια ντυμένα με τα πουκαμισάκια τους και κρατώντας βάγια.
Η αγορά στο κέντρο της πόλης μόλις που ξυπνάει, τα πεζοδρόμια καθαρίζονται και οι πρώτοι καφέδες μπαίνουν στα μαγαζιά. Η ομάδα σταματάει στον φούρνο του Θανάση, που έχει συνεννοηθεί με τον παπά της ενορίας, έχει φτιάξει λαζαράκια και είναι έτοιμος να κεράσει τα παιδιά. Εκείνα μπαίνουν μέσα και αρχίζουν:
Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,
ήρθε των Βαγιών η εβδομάδα.
Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι,
ήρθε η μέρα σου και η χαρά σου.
Πού ήσουν Λάζαρε; Πού ήσουν κρυμμένος;
Κάτω στους νεκρούς, σαν πεθαμένος.
Δε μου φέρνετε λίγο νεράκι,
που ’ν’ το στόμα μου πικρό φαρμάκι.
Δε μου φέρνετε λίγο λεμόνι,
που ’ν’ το στόμα μου σαν περιβόλι.
Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,
ήρθε η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια.
Μια κυρία, που ψωνίζει στο ταμείο, εύχεται «Μπράβο, και του χρόνου, να είστε καλά» και τα παιδιά βγαίνουν και προχωρούν σιγά σιγά πιο κάτω. Το πεζοδρόμιο είναι στενό, και πρέπει να προσέχουν, καθώς αυτοκίνητα παρκάρουν, μηχανάκια φεύγουν και άνθρωποι περνάνε βιαστικά τον δρόμο.
Επόμενες στάσεις: το μεγάλο κατάστημα με τα παιδικά ρούχα, το πρακτορείο ΟΠΑΠ, το φαρμακείο, το μαγαζί με τα οπτικά, το περίπτερο στη γωνία. Οι ευχές δίνουν και παίρνουν: «Καλό Πάσχα!», «Και του χρόνου!». Κάποιοι άνθρωποι ρίχνουν μερικά νομίσματα στα καλαθάκια, και τα παιδιά καμαρωτά και με χαμόγελο στρίβουν για το μαγαζί με τα αρώματα, μπαίνοντας στον πεζόδρομο.
Ακριβώς σε εκείνο το σημείο βρίσκεται ένας νεαρός, καθισμένος σε ένα ταλαιπωρημένο αναπηρικό αμαξίδιο, του οποίου τις ρόδες αγωνίζεται να γυρίσει ο ίδιος, με τα χέρια του. Στα γόνατά του κουβαλά ένα παλιό, μεγάλο, φορητό ράδιο cd player, και σκύβει μπροστά, να το ακουμπάει με το στήθος, για να μην του πέσει. Είναι γύρω στα είκοσι πέντε, ψηλός, ατσούμπαλος, βρώμικος και αχτένιστος, με πρόσωπο σαν παραμορφωμένο, βλέμμα αλλήθωρο και στόμα κάπως μισάνοιχτο. Δε φοράει παπούτσια: Από τους αστράγαλους και κάτω, τα πόδια του είναι τυλιγμένα με γάζες, βρώμικες κι αυτές, που έχουν αρχίσει να ξεκολλούν.
Ο νέος φτάνει έξω από το μαγαζί με τα αρώματα πρώτος, φράζει την είσοδο και πατάει το play:
Πού ’σαι Λάζαρε,
πού είναι η φωνή σου;
Που σε γύρευε
η μάνα κι η αδερφή σου.
Ήμουνα στη γη,
στη γη βαθιά χωμένος
Κι από τους εχθρούς,
εχθρούς βαλαντωμένος.
Βάγια, βάγια των Βαγιών
τρώνε ψάρια, τον κολιόν,
και την άλλη Κυριακή
ψήνουν το παχύ τ’ αρνί.
Μια κοπέλα από το αρωματοπωλείο πλησιάζει στην πόρτα και τον διώχνει, λέγοντας «Φύγε, σε παρακαλώ, ενοχλείς τον κόσμο». Είναι όμορφη και περιποιημένη, μα η φωνή της ακούγεται σκληρή. Καθώς ο νεαρός φεύγει, τα παιδιά έχουν πλησιάσει και παρακολουθούν τη σκηνή.
«Κυρία, αυτό το τραγούδι μάθαμε εμείς στο σχολείο», πετάγεται ένα κορίτσι που πάει νηπιαγωγείο.
«Να μην πάμε εδώ, δεν τους αρέσουν τα κάλαντα», προσθέτει ένα αγόρι, λίγο μεγαλύτερο.
Η κοπέλα από το μαγαζί σπεύδει να δικαιολογηθεί, λέγοντας «Αχ, δε σας είδα! Ελάτε, ελάτε». Τα παιδιά αρχίζουν πάλι να τραγουδούν, λίγο άτονα όμως αυτή τη φορά. Η κυρία Καίτη προσπαθεί να δώσει παλμό στη χορωδία και οι γνωστές μαμάδες δεν έχουν πάψει να μιλούν σιγανά μεταξύ τους. Αυτή τη στιγμή, το θέμα τους είναι ο ασυνήθιστος καλαντιστής: «Εδώ κοίτα κατάσταση», «Αφού δεν τους μαζεύει η αστυνομία, τι περιμένεις;», «Μπα, αυτό είναι τσαλαφό το παιδί».
Ένα μικρό κορίτσι, χωρίς να γίνει αντιληπτό, φεύγει από την ομάδα και τρέχει λίγα μέτρα πιο κάτω, να προφτάσει το αμαξίδιο. «Εμένα μου άρεσε το τραγούδι», λέει, και αμέσως βγάζει τα κέρματα από το καλαθάκι της και τα αδειάζει στα χέρια του νεαρού. Με ύφος που μιμείται ενήλικα, προσθέτει: «Θες να ’ρθεις μαζί μας; Όμως εμείς τραγουδάμε άλλο. Άμα μπορείς, να το λες κι εσύ. Έλα, προσπάθησε, θα τα καταφέρεις». Έπειτα, σαν αστραπή γυρίζει πίσω στους υπόλοιπους και, κρυφά, του κάνει νοήματα, σα να είναι αυτή μεγάλη κι εκείνος μικρότερος.
Κάθεται ο τύπος στο καροτσάκι του και περιμένει. Μόλις τα παιδιά τελειώσουν, αρχίζει να τα ακολουθεί από μια κοντινή απόσταση, σε όποιο άλλο κατάστημα πηγαίνουν. Μπαίνουν μέσα εκείνα; Περιμένει τούτος απέξω. Αν και τα χέρια του γυρίζουν δύσκολα τις ρόδες στους κυβόλιθους, οπότε βοηθάει την κίνησή του και με τις φτέρνες, ακουμπώντας τις εναλλάξ κάτω, σα να κάνει πατίνι.
Στο τέλος του πεζόδρομου, τα παιδιά έχουν κουραστεί. Η δασκάλα του κατηχητικού τα βάζει να καθίσουν στο πεζούλι, γύρω από ένα μεγάλο δέντρο, και τους παίρνει χυμούς. «Κυρία, και σ’ αυτόν να πάρεις. Ερχόταν μαζί μας», λέει το μικρό κοριτσάκι, δείχνοντας τον άνθρωπο στο αμαξίδιο. Τα υπόλοιπα παιδιά έχουν αντιληφθεί εδώ και ώρα την παρουσία του. Δυο-τρία, που γυρίζουν να κοιτάξουν, δε φαίνεται να έχουν αντίρρηση.
Η κυρία Καίτη, χαμογελώντας και μιλώντας στο κινητό της, τον πλησιάζει και τον ρωτά τι θέλει να του πάρει. Αυτός, με δυσκολία, τραυλίζει κάτι ακαταλαβίστικο, όμως εκείνη το αντιλαμβάνεται μια χαρά. Σε λίγο, η γυναίκα επιστρέφει με ένα κυπελλάκι γρανίτα φράουλα και του λέει:
«Ο παπούλης στον Άη Γιώργη κλάδεψε τη λεμονιά στον κήπο της εκκλησίας και θέλει βοήθεια για να πετάξει τα κλαδιά. Τι λες, μπορείς να πας; Θα σε πληρώσει για τον κόπο σου».
❧
Κανείς μετεωρολόγος δεν είχε προβλέψει ότι ο ουρανός θα καθάριζε, θα έβγαζε ήλιο, και θα είχε ένα θαυμάσιο ηλιοβασίλεμα. Στον Άη Γιώργη όλα είναι έτοιμα για να υποδεχτούν το πλήθος των πιστών που θα συρρεύσουν από αύριο. Τα βάγια είναι στα καλάθια, το χορτάρι στο περιβόλι είναι κομμένο και τα δέντρα κλαδεμένα, τα πεζούλια ασπρισμένα και η αυλή πεντακάθαρη.
«Εντάξει Λάκη, δόξα τω Θεώ, μια χαρά τα καταφέραμε», ακούγεται η φωνή του παπα-Κώστα, καθώς βγαίνει από την εκκλησία, όπου μόλις τέλεσε τον Εσπερινό. «Πάμε τώρα να φάμε κάτι και να πιούμε, πήγαινε και στο μπάνιο να πλύνεις τα χέρια σου πρώτα, νίψου λιγάκι», λέει στο νέο, μα εκείνος διαμαρτύρεται με μισόλογα, που για τον περισσότερο κόσμο είναι ακατάληπτα. Ο παπούλης όμως καταλαβαίνει, και επιμένει: «Τι θα πει “πάλι”; Από το μεσημέρι, ξαναλερώθηκες. Έχει και ντουζ, και σαπούνι και πετσέτα, απ’ όλα. Το νερό είναι φίλος μας».
Ύστερα, μπαίνοντας στο πνευματικό κέντρο, βλέπει την επιστάτρια και της θυμίζει: «Αλεξάνδρα, του ετοίμασες καμιά καθαρή αλλαξιά, να σουλουπωθεί; Γιορτή αύριο, δεν κάνει να τον εύρει έτσι». Εκείνη απαντά: «Έννοια σας, πάτερ, έτοιμο τον έχω, τόσα ρούχα μάς φέρνει ο κόσμος! Πάω να δω αν μπήκε στο μπάνιο, αλλιώς θα τον περιλάβω με το λάστιχο».
«Α, και λέω να του κάνω λίγη παρέα στο φαγητό».
«Εντάξει, μπίγουλη έχουν φτιάξει οι κυρίες της κουζίνας, θα του βάλω κι από το μεσημέρι υπόλοιπα, για το σπίτι».
«Μετά φέρε και την πληρωμή του. Δούλεψε αρκετά», λέει κάπως πιο δυνατά ο παπα-Κώστας, για να τον ακούσει η γυναίκα, που έχει προχωρήσει.
«Τον Απρίλη και το Μάη, παίρνε ακαμάτη εργάτη!», έρχεται η απάντησή της.
Μετά το βραδινό γεύμα, σηκώνεται ο Λάκης. Έρχεται και η κυρία Αλεξάνδρα, ξεφυσώντας, να τον προλάβει. «Άντε λεβεντάκο μου, εδώ είναι τα λεφτά σου», του λέει, δίνοντάς του έναν φάκελο. «Πενήντα ευρώ έχει μέσα, κοίτα μην τα χάσεις. Και χρόνια σου πολλά. Μετά τον Εσπερινό, αρχίζει η γιορτή». Ο Λάκης παίρνει δήθεν αδιάφορα το φάκελο, τον βάζει στην τσέπη του πουκάμισου, και, βγαίνοντας έξω, κάνει να καθίσει στο αμαξίδιο για να φύγει.
Όπως είναι αναμενόμενο, η υπομονή της επιστάτριας εξαντλείται: «Βρε αναστημένε Λάζαρε! Τι το θες το καροτσάκι; Θα σ’ το πετάξω, κακομοίρη μου! Για βάλε τις παντόφλες που σου άφησα. Τι να σε κάνω; Που μου ’ρθες πάλι με τις παλιογάζες. Λοιπόν, όπως είπαμε: Θα τα φοράς τα παπούτσια που σου ’χω δώσει, ε; Και κάλτσες έχεις, κι απ’ όλα. Μη σε ξαναδώ σε τέτοιο χάλι!».
Έτσι, ετούτο το βράδυ, ο Λάκης γυρίζει όρθιος στο χαμόσπιτό του, στις παρυφές της πόλης, σπρώχνοντας το αμαξίδιό του. Πάνω στο κάθισμα έχει αποθέσει το παλιό ράδιο cd player και τις σακούλες με τα φαγητά. Τελικά, είναι πιο βολικό να περπατάει, άλλωστε είναι πολύ κουρασμένος για να γυρίζει τις ρόδες με τα χέρια. Βέβαια, καλού κακού, περνώντας από ένα φαρμακείο που διανυκτερεύει, μπαίνει μέσα και αγοράζει μερικά ρολά επίδεσμο γάζας και ένα λευκοπλάστ, να τα έχει.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Mihnea Turcu. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







