frear

Εαρινή συμφωνία – του Γιώργου Καρτάκη

Τον έκλαψε η μάνα τον πατέρα μας. Με μοιρολόγια που δεν φανταζόμουν πως ήξερε. Όμως, αν αναλογιστώ: στα δύσκολα πάντα η μάνα τα κατάφερνε∙ έδειχνε μια δύναμη, που δεν πιστεύαμε πως έχει.

Και να τώρα, με έναν νεκρό πατέρα στο σπίτι, μπροστά μας ξαπλωμένο, κοντά μας πάλι στο κέντρο της παρέας, μα αμίλητο, παγωμένο, με χέρια δεμένα – για πάντα ασάλευτο.

Είχα μια τελευταία ευκαιρία να παρατηρήσω τα χαρακτηριστικά του, να τα κρατήσω στη μνήμη, τα κλειστά μάτια με τις αραιές βλεφαρίδες, τη μεγάλη μύτη, τα μαλλιά. Μια τελευταία ευκαιρία να διατρέξω με το βλέμμα το δέρμα, τους πόρους, να αποτυπώσω ό,τι ως τότε γνώριζα, μα και ό,τι μου είχε πιθανόν διαφύγει. Ήταν η τελευταία ευκαιρία σε έναν αγώνα δρόμου με τον χρόνο, να προφτάσω να του πω πράγματα που ποτέ δεν τόλμησα να ομολογήσω, να του ζητήσω έστω και τώρα συγγνώμη. Μια νύχτα κρύα, χειμωνιάτικη. Με άκουγε άραγε; Άκουγε το μέσα μου που σπάραζε;

Πλάι του η μάνα μου καθισμένη όλο το βράδυ, σε εκείνο το μακάβριο έθιμο που θέλει το νεκρό στο σπίτι, άυπνη. Άλλαζε πότε πότε στάση ρίχνοντας το βάρος του κορμιού μια δεξιά μια αριστερά, χαμένη σε σκέψεις με μάτια ανοιχτά, χωρίς να κοιτάζει πουθενά, στο δικό της το τίποτα.

Τον φρόντισε η μάνα μου τον πατέρα μήνες αρρώστιας αγόγγυστα. Και τι να κάνει; Ήταν ο άνθρωπος της και αυτή η κατάληξη, η μοίρα της. Λιγόψυχη καθώς ήταν, λέγαμε: «Θα πεθάνει ο πατέρας και ποιος θα την αντέξει;» Μα να τώρα που παλικαρίσια, λες, έφερε εις πέρας και την τελευταία πράξη ενός μακροχρόνιου δράματος. «Αχ, και γιατί;» του ψιθύριζε, λες και τον μάλωνε: «Σαν σήμερα ήσουν γαμπρός ντυμένος!»

(Ο πατέρας πέθανε στις 12 Δεκεμβρίου, γιορτή του Αγ. Σπυρίδωνα και πεντηκοστή επέτειο γάμου των γονιών μας)

Πέρασε η κηδεία, τα λιβανίσματα, τα μνημόσυνα. Όλα τα τήρησε η μάνα μας πιστά, κατά γράμμα. Σιωπηλή, ήρεμη. Αγόρασε μια ασημένια κορνίζα, διάλεξε μια φωτογραφία του και τον έβαλε πλάι της στο κομοδίνο. Έκπληκτοι εμείς, που πιστεύαμε ότι η μάνα μας δεν θα άντεχε τη μοναξιά, την καλούσαμε να έρθει λίγες μέρες από το χωριό στα σπίτια μας, να δει τα εγγόνια, να ξεφύγει απ’ τις σκέψεις.

Μας ξέκοβε κάθε δεύτερη κουβέντα με ένα απόλυτο «Εγώ δε φεύγω από το σπίτι μου!». Και, βέβαια, ήμασταν ικανοποιημένοι, όχι γιατί θα μας γινόταν βάρος αν έμενε για δυο τρεις μέρες μαζί μας, αλλά γιατί τη νιώθαμε όλο ζωή, να βρίσκει σιγά σιγά τις παλιές ασχολίες της – μέχρι και παλιές συμμαθήτριες από το σχολείο ξαναβρήκε!

Η ζωή όλων μας ξαναπήρε τον ρυθμό της, ξαναγύρισε η καθημερινότητα, η ρουτίνα, η νωθρή βεβαιότητα πως όλα πάνε πάλι καλά, κουρδισμένα, αδιάφορα.

***

Τον δρόμο για τη δουλειά – ένα εικοσάλεπτο διασχίζοντας το κέντρο της πόλης – τον έκανα πρωί και απόγευμα με τα πόδια. Κίνητρο αυτού του ευεργετικού ποδαρόδρομου δεν ήταν τόσο η συνειδητοποίηση της ωφελιμότητάς του, όσο το γεγονός, πως κλεισμένος ολημερίς στον ίδιο χώρο, αυτή η εκτενής διαδρομή μού έδινε την ψευδαίσθηση μιας ανέμελης βόλτας, που διαφορετικά δεν θα είχα την ευκαιρία να κάνω. Κάποιες φορές, μάλιστα, επιβράδυνα το βήμα, κοντοστεκόμουν και χάζευα τις βιτρίνες. Κοντολογίς, έπαιρνα τον αέρα μου.

Ένα τέτοιο ανοιξιάτικο απόγευμα ήταν – τη δεύτερη άνοιξη μετά τον θάνατο του πατέρα – που πήγαινα πάλι στη δουλειά. Θεού χαρά ακόμα και στην πόλη. Το πρώτο δυνατό φως ενός καταγάλανου ουρανού άνοιγε τις καρδιές των ανθρώπων. Σε εμένα αυτή η εποχή δημιουργεί πάντα μια αίσθηση πλησμονής, μιας αγωνίας να συμβεί το απροσδόκητο. Θαρρώ πως σε τούτο το διάφανο φως οι άνθρωποι μοιάζουν πιο όμορφοι, τα μάτια τους καθαρότερα και μια κρυμμένη καλοσύνη αντανακλάται στα πρόσωπά τους.

Περίμενα στο φανάρι της μεγάλης διασταύρωσης στο κέντρο να περάσω απέναντι. Αφηρημένος καθώς ήμουν, ένιωσα το βλέμμα μου να σταματά για μια ελάχιστη στιγμή σε κάτι αναγνωρίσιμο, σε μια μαυροντυμένη, μικρόσωμη γυναίκα στο απέναντι πεζοδρόμιο, που περίμενε και αυτή να αλλάξει το φανάρι.

«Όχι, δεν μπορεί να είναι η μάνα μου», σκέφτηκα. Δεν θα ερχόταν ποτέ στην πόλη, χωρίς να μας το πει. Ξανακοίταξα. Κάτι σαν ρεύμα με διαπέρασε. Κάτι ανατράπηκε μέσα μου.

Πίσω από μια σκοτεινή γωνιά, που ποτέ μου δεν είχα προσέξει, πρόβαλε μια γυναίκα, που ως τότε δεν γνώριζα. Έδειχνε αποφασισμένη. Ύψωσε το κεφάλι να ελέγξει την κυκλοφορία και με την αλλαγή στον σηματοδότη, πρόταξε το πόδι, πάτησε σταθερά στο οδόστρωμα και διέσχισε τον δρόμο. Η μάνα μου. Επιτέλους ελεύθερη!

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Letizia Battaglia. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη