Φρασκίσκη Αμπατζοπούλου, Ε.Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες, Πατάκης, Αθήνα 2025.
Άκουσα πρώτη φορά για τον Ε.Χ. Γονατά και για το λογοτεχνικό είδος του poème en prose, ελληνιστί «πεζοτράγουδο» – του οποίου υπήρξε ιδιότυπος εκπρόσωπος ο Ε.Χ. Γονατάς στην Ελλάδα – το μακρινό για εμένα 1999, σε ένα χειμερινό εξάμηνο των προπτυχιακών σπουδών μου στη Φιλοσοφική Σχολή και ειδικότερα στα μαθήματα της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου για την ποίηση και τον Υπερρεαλισμό. Τα πρώτα κείμενά του που μου έλαχε να διαβάσω ήταν ο «Σκαντζόχερος», το «Είδωλο» και ο «Νεκρός», τα οποία ανθολογούνται στην ευρέως γνωστή για το βιβλιόφιλο κοινό ανθολογία Υπερρεαλισμού της Αμπατζοπούλου, που φέρει τον τίτλο … δεν άνθησαν ματαίως. Ανθολογία Υπερρεαλισμού (Νεφέλη, 1980). Δεν είμαι απολύτως πεπεισμένη ότι εκείνη τη χρονική στιγμή ήμουν σε θέση να αποτιμήσω αισθητικά τα κομμάτια με τα εργαλεία που προσφέρει η Φιλολογία. Είμαι σίγουρη όμως ότι ως αναγνώστρια της λογοτεχνίας με το πέρας της ανάγνωσης, πέρα από το ξάφνιασμα – που σε κάθε υπερρεαλιστικό άλλωστε κείμενο ενέχεται και μεταδίδεται στους αναγνώστες σε μικρές ή μεγάλες δόσεις –, ένιωσα από τα μικρά «παραμύθια», που μόλις είχα διαβάσει, μια ιδιότυπη αισιοδοξία με επίγευση μελαγχολίας και, συνακόλουθα, μια ονειρική αναμόχλευση.
Όλος ο πρόλογος των αναμνήσεων, βεβαίως, δεν είναι παρά για το βιβλίο που φέρει τον τίτλο Ε.Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου που κυκλοφόρησε τον χειμώνα που μας πέρασε (Δεκέμβριος, 2025) από τις εκδόσεις Πατάκη με εξαιρετική επιμέλεια της Ελένης Κεχαγιόγλου. Το βιβλίο διαρθρώνεται σε δύο μεγάλα μέρη, όπου στο πρώτο, με μονάδα τον χρόνο και ακολουθώντας τον βηματισμό μιας ιστορικής δόμησης, η Αμπατζοπούλου ξεδιπλώνει με αφηγηματική μαεστρία τις πτυχές του έργου του Γονατά παράλληλα με τον βίο του, δείχνοντας την εξαρτημένη ώσμωση ανάμεσα στην ανάγνωση και τη γραφή, τον ρεαλισμό και το όνειρο, τη ζωή και την τέχνη, την ποίηση και την πρόζα σε έναν βαθμό υπερθετικό. Σε αυτό το πρώτο μέρος, διανθισμένο σε σημεία με φωτογραφίες – τεκμήρια, που συνομιλούν με τον γραπτό λόγο εν είδει «intermezzo», σε αυτά τα πέντε κεφάλαια συν την εισαγωγή, το έργο του Γονατά μας αποκαλύπτεται μέσα από τα τεκμήρια της αλληλογραφίας του με προσωπικότητες της τέχνης και της διανόησης, φίλους και ομοτέχνους του. Αποδεικνύει δηλαδή η συγγραφέας ότι το έργο του Ε.Χ. Γονατά ερείδεται σε έναν μεγάλο τουλάχιστον βαθμό στα ποιητικά του διαβάσματα, την ευρύτερη αγάπη για την τέχνη, τις μεταφράσεις του, τη σχέση της λογοτεχνίας με άλλες τέχνες, την αλληλεξάρτηση ποίησης και φιλοσοφίας. Είναι πολλά αυτά που μπορούν να ειπωθούν για την αλληλεπίδραση του Ε.Χ. Γονατά με τον Ιβάν Γκολ ή τον Γκέοργκ – Κρίστοφ Λίχτενμπεργκ, τον Δ.Π. Παπαδίτσα και τον Γιώργο Κοτζιούλα. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω για λόγους οικονομίας της συζήτησης, την αναζήτηση απάντησης στο ερώτημα για το εάν η ποίηση έχει αυθυπαρξία, ζητούμενο που βρίσκει ερείσματα στη θεμελιώδη έννοια (der Begriff) «das Ding an sich», (το Πράγμα αυτό καθαυτό) της Καντιανής φιλοσοφίας του Καθαρού Λόγου που έθεσε το ερώτημα και την απάντηση ταυτόχρονα για το σε ποιον βαθμό μπορεί το ανθρώπινο μυαλό να γνωρίσει την αληθινή πραγματικότητα.
Σε αυτό το πρώτο μέρος, η Αμπατζοπούλου, εύστοχα, εξετάζει και το ερώτημα που ταλανίζει την κριτική για το εάν ο Ε.Χ. Γονατάς είναι περισσότερο ποιητής ή πεζογράφος, με τις αποφάνσεις να γέρνουν πότε προς την πρόζα και πότε προς την ποίηση, σχηματίζοντας ένα είδος διελκυστίνδας, από την οποία, κατά τη γνώμη μου, ελάχιστα προωθείται η συζήτηση σε ό,τι αφορά την ουσία του έργου του. Η ρευστότητα και η ανένταχτη αυτή αμφισημία δεν είναι μόνο μέρος των αισθητικών του επιλογών αλλά και της ιδεολογίας του. Διότι είναι αυτή η αμφισημία της μορφής που παλινδρομεί ανάμεσα στην ποίηση και την πρόζα, η οποία καταφέρνει να υποστηρίξει και την ερμηνευτική πολυσημία των κειμένων του.
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου που τιτλοφορείται «Σημειώματα», η Αμπατζοπούλου αναπτύσσει ζητήματα που τίθενται σε ευθεία συνάρτηση με την Ποιητική του Γονατά καθαυτή, η δόμηση επομένως δεν συντελείται με κριτήριο τον χρόνο αλλά το είδος: Ο Υπερρεαλισμός, το όνειρο στη λογοτεχνία, η αντίστιξη ανάμεσα στο βίωμα (das Erlebnis), όπως ορίζεται από τον Wihlelm Dilthey, και την εμπειρία (die Erfahrung), είναι μερικά από όσα λεπτομερώς παρουσιάζονται και ενδελεχώς τεκμηριώνονται με τη συνδρομή της βιβλιογραφίας. Και εδώ, πάλι επιλεκτικά, θα σταθώ στη σημασία και τον ρόλο που διαδραματίζει το όνειρο στο έργο του Ε. Χ. Γονατά, σύμφωνα με την Αμπατζοπούλου. Παραθέτω: « […] Κύριο χαρακτηριστικό του ονείρου είναι ότι το άτομο απελευθερώνεται από κοινωνικές συμβάσεις, ρόλους, προκαταλήψεις και διεκδικεί έναν πολυπρόσωπο εαυτό, στον οποίο συμποσούται ολόκληρη η εμπειρία του κόσμου, χωρίς δεσμεύσεις και όρια. […] Τον Γονατά δεν τον ενδιαφέρει απλώς η αφήγηση ενός ονείρου με λεπτομερείς περιγραφές σκηνών επιθυμίας ή φόβου, αλλά η φύση του ίδιου του ονειρικού φαινομένου που αποκαλύπτει αντιφάσεις, παρεκτροπές, ανεξέλεγκτες καταστάσεις, έξαψη βίας. […] σ. 130. Και αλλού: «[…] Πιστεύω ότι αυτό που κρατά είναι η αντίληψη του Γιαν Πάουλ ότι το ονειρικό χάρη στη ρευστότητά του, προσφέρεται για την ποιητική δημιουργία […] σ. 275». Αντιλαμβανόμαστε επομένως ότι η πρώτη ύλη που τροφοδοτεί την ερμηνευτική ρευστότητα στο έργο του Γονατά συνεκδοχικά ταυτίζεται με το όνειρο.

Το έργο του Ε.Χ. Γονατά, σίγουρα όχι ογκώδες – μετρά ευάριθμους τίτλους [1] – και με κείμενα που τα χαρακτηρίζει η λιτότητα στη φόρμα, πράγματι άργησε να καταστεί επιδραστικό τον καιρό της δημιουργίας και της έκδοσής του, στον βαθμό που η κριτική σχεδόν τον αγνόησε, αλλά και τόσο ο λογοτεχνικός [2] όσο και ο σχολικός λογοτεχνικός [3] κανόνας άργησαν να τον εντάξουν στους κόλπους τους. Και θα μπορούσε ακόμη να αναρωτηθεί ίσως και εύλογα κανείς τι κομίζει αυτό το έργο, το όψιμα αναγνωρισμένο, στον καιρό της κυριαρχίας της οθόνης, στην εποχή μιας ψηφιοποιημένης ζωής που μοιάζει συν τοις άλλοις να αρχίζει να ετεροκαθορίζεται από τη φενάκη μιας νοημοσύνης που απευθύνεται σε ανθρώπους, χωρίς η ίδια της να είναι ανθρώπινη. Την απάντηση στο ερώτημα την προσφέρει η μελέτη της Αμπατζοπούλου που για εμένα τουλάχιστον, εάν πρέπει να συνοψιστεί, βρίσκεται στο όνειρο. Είναι το όνειρο που έχει αρχίσει επικίνδυνα να εκλείπει ως είδος, ιδίως στους νέους και στους εφήβους, και σε αυτήν τη διαδρομή με προορισμό το όνειρο μας απλώνει το χέρι με ανιδιοτέλεια ο Γονατάς μέσω του έργου του, από το οποίο, ενώ η γλυκιά μελαγχολία για το ατελέσφορο υπάρχει, απουσιάζουν η κραυγαλέα διαμαρτυρία και η αγενής καταγγελία τόσο στο επίπεδο της αισθητικής και της φόρμας όσο και σε αυτό των ιδεών.
Οι λέξεις ίσως δεν μπορούν να αποδώσουν με ακρίβεια τα συναισθήματα και τις αναγνωστικές προσδοκίες που μου γεννήθηκαν από το εν λόγω βιβλίο, το οποίο για χρόνια παρέμενε ζητούμενο ίσως και για την ίδια τη συγγραφέα. Είναι όμως η ίδια η ανάγνωση που προσφέρει την ανταμοιβή σε όσα ο νους ονειρεύεται και προσδοκά, καθώς το βιβλίο είναι καρπός μιας «παθιασμένης συνεύρεσης» ανάμεσα στη στιβαρή επιστημονική έρευνα και τη σαγηνευτική γραφή. Και είναι από εκείνες τις ιδανικές συγκυρίες που στο τέλος της ημέρας αντιλαμβάνεται κανείς ότι, όταν η σπουδή των κειμένων συμβαδίζει με τη σπουδή των ίδιων των ανθρώπων, όταν η γνώση συμπορεύεται με την άδολη φιλία, η ανάγνωση, για όλους και όλες μας, μετατρέπεται σε κάτι φυσικό και αναγκαίο συνάμα, όπως και όσο είναι η αναπνοή για τη διατήρηση της ύπαρξής μας.
Σημειώσεις
1. Για την εργογραφία του Ε.Χ. Γονατά βλ. τη σελίδα της Βιβλιονέτ.
2. Για το έργο του βλ. το βιβλίο του Roderick Beaton, Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία, Νεφέλη, Αθήνα 1996, σ. 322-324.
3. Ενδεικτικά παραθέτω τον σύνδεσμο από το Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Β΄ Γυμνασίου (πρώτη έκδοση 2006), όπου ανθολογείται ο «Σκαντζόχερος».
⸙⸙⸙
[Η Σωτηρία Καλασαρίδου είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στη Φιλοσοφική Σχολής Α.Π.Θ. – Διδάσκουσα Ε.Α.Π. και Α.Π.ΚΥ. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Το βιβλίο βραβεύτηκε χθες από το ηλεκτρονικό περιοδικό Αναγνώστης στην κατηγορία του δοκιμίου-μελέτης. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








