Ευθυμία Γιώσα, Όταν πέφτουμε από το τρένο, Κίχλη, Αθήνα 2026.
Πρόκειται για την τρίτη ποιητική συλλογή της Ευθυμίας Γιώσα, που εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 στην Αθήνα, από τις Εκδόσεις Κίχλη. Ο τίτλος της συλλογής είναι εμπνευσμένος από ένα πραγματικό περιστατικό, που καταγράφεται στις σημειώσεις του παρόντος βιβλίου, περιστατικό που συνέβη στη Γαλλία το 1920, όταν ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Ντεσανέλ επιβιβάζεται σ’ ένα τρένο και στη διαδρομή, αισθανόμενος κάποια δυσφορία, ανοίγει το παράθυρο του βαγονιού του και πέφτει στις ράγες, φορώντας το νυχτικό του. Ματωμένο τον βρίσκει κάποιος υπάλληλος των σιδηροδρόμων, ο οποίος δυσπιστεί για την ταυτότητα του Προέδρου, ώσπου τελικά αυτός αναγνωρίζεται και περιθάλπεται.
Το γεγονός αυτό εμπνέει επίσης την ποιήτρια να γράψει το ποίημα με τίτλο «Ηθικό δίδαγμα», που εμπεριέχεται στην παρούσα συλλογή, με το τρένο σύμβολο του ταξιδιού της ζωής μας, που έχει προορισμό την προσωπική του καθενός Εδέμ και που στη διαδρομή του, είτε μας αποβάλλει είτε οικειοθελώς πέφτουμε απ’ αυτό, αρνούμενοι τις τυπικές κοινωνικές συμβάσεις. Οι πτώσεις, δηλαδή, είναι «ηθελημένες και αθέλητες», όπως σημειώνει ως μότο-αφιέρωση της συλλογής η ποιήτρια, θέτοντας εναγωνίως το ερώτημα: Στις καθημερινές μας πτώσεις συναντούμε τον περιθάλποντα άλλον ή μένει μόνος του ο εαυτός μας; Μας συμβουλεύει δε με σαρκασμό και χιούμορ «να επιλέγουμε με άκρα προσοχή τη βραδινή μας ενδυμασία».
Η συλλογή απαρτίζεται από είκοσι έναν τίτλους πεζόμορφων ποιημάτων, που δεν είναι γραμμένα σε στίχους και στροφικές ενότητες, αλλά σε συνεχή αφηγηματικό λόγο, ο οποίος προσδίδει στα ποιήματα μια εξωτερική μορφή που μοιάζει με αυτή του πεζού λόγου, διαθέτει ωστόσο τα εσωτερικά εκείνα στοιχεία που τον διαφοροποιούν από τον πεζό λόγο, δηλαδή εικονοπλασία, υπαινικτική-αλληγορική γλώσσα και ερμητικό περιεχόμενο. Τα ποιήματα είναι διατυπωμένα με αντιλυρικό ύφος, χωρίς κραυγαλέα συναισθηματική έξαρση και εκφραστική εκζήτηση, περιέχοντας ρεαλιστικά και φανταστικά στοιχεία που αγγίζουν σε κάποιες περιπτώσεις τα όρια του μαγικού ρεαλισμού.
Η θεματολογία τους αφορά το υπαρξιακό και τις ανθρώπινες σχέσεις. Ο έρωτας, η μοναξιά που οδηγεί στη μόνωση, η έλλειψη επικοινωνίας, οι δύσκολες διαπροσωπικές σχέσεις είναι οι κύριοι θεματικοί άξονες της ποίησής της. Διάχυτο είναι το στοιχείο του έρωτα, είτε ως βιωμένη κατάσταση, που αφήνει όμως το αίσθημα του ανεκπλήρωτου και που οδηγεί σε αδιέξοδο, είτε ως εξιδανίκευση. Μικρές καθημερινές πράξεις και συμβάντα παίρνουν κάποτε πολιτικές διαστάσεις.
Τα ποιήματα χαρακτηρίζονται από σκεπτικισμό απέναντι στη μαζική ομοιομορφία και τυποποίηση των ανθρώπων, αποτελούν μικρογραφίες της καθημερινής ζωής κι έχουν εξομολογητική διάθεση, με υπαινικτικό –κάποιες φορές– σαρκασμό και λεπτή ειρωνεία. Υποβόσκει σε αυτά, ποιητικά διατυπωμένη, άλλοτε με αγωνία, άλλοτε με τρυφερότητα, η ερώτηση για το νόημα των ανθρώπινων σχέσεων, για το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης κατ’ επέκταση.
Η μοναξιά είναι το κυρίαρχο αίσθημα, που οδηγεί στη μόνωση, το άχθος της οποίας επιθυμεί η ποιήτρια να μοιραστεί με τον άλλον. Σε μια πολιτεία πυκνοδομημένη και πολυάνθρωπη, ο καθένας αυτοπεριορίζεται στον δικό του άβατο για τους άλλους χώρο, όπως δίνεται παραστατικά στο ποίημα με τίτλο «Στο μπαλκόνι», όπου το μπαλκόνι αποτελεί το οχυρό τού Εγώ, αλλά εκφράζει και την επιθυμία του ένοικου για συνεύρεση με τους άλλους των απέναντι και γύρω μπαλκονιών. Η δε λεπτομερής περιγραφή των διαφόρων στοιβαγμένων σε αυτά αντικειμένων επιτείνει το αίσθημα της μόνωσης, αλλά και πολλαπλασιάζει την επιθυμία για ανθρώπινη επικοινωνία. Γράφει: «Μια τέτοια αλλόκοτη απελπισία με πιάνει ορισμένα βράδια που καπνίζω στο μπαλκόνι και μου έρχεται να φωνάξω σ’ όλους τους καπνιστές των γύρω πολυκατοικιών να βγουν κι εκείνοι έξω ν’ ανάψουν τσιγάρο, γιατί, αν μη τι άλλο, μέσα στο σκοτάδι θα είναι ωραίο θέαμα οι καύτρες που φωτίζονται με κάθε ρουφηξιά, κι από την άλλη θα κάνουμε κάποιου είδους παρέα, τέλος πάντων αν όχι παρέα, τουλάχιστον θα μοιραστούμε για λίγα λεπτά […] τη μοναξιά μας. Δηλαδή εγώ θα μοιραστώ τη μοναξιά μου μ’ εκείνους – εκείνοι μπορεί να μην είναι καθόλου μόνοι». Κι όταν υπεισέρχεται η μνήμη εύφορων στιγμών, «το μπαλκόνι με την καρέκλα στην οποία καθόσουν εσύ και πάνω στα πόδια σου καθόμουν εγώ. Το περισσότερο βάρος μου έπεφτε στο δεξί σου πόδι, αν θέλω να είμαι συνεπής απέναντι στην ανάμνηση», τότε «τα μπαλκόνια γίνονται ετοιμόρροπες αναμνήσεις στην άκρη του μυαλού», όπως σημειώνει.
Το αίσθημα από τις ποικίλες ματαιώσεις, η χαλασμένη «γεύση» των πραγμάτων, το ανοίκειο περιβάλλον, οι όροι του πολιτικοκοινωνικού παιχνιδιού που δεν γίνονται δεκτοί, γιατί απέχουν από τη ζητούμενη ζωή της ποιήτριας, που δεν ανέχεται παραχάραξη των αξιών της, όλα αυτά την οδηγούν στο καταφύγιο της ποίησης, όπου το ποίημα με τίτλο «Προσδοκίες», ταυτιζόμενο με τον επιθυμητό ερωτικό άλλο, λειτουργεί υπερασπιστικά, παρηγορητικά και αισιόδοξα. Γράφει: «Θα ήθελα να γράψω ένα ποίημα ανθεκτικό, παντός καιρού και για κάθε περίσταση. Να κάνει βάρδια τις νύχτες μην τύχει και ξυπνήσω ξαφνικά και χρειαστώ αναπνευστήρα […]. Χωρίς επιρρήματα, μ’ ένα μόνο ρήμα να με υπερασπίζεται όταν δεν θα έχει μείνει άλλος κανείς πάνω στη γέφυρα, παρά μόνο εγώ και η πτώση […]. Θα ήθελα να γράψω ένα ποίημα τρυφερό […]. Να φεύγω κι όταν επιστρέφω να το βρίσκω πάλι εκεί, να φιλοτεχνεί άλλη μια άνοιξη».
Κάποιες φορές οι αφηγηματικός λόγος σκηνοθετεί επιθυμητά περιβάλλοντα όπου η ποιήτρια, ως πρωταγωνίστρια, αναζητεί την πληρότητα μέσω του συναισθηματικού άλλου – ποίημα με τίτλο «Θερινό το φθινόπωρο». Η Ευθυμία Γιώσα δεν αποδέχεται μοιρολατρικά τις ματαιώσεις, δεν έχει τάσεις παραίτησης και αναχωρητισμού, δεν συνθλίβεται. Με θυμοσοφική διάθεση, ενώπιος ενωπίω μπροστά στον καθρέφτη, ασκείται στην αισιοδοξία, προβλέποντας και επιθυμώντας τις όμορφες μέρες που θα έρθουν, όταν η ομορφιά θα ταυτιστεί με την αγάπη: «Θα έρθουν μέρες δίκαιες. Θα ξυπνάμε σφυρίζοντας το κοινό μας κουράγιο. Θα κλίνουμε το “μαζί” σαν να ’ναι τ’ όνομά μας […]. Θα έρθουν μέρες όμορφες, θα μάθουμε ν’ αγαπάμε […]. Θα έρθουν μέρες σπασμένες σε μικρά κομματάκια, όμως εμείς θα τα κολλήσουμε ένα ένα και θα τις φτιάξουμε ξανά από την αρχή, γιατί τότε θα έχουμε γίνει σοφοί και θα πιστεύουμε στις μάχες».
Τελικά, σκέφτομαι πως η ποίηση της παρούσας συλλογής μπορεί να συνοψιστεί στους πιο κάτω στίχους του ποιητή της Δεύτερης Μεταπολεμικής Γενιάς, Ανέστη Ευαγγέλου: «Μην πουν οι ερχόμενοι πως στάθηκα ποιητής, πως έγραψα ποιήματα. Όλη μου η έγνοια, όλος μου ο καημός, να βρω έναν άνθρωπο να του μιλήσω».
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Ivelina Berova. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








