Εκεί που το μονοπάτι κάνει διχάλα κοίταξα το κινητό μου. Είχα διανύσει 2.988 μέτρα κι είχα κάψει 149 θερμίδες μέσα σε τριάντα ένα λεπτά. Αρκετά καλά, αν και περπατούσα χαλαρά χαζεύοντας τα ψηλά χορτάρια που θέριευαν ανάμεσα στα πεύκα και βρίσκονταν στην καλύτερη ώρα τους: τις μολόχες με τα μωβ άνθη και τα πλατιά φύλλα παρέα με τραχιές τσουκνίδες, τις λαψάνες με τα κίτρινα λουλούδια, τις συμμετρικές άκανθες που με το βαθύ πράσινο των φύλλων τους φάνταζαν σχεδόν μαύρες. Ενώ κοίταζα το κινητό, θυμήθηκα το όνειρο της προηγούμενης νύχτας. Έβλεπα τον εαυτό μου σε δύο αντικριστούς καθρέφτες. Ο ένας ήταν μεγάλος, επιβλητικός, με επίχρυση σκαλιστή κορνίζα, όπου έβλεπα το είδωλό μου να κινείται αυθύπαρκτα στο εσωτερικό του ως να υπήρχε εκεί μέσα σ’ ένα μυστικό δωμάτιο στις τρεις διαστάσεις του χώρου, ενώ ο άλλος καθρέφτης, ένα απλό κρύσταλλο, ήταν κομμένος ακριβώς πάνω στη σιλουέτα μου σαν φωτογραφία σε φυσικό μέγεθος επικολλημένη πάνω σε χαρτόνι. Δεν ήταν όμως φωτογραφία, ήταν πάλι το είδωλό μου κλειδωμένο, παγωμένο μέσα στον καθρέφτη. Κι εγώ, το υποκείμενο που έβλεπε τους καθρέφτες, απούσα ή καλύτερα αθέατη όπως ο παντεπόπτης αφηγητής σε κάποια μυθιστορήματα.
Αυτόματα είχα πάρει τον βραχίονα του μονοπατιού που κατηφορίζει προς την άσφαλτο. Η κατηφόρα με παρέσυρε και γλίστρησα. Πετρούλες, χώματα κατρακύλησαν, κρατήθηκα απ’ το κλαδί ενός σκίνου, κάρφωσα τα πέλματα στο έδαφος, ισορρόπησα κι έκανα μεταβολή. Στη διακλάδωση προχώρησα στο ανηφορικό μονοπάτι που μάλλον είναι νεροσυρμή παρά μονοπάτι και κατευθύνθηκα προς το παλιό νταμάρι· νομίζω ότι η ανηφόρα είναι πιο εύκολη απ’ την κατηφόρα. Στη βρυσούλα κάτω απ’ το νταμάρι, η οποία είναι μια χτιστή χαμηλή στήλη απ’ όπου βγαίνει το στόμιο ενός σωλήνα κι από κάτω μια βάνα, είδα δύο πλαστικά δοχεία παγωτού, το ένα με νερό και το άλλο με γατοτροφή. Στην είσοδο του νταμαριού, εκεί που υπάρχει μία μπάρα –άγνωστο για ποιο λόγο– σε σχήμα πι, όμοια μ’ αυτές που υπάρχουν στα πεζοδρόμια για να εμποδίζουν τα αυτοκίνητα να παρκάρουν, σταμάτησα, για να κάνω λίγες διατάσεις. Έβγαλα το φούτερ μου και το άφησα πάνω στη μπάρα. Ανέβασα το αριστερό πόδι στην μπάρα, στήριξα τη φτέρνα πάνω της κι έσκυψα με ίσια πλάτη προς το πόδι, στην αρχή με λυγισμένο γόνατο, μετά με τεντωμένο· όλη η πίσω πλευρά διατάθηκε από τους οπίσθιους μηριαίους μυς μέχρι τον αχίλλειο τένοντα. Έμεινα σ’ αυτήν τη στάση λίγα δεύτερα και μετά ανασήκωσα τον κορμό. Το νταμάρι είναι ένα γούβωμα ακανόνιστο κάπως σαν χαράδρα με τυφλή τη δυτική πλευρά, κοφτές κατωφέρειες από χαλαρό κίτρινο χώμα ύψους όσο ένα δίπατο σπίτι, ίσως και παραπάνω, και πυθμένα επίπεδο που είναι φυτεμένος με χαρουπιές, δάφνες, μυρτιές, ροδοδάφνες και λυγαριές, σε σημεία πολύ πυκνά σαν ένας κάπως άγριος κήπος. Στην κορυφή των πρανών υπάρχουν πεύκα. Κάποτε είχα δει να προπονείται σ’ αυτό το σημείο ένας σχοινοβάτης. Είχε δέσει το σκοινί του σε δύο πεύκα στην κορυφή του νταμαριού από τη μία πλευρά στην άλλη και περπατούσε πάνω του στο κενό, δεμένος όμως στο σκοινί με ιμάντες· έτσι, αν έχανε την ισορροπία του θα αιωρούνταν απ’ τη μέση ή ίσως απ’ τις μασχάλες.
Κατέβασα το αριστερό πόδι κι ανέβασα το δεξί στη μπάρα, το οποίο είναι πιο σκληρό και δύσκαμπτο απ’ το αριστερό λόγω μια παλιάς θλάσης. Εκεί με το πόδι τεντωμένο, θυμήθηκα πάλι το όνειρο. Τι ήθελε να μου πει; Όπως πολλά όνειρα ήταν μια μεταφορά, αλλά πού παρέπεμπε, ποιο ήταν το μυστικό σκέλος της, δηλαδή ποια ήταν η κυριολεξία της; Πάνω από τον αριστερό ώμο μου είδα ένα νεαρό ζευγάρι ν’ ανεβαίνουν στην εξωτερική ανηφορική πλευρά του νταμαριού και στο βάθος είδα τον Υμηττό με την καθαρή –μονοκοντυλιά– γραμμή του, τις συνοικίες του Χολαργού, του Παπάγου, της Ηλιούπολης, χαλκομανίες στις πλαγιές του κι ένιωσα απόμακρη και χαμένη· στεκόμουν στο ένα πόδι, το άλλο πάνω στη μπάρα και δεν ήξερα τι να κάνω την επόμενη στιγμή, την επόμενη ώρα ή στην υπόλοιπη ζωή μου και μετά αποσυνδέθηκα εντελώς και με είδα ν’ ανεβαίνω μια σκάλα.
Η εικόνα είναι η εξής: Ανεβαίνω μια τσιμεντένια σκάλα με εννιά, δέκα σκαλοπάτια, είμαι λίγο ζαλισμένη από τις μπύρες που έχουμε πιει, αλλά όχι δεν πίναμε μπύρα, πρέπει να πίναμε κρασί, άσπρο κρασί χύμα. Νιώθω ανάλαφρη, δεν ανεβαίνω τη σκάλα, μάλλον πετώ προς την κορυφή της μέσα σε μια ύλη ρευστή και απαλή που με περιβάλλει κι έξαφνα σκέφτομαι ότι το αγόρι που μόλις αποχαιρέτησα δεν θα το ξαναδώ. Είχαμε γνωριστεί εκείνη τη μέρα, κάναμε βόλτες στα δρομάκια γύρω απ’ την Αθηνάς, πόση ώρα περπατήσαμε δεν ξέρω, μπορεί να είχαμε περπατήσει ώρες ή λίγα λεπτά και μετά καθίσαμε σ’ ένα καφενείο στην αρχή μιας στοάς που στάθηκε αδύνατον να εντοπίσω ξανά, γιατί ίσως να μην ήταν στοά αλλά ένα πολύ στενό, σκοτεινό δρομάκι που έδινε την εντύπωση στοάς. Η μία έξοδος, εκεί που βρισκόταν το καφενεδάκι ήταν στο ίδιο επίπεδο με τον δρόμο, ενώ ανέβαινες εννιά ή δέκα σκαλοπάτια για να βγεις στην άλλη πλευρά. Ανεβαίνω λοιπόν τα σκαλιά, η βαρύτητα έχει επιστρέψει, το σώμα μου είναι από ύλη άκαμπτη, το τσιμέντο έχει ξαναβρεί τη σκληράδα του, έχω αυτό το προαίσθημα και στο τελευταίο σκαλοπάτι γυρίζω το κεφάλι. Ο Γιώργος στέκεται στο πεζοδρόμιο στην άλλη άκρη και κοιτάζει προς το μέρος μου. Μία στενή λωρίδα απογευματινού φωτός διαπερνά τις σκιές, πέφτει λοξά ακριβώς πίσω του κι αφήνει μια φωτεινή σφήνα στον δρόμο ως το φως να ρέει μέσα από ένα χωνί και να το καταπίνει η άσφαλτος. Το πρόσωπο κι όλη η φιγούρα του δείχνουν εντελώς σκοτεινά, μαύρα. Η αίσθηση γίνεται βεβαιότητα, αυτή είναι η τελευταία φορά που τον βλέπω. Είμαι όμως είκοσι δύο χρονών και φοβάμαι τη γελοιοποίηση περισσότερο από την απώλεια· έτσι κάνω μόνο ένα νεύμα χαιρετισμού.
Στο ραντεβού μας τρεις μέρες μετά πήγα με δύο ώρες καθυστέρηση. Ήμουν τότε φοιτήτρια επί πτυχίω στη Νομική, έδινα εξετάσεις προφορικά Αστικό, το οποίο πέρασα μεν με εφτά, αλλά έχασα το ραντεβού, επειδή άργησε να έρθει ο καθηγητής που θα μας εξέταζε.
Προσπάθησα να τον βρω, αλλά αυτά που ήξερα γι’ αυτόν ήταν ελάχιστα: το μικρό του όνομα, Γιώργος, και ότι ήταν φοιτητής του Πολυτεχνείου. Ήξερα επίσης ότι τον γοήτευαν οι πίσω όψεις των κτιρίων και οι ακάλυπτοι των πολυκατοικιών με τα μπαλκονάκια τους να ξεβγαίνουν από τους γκρίζους τοίχους και που πάνω τους στριμώχνονται σκούπες, κουβάδες, σφουγγαρίστρες κι απλώστρες με απλωμένα εσώρουχα. Επίσης ότι του άρεσε ο Νίκος Καρούζος, κάποιες κωμωδίες με τον Χατζηχρήστο, ο Μπένγιαμιν –πρώτη φορά τον άκουγα– κι ο Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας. Κάποια στιγμή μάλιστα, καθώς περπατούσαμε, σιγοτραγούδησε: «Σα μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει…». Α! ήταν και φανατικός ΑΕΚτζής.
Ψάχνοντάς τον στήθηκα πολλές φορές, συνήθως παρέα με κάποια φίλη μου στην είσοδο του Πολυτεχνείου και πέρασα μέρες στο κυλικείο του. Μπήκα σ’ αίθουσες κι έγραψα με κιμωλία σε πίνακες: «Η Μαρία αναζητά τον Γιώργο». Τίποτα. Πήγα –αν και το κράτησα κρυφό– και σε χαρτορίχτρα. Ζούσε σ’ ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας στη Λιοσίων. Πρώτα έκανε τρεις γύρους στο τραπέζι και με ράντισε με ένα ελαιώδες υγρό μουρμουρίζοντας. Κατόπιν έριξε τα χαρτιά στρώνοντάς τα πρώτα σε τετράγωνο, μετά σε τρίγωνο και τέλος σταυροειδώς, ενώ έλεγε για δρόμους, λιμάνια, πόρτες μεγάλες και μικρές και πρόσωπα, πολλά πρόσωπα αλλά πουθενά ο Γιώργος. Μετά μάζεψε τα χαρτιά της και είπε σιβυλλικά ότι κανείς δεν μπορεί να βρει κάτι που δεν χάθηκε, γιατί –συμπλήρωσε– για να χάσεις κάτι, πρέπει πρώτα να το έχεις.
Επίμονα γαυγίσματα με επανέφεραν στο νταμάρι λίγο σαστισμένη, σαν μόλις ν’ αποβιβάστηκα σ’ άγνωστο σταθμό μετά από πολύωρο ταξίδι με τρένο. Ένα σκυλί ψηλά στην κορυφή του νταμαριού αλυχτούσε κοιτώντας κάτω στην κοίτη του. Ακολουθώντας το βλέμμα του την είδα· μια καφεκόκκινη αλεπού μέσα στους θάμνους, δύο τρία μέτρα από κει που στεκόμουν. Ήταν πανέμορφη με τη φουντωτή ουρά της, στεκόταν ακίνητη αλλά τσιτωμένη, σ’ εγρήγορση, φοβισμένη κι όμως σίγουρη μέσα στην αδιαπραγμάτευτη αλεπουδοσύνη της.
Τι γυρεύει η αλεπού στον Λυκαβηττό; Πώς βρέθηκε εδώ; Την άφησε κάποιος φιλόζωος που φιλοδόξησε να τη μετατρέψει σε κατοικίδιο κι επειδή αποδείχτηκε μπελάς, την εγκατέλειψε στον λόφο; Ή μήπως ήλθε απ’ τον Υμηττό ή απ’ την Πάρνηθα κυνηγημένη, ψάχνοντας για τροφή, διασχίζοντας γειτονιές και λεωφόρους, διασχίζοντας έναν αλλόκοτο κι ανοίκειο κόσμο; Και πώς επιβιώνει; Τρώγοντας γατοτροφή και πίνοντας νερό που αφήνουν σε πλαστικά δοχεία φιλόζωοι περιπατητές; Πώς προστατεύεται από τα σκυλιά που την κυνηγούν; Πώς κοιμάται με τα φώτα και τα αυτοκίνητα να ανεβοκατεβαίνουν τον λόφο όλο το εικοσιτετράωρο; Τα ακούω κι εγώ αργά τις άγρυπνες νύχτες του καλοκαιριού, ακούω τις μηχανές τους, ακούω τους οξείς συριστικούς ήχους που κάνουν τα λάστιχα καθώς ανηφορίζουν αναπτύσσοντας ταχύτητα. Την φαντάστηκα κουβαριασμένη, σ’ επιφυλακή, να την τυφλώνουν ριπές φωτός, ακατανόητοι θόρυβοι να την κάνουν να τινάζεται, η πείνα κι ο φόβος να φλογίζουν το άδειο στομάχι της κι η αϋπνία να τρίβει γυαλί κάτω απ’ τα βλέφαρά της.
Κατέβασα το πόδι μου προσεκτικά από τη μπάρα, η αλεπού αντιλήφθηκε την κίνησή μου και γύρισε προς το μέρος μου. Τα μάτια της πηγαινοέρχονταν στις κόγχες τους σαν αδέσποτοι πλανήτες που ξέφυγαν απ’ την τροχιά τους. Εν τω μεταξύ το σκυλί στην κορυφή του νταμαριού συνέχιζε να γαυγίζει χοροπηδώντας στην άκρη, τα χώματα δεν άντεξαν, ξέσπασαν κι άρχισαν να κυλούν. Αυτό γαντζώθηκε σ’ έναν θάμνο που τα κλαδιά του έβγαιναν στο κενό γαυγίζοντας ξετρελαμένο. Τελικά έδωσε ένα πήδο και κατάφερε και βρεθεί σε στέρεα γη. Έκλεισα τα μάτια, γιατί έτσι όπως έπεφταν ραντιστά τα χώματα κι οι πέτρες, μ’ έλουσε μια κίτρινη σκόνη.
Την επόμενη στιγμή όταν άνοιξα τα μάτια, με είδα, την είδα, να ξεσκονίζει προσεκτικά τα ρούχα της, μετά φόρεσε το φούτερ που είχα αφήσει στη μπάρα και πήρε να κατηφορίζει. Κι εγώ χώθηκα πιο βαθιά μέσα στους θάμνους, τριμμένο γυαλί κάτω απ’ τα βλέφαρά μου και στο στομάχι μου φωτιά απ’ την πείνα και τον φόβο.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Πηγή φωτογραφίας: Urbanorama. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







