frear

Για το βιβλίο του Βασίλη Σωτηρόπουλου «Ο Καβάφης και τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα» – γράφει ο Χρήστος Βασματζίδης

Η ομοερωτική ποίηση του Καβάφη ως ανάγκη ελευθερίας
Βασίλης Σωτηρόπουλος, Ο Καβάφης και τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα, Πόλις, Αθήνα 2026.

Στο περίφημο έργο του Νέα Επιστήμη ο Ιταλός φιλόσοφος, ιστορικός και νομικός του Διαφωτισμού Τζαμπαττίστα Βίκο (Giambattista Vico), έδωσε μία πρωτότυπη για την εποχή του ερμηνεία στους μύθους του Ορφέα και του Αμφίωνα. Πίστευε ότι αυτοί οι θεμελιώδεις μύθοι έκρυβαν ένα αλληγορικό νόημα: η ικανότητα του Ορφέα να εξημερώνει τα θηρία με τη μουσική του και η ικανότητα του Αμφίωνα να χτίσει τα τείχη της Θήβας παίζοντας την άρπα του, αντιπροσώπευαν την αρχική χρήση της ποίησης ως εργαλείου πολιτισμού. Για αυτό τον λόγο, δίδασκε ότι οι ιδρυτές των πόλεων είναι πράγματι οι ποιητές. Οι μύθοι του Ορφέα και του Αμφίωνα εξελίσσονται, στη θεωρία του Βίκο, σε εικόνες μιας δίκαιης κυβέρνησης.

Όχι μόνο ο Βίκο αλλά και ο Ρουσώ (Rousseau) στο έργο του Δοκίμιο περί καταγωγής των γλωσσών (Essai sur l’origine des langues), έγραψε πως οι αστικές κοινωνίες ξεκίνησαν με τα άσματα που περιέγραφαν ιστορίες. Σε αυτά, οι άνθρωποι εκείνων των αρχαίων κοινωνιών κωδικοποίησαν τις ιστορίες τους και τους νόμους τους. Μάλιστα οι πρώτες ιστορίες, οι πρώτες καταγγελίες, οι πρώτοι νόμοι ήσαν σε στίχο καθώς η ποίηση προηγήθηκε της πρόζας. «Ήταν επόμενο», γράφει, «αφού τα πάθη μίλησαν πριν από τον ορθό λόγο». (σε Ε.Ν. Μουσταΐρα: Δίκαιο και Μουσική στο Χρόνο).

Κατά τη νεωτερική εποχή, με την ανάπτυξη των εθνικών κρατών κυριάρχησε η αντίληψη ότι το δίκαιο αποτελεί έναν αυτόνομο κλάδο επιστήμης, που αφορά τη θέσπιση των κανόνων οργάνωσης και συγκρότησης της κοινωνικής συμβίωσης, την ερμηνεία και τη διαδικασία της εφαρμογής αυτών. Πρόκειται λοιπόν για ένα κλειστό και δογματικό σύστημα, εντελώς διακριτό από τη λογοτεχνία ακόμη και αν μοιράζεται μ’ αυτήν το ίδιο μέσο έκφρασης, τον λόγο και τη γραφή.

Η έννοια όμως του δικαίου ως ηθική κρίση και απόφανση ήταν αντικείμενο φιλοσοφικής έρευνας αλλά και πηγή έμπνευσης για κορυφαία δράματα από αρχαιοτάτων χρόνων (κλασικό και ανυπέρβλητο παράδειγμα η Αντιγόνη του Σοφοκλή). Η λογοτεχνία και η σημασία της για τη νομική επιστήμη άρχισε να συνειδητοποιείται με αφορμή ιδίως την εμφάνιση του βιβλίου του J. B. White, The Legal Imagination, 1973. O καθηγητής Γουάιτ με το μνημειώδες έργο του καθοδηγεί τον αναγνώστη να ανακαλύψει συγκρίσεις με κόσμους εκτός δικαίου. Σκοπός του δεν είναι να αλώσει αυτούς τους κόσμους μέσω της δύναμης και της επιβολής του δικαίου, αλλά να ορίσει ή να ερμηνεύσει το δίκαιο κοιτάζοντάς το απ’ έξω. Η Νομική Φαντασία έσπασε τις συμβάσεις και προέτρεψε τους σπουδαστές της νομικής να κατανοήσουν το δίκαιο πέρα από την απλή απομνημόνευση, να εμπιστεύονται και να ακολουθούν τη δική τους περιέργεια. Πολλοί θεωρητικοί του δικαίου θέλησαν να προβάλλουν την προσφορότητα των έργων της κλασσικής λογοτεχνίας να αποτελέσουν μία πηγή νομικής φαντασίας «που θα μπορούσε όχι μόνο να ενισχύσει την ανθρωπιστική διάσταση του δικαίου, αλλά και να τροφοδοτήσει τη διδασκαλία των νομικών μαθημάτων με ανυπέρβλητης παραστατικότητας ζωντανά παραδείγματα» (σε Παναγιώτη Παπανικολάου, Η Φαουστική Συμφωνία. Δοκιμή Νομικής Φαντασίας, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα).

Τα λογοτεχνικά έργα που αφορούν και συνομιλούν με το δίκαιο είναι αναρίθμητα. Ενδεικτικά, η Δίκη του Κάφκα έχει θέσει προβληματισμούς για την απρόσωπη και κυριαρχική δύναμη του Νόμου και του Δικαστηρίου που μένει απρόσιτο στον κατηγορούμενο Γιόζεφ Κ. Επίσης το έργο Στη Σωφρονιστική Αποικία, είναι εμπνευσμένο από το βιβλίο του νομικού Ρόμπερτ Χάιντλ, στον οποίο ανατέθηκε από τα Υπουργεία Αποικισμού και Δικαιοσύνης της Γερμανίας, η αποστολή να επισκεφθεί τις σημαντικότερες σωφρονιστικές αποικίες και να συντάξει αναφορά (σε Franz Kafka Στη Σωφρονιστική Αποικία μετ. Βασίλης Τσαλής, Εκδόσεις Κίχλη). Μεγάλο μέρος του corpus του Σαίξπηρ, αποτελεί ένα ανεξάντλητο πεδίο έρευνας για τους τρόπους διασύνδεσης του δικαίου µε τη λογοτεχνία.

Τα παραπάνω ήταν μία εισαγωγή για να δείξω ότι η σχέση της λογοτεχνίας με το δίκαιο δεν είναι κάτι άγνωστο ούτε απαγορευμένο, αλλά αντίθετα, χωρίς να διαβρώνει τα αφηγηματικά πρωτόκολλα της κάθε κειμενικής μορφής, λειτουργεί ερμηνευτικά και αμφίπλευρα για την κατανόησή τους. Η καθηγήτρια Νομικής στο Yale Law School, Judith Resnik έγραψε ότι «αντιπαραθέτω τους φοιτητές µου στη λογοτεχνία, προκειµένου να τους δείξω αυτό που οι νοµικοί δεν µπορούν ακόµη να φαντασθούν: τις ιστορίες που το δίκαιο έχει ακόµη να εφεύρει, τα δικαιώµατα που έχει ακόµη να ανακαλύψει και την αντιµετώπιση των προβληµάτων που υπάρχουν, αλλά απέναντι στον πόνο που προκαλούν είµαστε χωρίς φωνή» (σε Δίκαιο και Λογοτεχνία, Θανάσης Κ. Παπαχρίστου-Ανδρέας Χέλμης-Μαρίνα Μαροπούλου).

Φωτογραφία: Tarek El Magrabe

Ο νομικός Βασίλης Σωτηρόπουλος συνέγραψε τη μελέτη με τίτλο Ο Καβάφης και τα ΛΟΑΤΚΙ+ Δικαιώματα, που εκδόθηκαν από τις Εκδόσεις Πόλις. Νομίζω ότι όλο το έργο είναι ακριβώς η διαπίστωση ότι ο Καβάφης έγραψε ποίηση υψηλής μάλιστα ποιότητας για εμπειρικές καταστάσεις που το δίκαιο δεν είχε ακόμη εφεύρει και για δικαιώματα που δεν είχε ακόμη ανακαλύψει. Η ποιητική γλώσσα του ομοερωτισμού έχει μία ιδιαίτερη θερμοκρασία καθώς, από τη μία τιμά τον έρωτα, από την άλλη αφήνει μία πικρία γιατί δεν μπορεί ή γιατί απαγορεύεται να είναι «ορατός», γνωστός και κοινοποιήσιμος. Αυτή η προβληματική πολλά χρόνια αργότερα έγινε αίτημα κοινωνικό και τελικά νόμος του κράτους. Ο συγγραφέας αντιμετωπίζει τον Καβάφη σαν μεγάλο ποιητή, με σεβασμό στην καλλιτεχνική του αξία, χωρίς επιτηδευμένες και άκυρες ερμηνείες, εστιάζοντας στη δομή των ποιημάτων που αναλύει προκειμένου να καταδείξει το όραμά του για μία «τελειωτέρα κοινωνία», (από το ποίημα «Κρυμμένα») δηλαδή «σε μία μεταγενέστερη εξέλιξη του ανθρωπίνου πολιτισμού, όπου ο ομοερωτισμός δεν θα προσκρούει στη νομική απαγόρευση ή οποιονδήποτε άλλο καταναγκασμό».

Τονίζει λοιπόν στην εισαγωγή του, πως «ο σκόπιμος αναχρονισμός στον τίτλο του βιβλίου, που συνδέει τον Καβάφη με τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα, επιδιώκει να λειτουργήσει ως πρόσκληση για περισυλλογή. Προφανώς και δεν υπήρχαν ΛΟΑΤΚΙ + δικαιώματα σε μια εποχή ποινικοποίησης και ιατρικοποίησης σαν κι αυτή στην οποία έζησε ο ποιητής. Εκείνος ωστόσο, όχι μόνο επισήμανε τη ματαιότητα αυτών των απαγορεύσεων αλλά και, κόντρα σε κάθε αποκλεισμό και καταναγκασμό, ασχολήθηκε στο έργο του με ανθρώπους που ασκούσαν ή διεκδικούσαν τέτοια δικαιώματα».

Τα δικαιώματα που εξετάζονται είναι έξι και συγκεκριμένα, το δικαίωμα στη συμβίωση, το δικαίωμα στην ίση μεταχείριση, το δικαίωμα στη θρησκευτική συνείδηση, το δικαίωμα στη σεξεργασία, το δικαίωμα στην ομοερωτική έκφραση και τα μετά θάνατον δικαιώματα, όλα υπό το πρίσμα της ελευθερίας της ομοερωτικής έκφρασης. Αυτά τα δικαιώματα βρίσκονταν (και ακόμη βρίσκονται) σε μία πολεμική με την κοινωνία, τις προκαταλήψεις και τις πατριαρχικές αντιλήψεις. Ξεκινά λοιπόν δομικά τη συνομιλία με το έργο του ποιητή προτάσσοντας πριν από κάθε δικαίωμα μερικά ποιήματά του. Η εμπειρία του ποιήματος δείχνει και την προοπτική του δικαιώματος.

Π.χ. στο ποίημα «Δύο Νέοι, 23 έως 24 ετών», οι στίχοι:
«Κι όλο χαρά και δύναμις, αίσθημα κι ωραιότης
πήγαν — όχι στα σπίτια των τιμίων οικογενειών τους
(όπου, άλλωστε, μήτε τους θέλαν πια):
σ’ ένα γνωστό τους, και λίαν ειδικό,
σπίτι της διαφθοράς πήγανε και ζητήσαν
δωμάτιον ύπνου, κι ακριβά πιοτά, και ξαναήπιαν.»

απηχούν την ανάγκη μίας μόνιμης και νόμιμης συμβίωσης (δικαίωμα στη συμβίωση) έναντι του αποκλεισμού και της αποπομπής. Ο συγγραφέας αναλύει στη συνέχεια την ιστορία του δικαιώματος που αποτυπώθηκε στο σύμφωνο συμβίωσης για ζευγάρια ανεξαρτήτως του φύλου τους με το νομοσχέδιο του έτους 2015. Παραθέτει μάλιστα ότι στη συζήτηση της Βουλής για την ψήφιση του νομοσχεδίου η τότε αναπληρώτρια Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κ. Σία Αναγνωστοπούλου, ξεκίνησε την ομιλία της με τους στίχους: «Κατόπι – στην τελειωτέρα κοινωνία –/ κανένας άλλος καμωμένος σα εμένα/ βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει». Αυτό φυσικά, είναι ένα ακόμη δείγμα που η τέχνη εισχωρεί στον τόσο τυπικό κοινοβουλευτικό λόγο, χρησιμοποιείται ως βασική αναφορά της αιτιολόγησης της ψήφισης ενός νομοσχεδίου και τελικά αποτυπώνεται σε άρθρο, το άρθρο 1 του ν. 4356/2015. Στη συνέχεια σχολιάζονται βασικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οργάνου τήρησης των δικαιωμάτων που προβλέπονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), ώστε ο αναγνώστης να έχει μία πλήρη εικόνα της ιστορικότητας του δικαιώματος. Στο τέλος παρατίθεται ένα κεφάλαιο με τον ενεστώτα του κάθε δικαιώματος και αυτό αφορά την αντιμετώπιση της εφαρμογής του δικαιώματος ή και τις προϋποθέσεις βελτίωσής του. Γράφει π.χ. στο δικαίωμα στη συμβίωση ότι «όμως ο δρόμος παραμένει μακρύς και δύσβατος. Όπως επιβεβαιώνεται από έρευνες και καθημερινά περιστατικά, η κοινωνική αποδοχή δεν προχωρά με τον ίδιο ρυθμό με τον οποία προχωρά η νομοθεσία. Τα ομόφυλα ζευγάρια εξακολουθούν να έρχονται αντιμέτωπα με οικογενειακή απόρριψη, κοινωνικό στιγματισμό, λεκτική και θεσμική βία. (…) Μια βόλτα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στον σχολιασμό του κοινού κάτω από μία ομοερωτική είδηση είναι ενδεικτική: εξακολουθεί να κυριαρχεί η χυδαιότητα, ο εξευτελισμός, η ομοφοβία (….) Το όραμα της «τελειωτέρας κοινωνίας» που διατύπωσε ο Καβάφης, εκείνης όπου κάποιος «σαν κ’ (εκείνον) καμωμένος» θα μπορεί να ζει ελεύθερα και φανερά παραμένει ένας ανοιχτός ορίζοντας…».

Τα ποιήματα «Τείχη», «Κρυμμένα» και «Μέρες του 1896», απηχούν στο δικαίωμα στην ίση μεταχείριση των ανθρώπων που υπόκεινται διακρίσεις λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού. Ο συγγραφέας συνεχίζει με τον ίδιο τρόπο αναλύοντας αφενός το ποίημα που προβάλλει τον αποκλεισμό ή την διάκριση σε βάρος του ομοερωτικού προσώπου, αφετέρου παραθέτει την ευρωπαϊκή ή εθνική νομοθεσία και νομολογία που έχουν συστήσει και ερμηνεύσει το εν λόγω δικαίωμα. Στον ενεστώτα του δικαιώματος της ίσης μεταχείρισης διαπιστώνει πως «η ίση μεταχείριση δεν είναι ποτέ δεδομένη· αντίθετα είναι πάντα υπό διαπραγμάτευση. Στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον, το δικαίωμα αυτό αποτελεί έναν από τους κεντρικότερους άξονες προστασίας των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και ταυτόχρονα έναν από τους πιο αμφισβητούμενους».

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στα μετά θάνατον δικαιώματα. Τα ποιήματα που θέτουν την προβληματική του θανάτου είναι τα: «Λάνη τάφος», «Κίμων Λεάρχου, 22 ετών, σπουδαστὴς Ελληνικών γραμμάτων (εν Κυρήνῃ)», «Ιασή τάφος», «Ευρίωνος τάφος». Γράφει ο συγγραφέας ότι, «στο ποιητικό πεδίο ο Καβάφης έχει θέσει τα θεμέλια για μια τέτοια συζήτηση. Οι μορφές του –ιδίως οι ανώνυμοι νέοι, οι περιθωριακοί, οι εφήμεροι έρωτες– κινδυνεύουν διαρκώς να χαθούν. Ο ποιητής παλεύει ενάντια σ’ αυτή την εξαφάνιση· οι στίχοι του λειτουργούν ως μηχανισμός ανάσχεσης της λήθης. Με τρόπο που δεν είχε ακόμα ονομαστεί νομικά, ο Καβάφης διεκδικεί για τους νεκρούς το ύστατο δικαίωμα: να συνεχίσουν να υπάρχουν». Ο θάνατος στην ποίηση του Καβάφη δεν είναι μόνο θρήνος για την απώλεια του αγαπημένου προσώπου, είναι ταυτόχρονα και αγωνία να μείνει μνήμη καθαρή αφού «Διαβάτη,/αν είσαι Αλεξανδρεύς, δεν θα επικρίνεις. Ξέρεις την ορμή/ του βίου μας· τι θέρμην έχει· τι ηδονή υπερτάτη» («Ιασή Τάφος»).

Είναι σημαντικό σ’ ένα κράτος δικαίου να υφίσταται η νομική αναγνώριση των συντροφικών σχέσεων των ομόφυλων ζευγαριών ώστε αυτός που μένει να μπορεί να διαχειριστεί καταστάσεις που στα ετερόφυλα ζευγάρια ισχύουν εδώ και χρόνια (κληρονομικά δικαιώματα). Δεν συνάγεται ερμηνεία από το ισχύον συνταγματικό δίκαιο ότι το κράτος προστατεύει το γάμο ως θεσμό-πρότυπο σεξουαλικής συμπεριφοράς. Οι θεσμοί άλλωστε προκύπτουν από τις ανάγκες της κοινωνίας και των μελών της. Η πολιτεία οφείλει να προστατεύει, αναγνωρίζοντας νομικά, μορφές σχέσεων που το θεμέλιό τους είναι η συντροφικότητα, ανεξαρτήτως φύλου. Το άρθρο 5 παρ. 1 Συντ., που εγγυάται το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, το άρθρο 9 παρ.1 Συντ., που εγγυάται το δικαίωμα της προστασίας της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής του πολίτη καθώς και το άρθρο 2 παρ.1 Συντ., που αναγορεύει το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου σε πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, είναι οι πυλώνες αυτής της αναγνώρισης.

Στο τέλος του βιβλίου που τιτλοφορείται «Επίμετρο», υπάρχουν έξι κείμενα του συγγραφέα δοκιμιακής μορφής, στα οποία εκφράζεται η σκέψη του για την τέχνη του ποιητή, για τη σχέση ποίησης και δικαίου, για τη σημασία και τις συνέπειες του ομόφυλου έρωτα στα χρόνια που έζησε και έγραψε ο Καβάφης, δηλαδή στις αρχές του εικοστού αιώνα στην Αλεξάνδρεια, για τη χρήση της γλώσσας ως «αισθησιακό εργαλείο (…) που επιθυμεί να διεγείρει το βλέμμα του αναγνώστη προς την επιθυμία».

Ο Ξενόπουλος ήταν ο πρώτος που επεσήμανε σε κριτικό του σημείωμα «την ιδέα της πρωτοτύπου φιλοσοφικής ποιήσεως, της τόσον νηφαλίου, με αυστηρόν και ιδιόρρυθμον ένδυμα, με την αριστοκρατικήν τεχνοτροπίαν, με την όλως προσωπικήν υφήν, με την γλώσσαν, την υπενθυμίζουσα μακρόθεν τον Κάλβον και προ πάντων με την έλλειψιν κάθε αναρμόστου ελαφρότητας, κάθε ανοήτου ηχολαλιάς, κάθε απατηλού στολίσματος». Διαβάζοντας και πάλι τον Καβάφη διαπιστώνουμε ότι αυτές οι σύντομες παρατηρήσεις παραμένουν καίριες και ευθύβολες. Και αργότερα στο άρθρο του για «Το ανθρώπινο στην ποίηση του Καβάφη» (Νέα Εστία, 1943), έγραψε πως «πολλοί δεν θέλουν ούτε ν’ ακούσουν τον Καβάφη, επειδή έγραψε κι’ ανήθικα, όπως τα λένε κι’ αθέμιτα. Τούς τα χαρίζουμε όλα! Και χωρίς αυτά – αν και μερικά είναι αριστουργήματα, και κάτω απ’ τον ηδονισμό κρύβουν πόνο – ο Καβάφης θάταν Καβάφης». Παρά την προσπάθειά του να μη σχολιάσει εκείνη την εποχή, πράγμα όχι παράλογο, την ερωτική ποίηση του Καβάφη (ανήθικα κι αθέμιτα), αναγνωρίζει, και αυτό είναι το σημαντικότερο, ότι κάποια απ’ αυτά είναι αριστουργήματα και κρύβουν πόνο. Διαβάζοντας τα ποιήματα που επέλεξε ο Σωτηρόπουλος ώστε να κάνει τις συνάψεις με τα αντίστοιχα δικαιώματα, δεν μας μένει καμία αμφιβολία· ο πόνος είναι υπόρρητος και είναι πόνος αποκλεισμού και απόρριψης, από τον οποίο γεννιέται η ανάγκη για ελευθερία.

Το έργο του Βασίλη Σωτηρόπουλου συνιστά μια συστηματικά τεκμηριωμένη μελέτη, η οποία επιχειρεί να αναγνώσει τη δυναμική του ομοερωτικού ποιητικού λόγου του Καβάφη ως προδρομική μορφή νομικών διεκδικήσεων στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με μεθοδολογική προσοχή, αναδεικνύει τη συγκεκριμένη διάσταση χωρίς να τη σφετερίζεται σε βάρος άλλων ερμηνευτικών προσεγγίσεων του καβαφικού έργου. Η ερμηνευτική αυτή, δεν υπονομεύει τη λεπταίσθητη, σχεδόν μινιμαλιστική μουσικότητα της καβαφικής ποίησης, η οποία διατηρείται αλώβητη, ούτε επιστρατεύεται ο δημιουργός ώστε να φαίνεται ότι εξυπηρετεί νομικό σκοπό. Ο Καβάφης, ποιητής της επιθυμίας και της ελευθερίας, μπορεί να είναι και ποιητής μιας εν δυνάμει δικαιοσύνης· μια φωνή που προηγήθηκε της νομοθεσίας γιατί έθεσε με τον τρόπο της ποίησης το όραμα μιας «τελειοτέρας κοινωνίας».

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Lee Friedlander. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη