frear

Για την «Κορυφή του κόσμου» του Ηλία Μπιστολά – γράφει ο Παναγιώτης Χαχής

Ηλίας Μπιστολάς, Η κορυφή του κόσμου, Εκδόσεις Τόπος, 2025.

Το 1932, ο Γιώργος Θεοτοκάς στέλνει στον φίλο του Γιώργο Σεφέρη το δοκίμιό του Εμπρός στο κοινωνικό πρόβλημα και ζητά τη γνώμη του. Στις κριτικές επισημάνσεις του ποιητή, απαντά με μια εύστοχη φράση «Αλλά γιατί διάβολο έχετε όλοι σας τη μανία να κρίνετε τα πρώτα γυμνάσματα των ανθρώπων με το πρίσμα της αιωνιότητας;». Ο Σεφέρης θα ανταπαντήσει: «Θα ’λεγα πολλά καλά και σωστά πράματα, και συ θα φώναζες και θα μ’ έβριζες πως σου γυρεύω αριστουργήματα, πως φορώ το πρίσμα της αιωνιότητας για να εξετάσω τα πρώτα σου γυμνάσματα. Αλλά, Φαβρίκιε, τί σημασία θα είχε αν σου έλεγα “καλό είναι τούτο που μου ’στειλες…για την ηλικία σου, μπράβο, δούλεψε… θα μεγαλώσεις ακόμα”».

Φυσικά, δεν έχω και δεν καπηλεύομαι την οξυδέρκεια και το βάθος της κριτικής ματιάς του Σεφέρη. Ωστόσο, ο Ηλίας Μπιστολάς είναι αφενός αδελφικός μου φίλος και αφετέρου, συνηθίζω να του κάνω σκληρή κριτική. Είτε με το πρίσμα της τέχνης, είτε πιο συχνά με το πρίσμα της ίδιας της αιωνιότητας.

Συνηθίζεται στα λογοτεχνικά μας πράγματα, οι φίλοι να πρωτοστατούν στην υμνολογία και τη δοξολογία των έργων των φίλων τους. Μια ιδιότυπη υμνολογία που έχει υποκαταστήσει την κριτική και τον όποιο διάλογο σχετικά με τα βιβλία. Η δική μας όμως φιλία με τον Ηλία, μου δίνει το θάρρος και το θράσος να ξεφύγω λίγο από την πεπατημένη. Δεν έχει φυσικά νόημα να συνάξω τις αδυναμίες και τις αστοχίες. Είναι το δεύτερο βιβλίο του συγγραφέα, που έχει μια αλματώδη πρόοδο από το πρωτόλειό του.

Θα προσπαθήσω απλώς να παραθέσω κάποιες σκέψεις και ενστάσεις που μου γεννήθηκαν. Η αλήθεια είναι ότι δεν αφορούν αποκλειστικά το έργο του Μπιστολά, αλλά θα μπορούσαν να επεκταθούν σε περισσότερα βιβλία της εποχής μας. Ξέρω φυσικά, πως διάλογος είναι δύσκολο έως αδύνατο να γίνει, χωρίς να εκπέσουν και τα δύο μέρη, στην κακεντρέχεια και τη μνησικακία. Παρά ταύτα, αποφάσισα τη δημοσίευση αυτών των σκέψεων, ως ένα ανοικτό γράμμα προς τον συγγραφέα –ή όποιον άλλο αναγνώστη του βιβλίου.

Ξεκινώ με το πώς μας συνέστησε το βιβλίο του ο Ηλίας στην Εφημερίδα των Συντακτών (25.10.2025, επιμ.: Μισέλ Φάις): «Τα διηγήματα του τόμου […], βυθομετρούν την άβυσσο, ιχνηλατούν αντιδράσεις σε ακραίες, ακόμα και παράλογες καταστάσεις. Ή, τουλάχιστον, προσπαθούν. Κάθε ένα πραγματεύεται παραλλαγές του θεμελιακού άγχους μπροστά στον συντελεσμένο θάνατο των ιδεών και των πεποιθήσεων. Η απώλεια είναι τραυματική, ωστόσο πίσω από τη φόδρα της πραγματικότητας κάτι κινείται. Ζούμε με την πίεση του όγκου ενός αόρατου, άπειρου ωκεανού πάνω από το κεφάλια μας».

«Οι χαρακτήρες των διηγημάτων της συλλογής αναζητούν διαρκώς το νόημα σε μια εποχή όπου όλα τα παραδοσιακά και ηθικά στηρίγματα έχουν αναλωθεί. Ζούμε στην εποχή του κενού».

Από τη Μεσογαία ως την Μεσαμερική, κι από ’κει «στην Κορυφή του Κόσμου, εκεί όπου διέρχεται ο άξονας της Γης, το μόνο που υπάρχει είναι μια μεγαλοπρεπής παγωμένη έρημος». Συγκρατώ ότι η κορυφή του κόσμου για τον Ηλία είναι η αχανής, παγωμένη έκταση του πόλου. Πόλος, θυμίζω, σημαίνει ουρανός. Μήπως αυτή η κορυφή, αυτή η έρημος ταυτίζεται και με το κέντρο του Κόσμου;

Ο Ηλίας είναι κατά βάση ανθρωποκεντρικός συγγραφέας. Το κέντρο κάθε ιστορίας είναι ο άνθρωπος. Ο περιβάλλον χώρος και τόπος, αποτελεί συνήθως δευτερεύον σκηνικό. Με εξαίρεση τα ακραία, αφιλόξενα τοπία, όπως η ζούγκλα ή οι παγετώνες, που αποτελούν μετωνυμίες ψυχικά ακραίων καταστάσεων. Βοηθούν συνήθως στον κεντρικό του στόχο, να περιγράψει τον ανθρώπινο ψυχισμό. Ενός ανθρωπότυπου, κατ’ εικόνα της εποχής και εν πολλοίς και της λογοτεχνίας της.

Μια γραφή συνεκτική και πυκνή. Δουλεμένη χωρίς αχρείαστες λεπτομέρειες. Χρησιμοποιεί ένα ικανό εύρος ρυθμών και θερμοκρασιών. Στις αρετές των διηγημάτων θα σημειώσω τον στιβαρό, μονοκόμματο ρυθμό και τη φροντισμένη γλώσσα. Επιχειρεί την περιγραφή κι όχι την ερμηνεία. Αρέσκεται στην κατοπτρική εικόνα, καταφεύγοντας συχνά στη γοητεία αυτού που μένει περιγεγραμμένο μεν, αλλά ανερμήνευτο. Ο συγγραφέας γοητεύεται από το αίνιγμα, το ανεξήγητο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Και γι’ αυτό το αφήνει εσκεμμένα άθικτο. Με μια συνειδητή, ημιτελή περιγραφή. Προτιμά να κόψει απότομα το νήμα της αφήγησης παρά να συνεχίσει την πλέξη του, μέχρι να εμφανιστεί μια ευδιάκριτη μορφή.

Η συγγραφική του εργαλειοθήκη αρκείται στην ψυχρή και ψύχραιμη, αποστασιοποιημένη περιγραφή. Από θέση εξωτερικού παρατηρητή, δεν συμπάσχει με τους ήρωές του εσωτερικά, δεν επιλέγει την οδό της ενσυναίσθησης των περιγραφόμενων βιωμάτων. Δεν είναι βιωματικός, αλλά στοχαστικός. Λογοτεχνικά στοχαστικός. Με σχεδόν κλινικό και αμέτοχο μάτι, αποδίδει με ενάργεια την κατακερματισμένη ψυχή, το σύνολο των αποσπασμάτων του ψυχισμού και της διάνοιας.

Προνομιακός χώρος για το εγχείρημά του είναι ο ψυχισμός στις ακραίες του θερμοκρασίες –ξαναλέω, από την τροπική ζούγκλα έως τις πολικές περιοχές. Όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο: «Οκτώ παράδοξες ιστορίες στις οποίες οι ήρωες ανορθόδοξα διαχειρίζονται ακραίες υπαρξιακές κρίσεις· οκτώ δραματικές, παροξυσμικές καταστάσεις· μια τεταμένη αφήγηση που μυθολογεί στο μεταίχμιο λογικής και παράνοιας».

Ο συγγραφέας απέναντι σε έναν κατακερματισμένο κόσμο, σε έναν κατακερματισμένο και πολυδιασπασμένο άνθρωπο, σε κοινωνίες και πολιτισμούς ακραίου σχετικισμού, όπου έχει εκλείψει κάθε νόημα για τον κόσμο και τον άνθρωπο, στέκεται και περι-γράφει με εργαλεία και τρόπους της ίδιας κοπής με το υλικό του. Δεν προσφέρει με τη γραφή ένα πλαίσιο ερμηνείας, δεν αποδίδει με τις ψυχικές τομές του ένα νόημα, διαγράφει την απουσία του, περικυκλώνει το κενό του.

Μένει πάντα ένα βήμα πίσω από το υλικό του. Βρισκόμενος στην ίδια απορία με τον κόσμο του, επιλέγει την αναζήτηση μέσω της γραφής κι όχι τόσο τα αποτελέσματα της εύρεσης. Ανατομία των ψυχικών, συναισθηματικών και διανοητικών οργάνων, αλλά όχι μια ανατομία του συνολικού σώματος. Ατομικού και συλλογικού.

Για να μην αδικήσω την προσπάθεια του, θα την εντάξω σε μια ευρύτερη κοινότητα έργων. Και θα χρησιμοποιήσω μια ιατρική αναλογία. Έργα σαν την Κορυφή μού θυμίζουν αιματολογικές ή άλλες εξετάσεις χωρίς όμως τιμές αναφοράς. Εύστοχες ή άστοχες ακτινογραφίες και τομογραφίες, που όμως τα συμπτώματα εκλαμβάνονται ως ασθένειες. Σελίδες επί σελίδων ιατρικά ιστορικά των ασθενών ή αν θέλετε ιστορίες και αφηγήσεις των συμπτωμάτων. Αλλά χωρίς διάγνωση, πόσο μάλλον θεραπεία.

Τίμιος από μιαν άποψη με τον εαυτό του, τα βιώματα και τα διαβάσματά του αλλά και τον αναγνώστη, αντί της όποιας αναγωγής σε ένα βαθύτερο ή υψηλότερο πλαίσιο αναφοράς, προτιμά να καταφεύγει, στην παραδοχή του αδιεξόδου, του ανερμήνευτου, που συχνά γίνεται, ένας περίκλειστος οντολογικά, κοινωνικά και ατομικά βιόκοσμος. Ένας καθρέφτης του πραγματικού που επιστρέφει λεπτομερείς εικόνες σε μια επιφάνεια της γραφής, δίχως όμως το βάθος της εξήγησης ή της συνεκτικής συναρμογής. Δηλαδή ενός κοινού για όλους νοήματος.

Έτσι, ακόμα και στις πιο ρεαλιστικές και καθημερινές ιστορίες που περιγράφει, σε μια ομολογουμένως επαρκή ποικιλία θεματικών, προτιμά την αποσιώπηση και το σταδιακό σβήσιμο των αποχρώσεων έως το πλήρες λευκό. Δηλαδή το μαύρο. Από μιαν άλλη οπτική, σκέφτομαι πως για τον Ηλία, και την πλειοψηφία των συγχρόνων και ομηλίκων του δημιουργών, το ‘άφατο’ η ατμόσφαιρα του ‘ανοίκειου’, η επικράτεια του πολυβασανισμένου ‘ανείπωτου και ανέκφραστου’ αποτελούν γι’ αυτούς τη δική τους μεταφυσική. Μαζί με μια σειρά παλαιότερων συγγραφέων και σκηνοθετών, που ασχολήθηκαν με το έγκλημα, το κακό, τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής και πνεύματος. Μια μεταφυσική που δεν ερμηνεύει, και καθώς θεωρεί ως βάθος τη δημιουργική της επιφάνεια, αφήνει το πραγματικό βάθος ανερμήνευτο και ανείπωτο πλέον ως στρατηγική. Έχουμε έτσι μια μεγάλη πινακοθήκη αντικατοπτρισμών, που φοβάμαι όμως πως δεν εικονίζουν το πραγματικό βάθος της ανθρώπινης εικόνας και της Πτώσης της.

Διερωτώμαι, αν γράφοντας, κατ’ αυτούς τους τρόπους, επεκτείνουμε την επικράτεια του ανέκφραστου, εναντίον των συγγραφικών μας προθέσεων, αν δηλαδή η γραφή μας δεν αποκαλύπτει, δεν φανερώνει το νόημα που συνέχει σαν αφήγηση τον άνθρωπο και τον κόσμο. Αν η γραφή δεν είναι τα νήματα του νοήματος που υφαίνουν τα σπαράγματα και τα αποσπάσματα του κόσμου σε μια πλέξη, σ’ ένα υφαντό που σχηματίζει εικόνες που δεν ταυτίζονται, αλλά υπερβαίνουν τα δομικά υλικά τους, τότε ποιο το νόημα του να συνεχίσουμε να γράφουμε και να δημιουργούμε;

Και αν το νόημα αυτό, δεν είναι φυσικά ακόμα μία περιγραφή του κόσμου και του εαυτού μας, από άλλη μια οπτική γωνία, ίσως τελικά, το νόημα της γραφής και της ανάγνωσης να μην εξαντλείται στο να περιγράψουμε πειστικά τον άνθρωπο και τον κόσμο του, αλλά παραφράζοντας τον Μαρξ, να αλλάξουμε, όχι φυσικά τον κόσμο αλλά τουλάχιστον τον εαυτό μας. Ή μιλώντας θεολογικά, να τον μεταμορφώσουμε, μεταμορφώνοντας έτσι και τον κόσμο.

«Ο συγγραφέας επιχειρεί να κάνει λέξεις μια έκρηξη χρησιμοποιώντας τα ίδια της τα θραύσματα», έγραψε ο Γιάννης ο Καλογερόπουλος, πολύ εύστοχα για το προηγούμενο βιβλίο του Ηλία.

Ο Ηλίας χρησιμοποιεί την αποσπασματική αφήγηση. Σχήμα ίσως ταιριαστό για να μιλήσει για τα θραύσματα του κόσμου. Είμαι λίγο επιφυλακτικός, καθώς ένας σπασμένος καθρέφτης καθρεφτίζει μόνο θραύσματα κι όχι μια συνολική εικόνα. Ο κόσμος και ο άνθρωπος που επέλεξε να ζει μια ζωή χωρίς Θεό –να ο μεγάλος απόντας από τον κόσμο αλλά και το βιβλίο του Ηλία, και όχι μόνο αυτού– περιγράφεται από τους εκκλησιαστικούς Πατέρες ως «μὴ τὸ κατ’ εἰκόνα σῷον διατηρῶν». Όπου σώος, θυμίζω, σημαίνει ακέραιος, ολόκληρος. Και θα μπορούσε –ή θα έπρεπε– να είναι, προπαρασκευαστικά τουλάχιστον, έργο του συγγραφέα να αποδώσει ξανά από τα θραύσματα, την τραυματισμένη ολότητα.

Νιώθω επίσης, παρόλη την ποικιλία των διηγημάτων, πως κατ’ εικόνα και πάλι του συνήθους τρόπου ζωής και ανάγνωσης, καθρεφτιζόμαστε φευγαλέα σε στιγμιαίες αντανακλάσεις κι ύστερα το μάτι υποτάσσεται στην ταχύτητα της φυγής. Ως το επόμενο κείμενο, την επόμενη εικόνα. Το επόμενο δευτερόλεπτο. Τι απομένει έτσι εντός;

Αυτό με οδηγεί σε ένα ερώτημα γενικότερο. Πόσο οι ιστορίες που επιλέγει ο συγγραφέας να πει είναι αντιπροσωπευτικές όλων μας; Τίποτα φυσικά ανθρώπινο δεν μας είναι ξένο. Αλλά, από όλα τα θέματα και τις ιστορίες, που μπορεί να είναι ενδιαφέρουσες, δεν αντιλέγω, ποιες όμως μας αφορούν πραγματικά και προσωπικά, δημιουργώντας έτσι μια κοινότητα; Μια κοινότητα αναγνωστών που μοιράζεται κάτι κοινό πραγματικά για κάθε άνθρωπο; Κι όχι αυστηρά ιδιωτικούς προβληματισμούς, που ίσως ενδιαφέρουν πολλούς αλλά στην πραγματικότητα, αφορούν ελάχιστους ή και κανέναν; Με ποιο φως λοιπόν φωτίζει ο συγγραφέας τον καθρέφτη του κειμένου; Βλέπω συχνά τον κίνδυνο, το φως που ρίχνει η γραφή να είναι τελικά σκοτεινό.

Μπορούμε έτσι φυσικά να απολαύσουμε θαυμάσιες σκιαγραφίες, πολλών αποχρώσεων, διαβαθμίσεων και δυναμικών αντιθέσεων. Όμως, όσο μικρότερο κι ασθενέστερο το φως εντός μας, τόσο μεγαλύτερες οι σκιές που περι-γράφουμε. Όσο περισσότερο φωτιζόμαστε εσωτερικά, τόσο φωτίζουμε και περιγράφουμε με τις τέχνες, την εικόνα και την ύλη των πραγμάτων.

Κι αν η λογοτεχνία είναι σκοτεινή καθρεφτίζοντας το σκοτάδι μας, τότε πόσο μεγάλο είναι το μέσα μας σκοτάδι και ποιος, και πώς θα το φωτίσει; Ακούοντας λοιπόν –πρώτα για τον εαυτό μου– το «ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν», θα επαναλάβω για όλους μας, σκεπτόμενος φωναχτά:

Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται·

ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται.
εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;

[λυχνάρι του σώματος είναι τα μάτια. Αν λοιπόν τα μάτια σου είναι γερά και καθαρά, όλο το σώμα σου θα είναι στο φως.

Αν όμως τα μάτια σου είναι χαλασμένα, όλο το σώμα σου θα είναι στο σκοτάδι. Κι αν το φως που έχεις, μεταβληθεί σε σκοτάδι, σκέψου πόσο θα ’ναι αυτό το σκοτάδι: Κατά Ματθαίον, 6:22-23.]

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Gilbert Garcin. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη