frear

Προσωρινός Αποχαιρετισμός – γράφει ο Μιχάλης Μοδινός

Τζούλιαν Μπαρνς, Αναχωρήσεις, μτφ. Κατερίνα Σχινά, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026.

Κατά δήλωση του ιδίου του Τζούλιαν Μπαρνς, Οι Αναχωρήσεις είναι το τελευταίο βιβλίο ενός ηλικιακά μεγάλου, λευκού, άρρενος, Δυτικού συγγραφέα που δεν θα πάρει ποτέ το Νόμπελ ακριβώς για αυτούς τους λόγους. Είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε τον αποχαιρετισμό του, να του τον ανταποδώσουμε, να συμπαραταχθούμε με την έντεχνα συγκαλυμμένη και δίκαιη πικρία του, να τον ευχαριστήσουμε για όσα μας προσέφερε επί δεκαετίες. Είμαστε επίσης υποχρεωμένοι να ελπίσουμε πως θα διαψευσθεί.

Υπήρξε για μένα, και για πλείστους άλλους, πηγή απόλαυσης και έμπνευσης ο ογδοντάρης πλέον Τζούλιαν Μπαρνς. Χαίρομαι πάντα όταν πιάνω (και συχνότατα ξαναπιάνω) στα χέρια μου ένα βιβλίο του, λόγω του χιούμορ, της αυθόρμητης ευρυμάθειας, της κριτικής λεπτότητας, της πλατιάς ματιάς του στην ιστορία, του πραγματισμού και της αίσθησης προορισμού που αποπνέει το έργο του. Σε αντίθεση ωστόσο με αρκετούς κριτικούς και συγγραφείς που επιμένουν να τον υμνούν, πιστεύω ότι έχει αφήσει πίσω του στη δεκαετία του ’80 και του ’90 τις μέρες της μεγάλης έμπνευσης. Βιβλία όπως Η ιστορία του Κόσμου σε 101/2 Κεφάλαια, Ο Παπαγάλος του Φλωμπέρ ή Ο Σκαντζόχοιρος έχουν εξαντλήσει το βιωματικό ρεπερτόριό του. Όπως και η υπόλοιπη αναζωογονητική φουρνιά του αγγλικού μεταμοντερνισμού (Ίαν Μακγιούαν, Καζούο Ισιγκούρο, Μάρτιν Έιμις, Σάλμαν Ρούσντι, Χανίφ Κιουρέισι), η τέχνη του μοιάζει να φθίνει με την ηλικία, σταδιακά μεν, αλλά σαφώς. Η απονομή του Βραβείου Μπούκερ για το Ένα κάποιο τέλος ήρθε περισσότερο ως επικύρωση της πορείας του και ως διόρθωση μιας αδικίας παρά ως πραγματική επιβράβευση ενός συγκεκριμένου έργου. Συμβαίνουν αυτά στην ιστορία της λογοτεχνίας, και πιθανότατα ορθώς.

Τα όρια μεταξύ δοκιμίου και μυθοπλασίας στο έργο του Μπαρνς, είναι ασαφή, κάτι που συνιστά άλλωστε το ιδιαίτερο προγραμματικό του στοιχείο. Στο άψογα μεταφρασμένο, ως συνήθως, από την Κατερίνα Σχινά τελευταίο του βιβλίο, γίνονται αδιαφανή. Ίσως φταίει γι’ αυτό η περιλάλητη αναξιοπιστία της μνήμης, περισσότερο όμως έχουμε να κάνουμε, κατά την ανάγνωσή μου, με απροσδιοριστία της στόχευσης. Το ίδιο το βιβλίο –αν θέλουμε να παραμερίσουμε τους συναισθηματισμούς– δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική, καθώς έχουμε πέντε εντελώς ανεξάρτητα κεφάλαια που κι αυτά έχουν εντός τους άλλες ενότητες δύσκολα συγκολλούμενες μεταξύ τους. Υπάρχει π.χ. ένα κεφάλαιο /περιήγηση στην έννοια της μνήμης όπου επισκεπτόμαστε τον Προυστ και τα εναρκτήρια ερεθίσματα που πυροδοτούν τον χαμένο του χρόνο: μια γεύση γλυκίσματος [της μαντλέν] που στη Μεριά του Γκερμάντ επαγωγικά ανακαλεί περιστατικά μεγάλης συναισθηματικής έντασης. Είναι μια γεύση που ξεθάβει συγκινησιακή φόρτιση και ανασύρει θησαυρούς από τις επιστρώσεις του χρόνου, οδηγώντας σε διερωτήσεις περί του αν θα το αντέχαμε να ξεθάψουμε την κάθε μικρή μας ανάμνηση, με όσα αυτή συμπαρασύρει. Μια άλλη πάλι ενότητα [το 1/5 του βιβλίου χοντρικά] ασχολείται αποκλειστικά με τα της υγείας του, αλλά με ένα τόσο αναιτιολόγητο και καταθλιπτικά λεπτομερή τρόπο που μαθαίνουμε ακόμα και τις τιμές του καλίου στις αιματολογικές του εξετάσεις μέσα από ατέλειωτες, αποπνικτικές σελίδες.

Αλλού πάλι παρεισφρέει ως αιτιολόγηση και ερέθισμα για μια κάποια μορφή μυθοπλασίας η ερωτική ιστορία δύο συμφοιτητών που ο ίδιος τους είχε συστήσει το πάλαι ποτέ και που ξαναβρίσκονται σαράντα χρόνια μετά, πάλι υπό την δική του καθοδήγηση. Ο έρωτάς τους αναβιώνει με αποκλίνοντες τρόπους για τα δύο γερασμένα πια εμπλεκόμενα μέρη, και όπως είναι φυσικό, εντέλει χωρίζουν ξανά. Αλλά η όλη ιστορία σού δίνει την αίσθηση ότι είναι απλό πρόσχημα για να πει ο συγγραφέας κάτι άλλο – το οποίο τελικά δεν λέει. Δεν προκύπτει κάτι πρωτότυπο, συγκινητικό, βαθυστόχαστο ή άξιο μνήμης από τον δύστυχο άντρα που έχει διατηρήσει ζωντανή την επιθυμία του για κείνο τον παλιό έρωτα και μάλιστα τον εκφράζει κατά λέξη «γαμάτα» και την αμήχανη μοναχική γυναίκα που επειδή είχε κάμποσες εμπειρίες στην ζωή της σχετικοποιεί την αξία του γηράσκοντος, ενοχλητικού εραστή. Και οι δυο αποχωρούν και οι δυο πεθαίνουν. Ε και; Ο πλούτος των θεμάτων που θα μπορούσαν να αναδειχθούν από την ιστορία αυτή είναι μεγάλος αλλά δίνονται με έναν επίπεδο και σχηματικό τρόπο – σαν ο ίδιος ο Μπαρνς να έχει ξεχάσει τα αισθήματα που τον δονούσαν κάποτε και τα οποία περίτεχνα μορφοποιούσε.

Υπάρχουν κι άλλα μικρά και αποκλίνοντα, όπως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του βιβλίου που ασχολείται με τις αναχωρήσεις και την έννοια της φυγής, περιηγούμενο στον Μαλλαρμέ, τον Μπωντλαίρ, τον ξεχασμένο Θεόφιλο Γκωτιέ, τον Ρεμπώ και άλλα πρόσωπα της γαλλικής κυρίως σχολής, με όσα το ταξίδι [ή η αποφυγή του] επισώρευσε στη ζωή και το έργο τους: προσδοκίες, διαψεύσεις, αδιαφορία, ευθυνοφοβία, και άλλα πολλά. Εδώ ο Μπαρνς είναι στα καλύτερά του κι εμείς μαθαίνουμε ουκ ολίγα, όπως άλλωστε και σε ποικίλες άλλες αποστροφές του βιβλίου που δίνονται με τον δικό του ιδιαίτερο αφηγηματικό τρόπο αλλά δύσκολα εντάσσονται σε ένα οργανικό σύνολο.

Συναρθρώνονται όλα τα πιο πάνω [συν κάποια ακόμα] σε κάτι που να βγάζει νόημα, πέραν της άκεφα παιγνιδίζουσας πρόζας ενός ευφυούς συγγραφέα που αυτοχαρακτηρίζεται μάλιστα ως εύθυμος πεσιμιστής; Ρητά δεν το νομίζω. Η θανατολαγνεία κυριαρχεί, η έμπνευση έχει αποχωρήσει και το όποιο σχέδιο απουσιάζει – όπως άλλωστε και σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης μυθοπλασίας. Επιβεβαιώνεται έτσι το ρηθέν από τον ιδιοφυή ομότεχνο και φίλο του εν όπλοις Μάρτιν Έιμις [ο οποίος, πολύ σοφά, αποσύρθηκε νωρίς από τη μυθοπλασία] ότι μία από τις παράπλευρες συνέπειες της σύγχρονης ιατρικής είναι ο «γηρασμένος συγγραφέας», που συνεχίζει να δημοσιεύει ενώ οι δημιουργικές του δυνάμεις έχουν διαβρωθεί, τα νέα ερεθίσματα λείπουν, η κοινωνία έχει μεταβληθεί ριζικά και οι χυμοί της ζωής τον έχουν εγκαταλείψει. Σπουδαία ονόματα, στα οποία προσωπικά οφείλω πολλά, όπως οι ύστεροι Ντον ΝτεΛίλλο, Τζών Μπάνβιλ, Τζ. Μ. Κουτσί, Τζόις Κάρολ Όουτς και Φίλιπ Ροθ τον επιβεβαιώνουν –αν και ίσως υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις. Σε ό,τι αφορά πάντως τον ίδιο Μπαρνς αυτό έχει γίνει εμφανές από καιρό, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την μυθοπλαστική εκείνη δύναμη που παρήγαγε κάποτε τον Παπαγάλο του Φλωμπέρ και την Ιστορία του Κόσμου σε 10 ½ Κεφάλαια. Αυτό που μένει ευτυχώς ζωντανό είναι η πάντα ευφυής συγγραφική του μέθοδος και η κριτική του κομψότητα – αν και αποδεικνύεται ότι στις μέρες μας το ταλέντο έχει μικρότερο προσδόκιμο ζωής από τον εκάστοτε φορέα του.

Στον Παπαγάλο του Φλωμπέρ υπήρχε μια παιγνιδίζουσα, ευφυέστατη λίστα απαγορεύσεων –που μνημονεύεται εν μέρει και εδώ– ώστε να αποφευχθούν οι επαναλήψεις, οι μπαναλιτέ, ο κορεσμός και η κόπωση των δύσμοιρων αναγνωστών. Ανάμεσά τους θυμάμαι την απαγόρευση των λεγομένων μυθιστορημάτων ενηλικίωσης για μια δεκαετία τουλάχιστον. Μήπως τώρα θα έπρεπε ένας εξ ίσου πνευματώδης Μπαρνς να προσθέσει στη λίστα μια ας πούμε εικοσαετία απαγόρευσης θεμάτων σχετικών με την γήρανση, το θανατικό, την ασθένεια, την άνοια ή την ανάκληση τετριμμένων αναμνήσεων για θανόντες συγγενείς; Δεν ξέρω, δικό του άλλωστε είναι το εύρημα.

Τζούλιαν, έχε γεια. Έχεις όντως θάρρος και αξιοπρέπεια που αποσύρεσαι. Το μόνο που ελπίζω είναι πριν μας εγκαταλείψεις οριστικώς να ανταμειφθείς με αυτό το καταταλαιπωρημένο Νόμπελ.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Toni Schneiders. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη