Αλέκος Ε. Φλωράκης, Εν παραβολαίς αινιγμάτων, Κουκκίδα, Αθήνα 2025.
Ο Αλέκος Φλωράκης, είναι από τις πρώτες και σημαντικές ποιητικές φωνές της «Γενιάς του ’70». Τον συνάντησα το καλοκαίρι του 2010 στην Τήνο, όπου ο Φλωράκης, αυτός ένας Αθηναίος, μένει μόνιμα. Από τις μέρες του 1968-71, που γνώρισα τον ίδιο και την ποιητική του, μέχρι και πρόσφατα το 2026 που η φιλία μας διατηρείται όπως τα πρώτα εκείνα χρόνια, εκδόθηκε η τελευταία του συλλογή Εν παραβολαίς αινιγμάτων, τον Δεκέμβριο του 2025, από τις εκδόσεις «Κουκκίδα», με εξώφυλλο του αδερφού του, γνωστού ζωγράφου Ματθαίου Φλωράκη. Ο καλός μας ποιητής, χρόνια τώρα, διαμόρφωσε ένα «ήθος» αλλά και το δικό του ύφος, πιστό σε μια ιδιαίτερη ποιητική γραφή, βασισμένη όμως στις αρχικές καταβολές των ομολόγων του της δεκαετίας του 1970.
Είναι γεγονός και έχει γραφτεί κατά κόρον ότι, η εμφάνιση της ποιητικής αυτής γενιάς, στον κύκλο της οποίας εντάσσονται και οι λεγόμενοι «χαμένοι» ποιητές –μια σειρά δηλαδή ανθρώπων της ποίησης που χάθηκαν στους δρόμους της αγοράς– γίνεται στο ξεκίνημα μιας μετατραυματικής κοινωνίας που αστικοποιείται με ταχείς ρυθμούς και στρέφει το πρόσωπό της σε εισαγόμενα νέα αισθητικά και πνευματικά κινήματα. Ο Αλέκος Φλωράκης, ένας αστός φοιτητής (1966), εισήλθε τότε στο κλίμα της αμφισβήτησης και της άρνησης απέναντι σε μια προϊούσα επίπλαστη ευημερία, εκδίδοντας μαζί με έναν άλλο «χαμένο» ποιητή, τον Στέφανο Μπεκατώρο, την κλασική πια ανθολογία ποίησης «Η νέα γενιά, ποιητική ανθολογία 65-70», μέσα στη δικτατορία, τον Μάιο του 1971, που στην πραγματικότητα αποτέλεσε την πρώτη ουσιαστική συλλογή ποιημάτων της γενιάς του ʼ70.
Έπειτα από 12 ποιητικά βιβλία και πέντε πεζογραφήματα, χωρίς να υπολογίζω τα πάμπολλα επιστημονικά του βιβλία, αυτός ο καταπληκτικός ποιητής και διδάκτωρ, ο οποίος σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα και Εθνογραφία, Εθνολογία και Κοινωνική Ανθρωπολογία στο Παρίσι (DEA – Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales), μας χάρισε το, ελπίζω όχι το τελευταίο του, ποιητικό βιβλίο, το οποίο είχα την τύχη να μου φέρει στο σπίτι μου, όπου εδώ και τρία χρόνια σχεδόν μονάζω σε μία ηθελημένη μοναχικότητα. Ο Αλέκος Φλωράκης, τον οποίο η ποίηση τον τίμησε με το αστείρευτο ταλέντο του, όπως και το 2018 η Ακαδημία Αθηνών, εισβάλλει και πάλι στα ποιητικά δρώμενα, όχι ως παρείσακτος, που γράφει σε ένα του ποίημα, διαταράσσοντας τα ποιητικά νερά, παραμένοντας δυναμικά στο κάδρο των ποιητών της 3ης μεταπολεμικής ελληνικής ποιητικής γενιάς. Έτσι λοιπόν σε πείσμα της τεράστιας παραγωγής στίχων των τελευταίων ετών, ώστε «να μείνουμε μονάχα οι γνήσιοι», όπως γράφει σε ένα ποίημα της συλλογής αυτής.
Επί της ουσίας όμως, μια νοσταλγία διαχέεται μέσω των στίχων του, σαν ένα είδωλο ξεχασμένων γιορτών αλλά και αξιών, βουβά σαν αντανάκλαση σιωπής που στην τεχνολογική μας εποχή σκεπάζεται από τους θορύβους του έξω σημερινού κόσμου.
Έφυγαν πάλι·
ας επιστρέψω στη σάλα,
ολότελα άδεια πια, τα έπιπλα λείπουν,
τα παράθυρα κλειστά,
ένας καθρέφτης μόνο, χωρίς είδωλο.
Ο Αλέκος Φλωράκης, δεν θα μπορούσε, μέρες πού ’ναι, παρά να ονειρεύεται μέσα από την ποίησή του, σαν ένας ψαλμός στην άνοιξη ή μια τελετουργία στις φλέβες των δέντρων – για να θυμηθώ έναν παλιό μου στίχο – κάτω από ένα ολόγιομο φεγγάρι. Σαν έγκλειστος ασκητής, ο Φλωράκης, διακινδυνεύει την είσοδο της ποιητικής του στα βάθη του έσω κόσμου, όπου μπορεί να εισχωρεί σε άλλα τοπία, σε «ανθισμένους λειμώνες», σε εικόνες μιας μεταφυσικής ανάρτησης για «να δούμε τι κρύβει, πίσω από τα μαύρα του γυαλιά». («Εκ γενετής τυφλός»). Ποιήματα που παλινδρομικά συμβαδίζουν στο μεταίχμιο κραυγής και σιωπής, προσηλωμένα σε εσωτερικά ταξίδια και στα πάθη των ανθρώπων, πίσω από τα βλέφαρα της καθημερινότητας.
Τα κοιμητήρια είναι για τους ζωντανούς,
κάπου (μα πού) το έχει αυτό διαβάσει·
ίσως σ’ ένα παλιό του ποίημα.
Μετά όμως από την εσωτερικότητα της ποίησης του Φλωράκη, όπως αυτή αναδύεται από την τελευταία του αυτή συλλογή, η οποία δανείστηκε τον τίτλο της από την «Σοφία Σειράχ» (μζ΄15), ερχόμαστε στο εμβληματικό ποίημα «Η Παρέλαση», που κατά την ταπεινή μου άποψη, ενσωματώνει στους στίχους του, τους εφιάλτες ενός πολεμικού ολοκαυτώματος:
πώς άλλαξε έτσι ο καιρός, πώς το τοπίο;
τώρα περνούν μπροστά μας σε παράταξη
πόδια δίχως κορμί, κορμιά δίχως πόδια,
κομμένα κεφάλια, αποτρόπαια
…………………………………….
βατράχια παρελαύνουν κοάζοντας,
τσακάλια στην εξέδρα των επισήμων
κρύβουν τα δόντια τους,
έπονται ερπετά κάθε λογής
γλοιώδεις γυμνοσάλιαγκες, ποντίκια…
Έτσι για να γυρίζουμε πότε-πότε σε εκείνο το κλίμα της αμφισβήτησης των αρχών της δεκαετίας του ’70, που μιλούσαμε για τον πόλεμο του Βιετνάμ και τον Μάη του ’68 στο Παρίσι. Έτσι λοιπόν και «η βροχή όλο και δυναμώνει, γίνεται μπόρα, δρόλαπας…» («Η βροχή»).
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Nini Kubaneishvili. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








