Αθήνα, 13 Μαρτίου 1908. Συγκεκριμένα: Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός». Εκεί στην Καρύτση, δίπλα στον Άγιο Γεώργιο. Και γιατί όχι μέσα;
Οι λογοτέχνες και φιλότεχνοι της πόλεως θα γιορτάσουν απόψε το Λογοτεχνικό Αργυρό Ιωβηλαίο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη – ναι: το ΑΡΓΥΡΟ∙ το ασημένιο∙ το άσημον.
Η εκδήλωση τελεί υπό την προστασία της πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη. Αλλά τι να πει κι η ψυχανάλυση, που τόσα και τόσα λέει;
Σε κάθε περίπτωση, εσείς να τον μνημονεύετε – ΝΑ ΤΟΝ ΕΝΘΥΜΕΙΣΘΕ.
(Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλέες. Και να μην ξυλεύεστε όταν πέφτουν οι δρύες!)
Στην εκδήλωση, όπως ξέρουμε, εκείνος δεν πήγε, ήταν ο μεγάλος απών. Δεν είχε (είπε) τα κατάλληλα ρούχα. Η δική του στολή ήταν άλλης τάξεως. Το ίδιο και τα παράσημα.
Έπειτα: Nous excitons la curiosité du public…
(Εκ της Δανιμαρκίας μια αντήχηση: Το πλήθος είναι ψέματα.)
Και, τέλος πάντων, ἐπῆγα νὰ ἀνταμώσω τὸν φίλον μου Νικόλαν τὸν Μπούκην. Εκεί τον περίμενε και μια δυσάρεστη έκπληξη. Που ήταν ευχάριστη, ουσιαστικά.
Φεῦ! τί ἔμαθα; Ἡ μικρὰ Κούλα, ἥτις ἦγε τώρα τὸ ἑνδέκατον ἔτος τῆς ἡλικίας της, ἦτον ἄρρωστη βαριά! Ἡ μητέρα της μοῦ εἶπε νὰ πλησιάσω καὶ νὰ τῆς ὁμιλήσω.
«Περαστικά, Κούλα. Δὲν ἔχεις τίποτα, κορίτσι μου».
«Ἄ! μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε. Πότε θὰ μοῦ πῇς πάλι τὰ θεῖα… τραγούδια;»
«Ὅποτε θέλεις, Κούλα μου. Ἅμα γίνῃ ἀγρυπνία εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον νὰ ἔλθῃς, νὰ σοῦ τὰ πῶ».
«Νὰ μοῦ τὰ πῇς. Μὰ θὰ τ᾿ ἀκούσω;»
«Ἅμα προσέχῃς, θὰ τ᾿ ἀκούσῃς…»
Αυτή είναι η μόνη θεωρία πρόσληψης που με απασχολεί. (Η προσοχή, έλεγε ο Κάφκα, είναι η φυσική προσευχή της ψυχής.)
Μην κάνετε, επομένως, πως δεν ακούτε. Βασικά, κάντε ό,τι θέλετε. Τώρα είναι αργά για δάκρυα, τώρα έχουμε περάσει και το μη παρέκει.
Κάτω απ’ τις γέφυρες, η μουσική περισσεύει. Εκεί που στροβιλίζεται ο τραγουδιστής του Θεού – ο κατάσκοπός του στα ζοφερά σκοτάδια των Αθηνών. Άραγε τον θυμάστε;
Νάϊ, νάϊ, γλυκύ. Νάζι – κατὰ ἓν ζῆτα ἐλαττοῦται.
Νάϊ, νάϊ. Κατὰ δύο κοκκίδας διαφέρει διὰ νὰ εἶναι τὸ Ναί, ὁποὺ εἶπεν ὁ Χριστός.
Τὸ Ναὶ τὸ ἥμερον, τὸ ταπεινόν, τὸ πρᾷον, τὸ Ναὶ τὸ φιλάνθρωπον.
Δεν χρειάζεται καν Ηχώ, μόνο τρία δάχτυλα, όσα έχουν απομείνει, να τ’ ακουμπήσω στο φιλιατρό του πηγαδιού, εις το ΦΡΕΑΡ αυτό, να βγουν τα κορίτσια, αειθαλή, ολοζώντανα.
ΝΑΙ (τρις).
Άρνηση, άφεση, κατάφαση. Κοντολογίς, η μετάνοια. Εδώ πυρακτώνεται, στο καμίνι του αλχημιστή. Μια απόφαση είναι, κατ’ ακρίβειαν η μοναδική.
(I’ve lived a life that’s full / I traveled each and every highway / And more, much more than this…)
Στο μεταξύ, στον «Παρνασσό», ξεκινά αυτή η ωραία παρουσίαση: «Ὁ Ἀλέξαντρος Παπαδιαμάντης μᾶς φέρει τὰ δῶρα ἀφελοῦς χάριτος. Διέρχεται διὰ τῆς ζωῆς χωρὶς ἀνάγκας, χωρὶς συμφέροντα. Πλανᾶται εἰς τὴν μυστικὴν ἔκστασιν… Ζεῖ… Ζεῖ…»
Μα δεν ζει πια αυτός, μανάρια∙ δεν το έχετε πάρει χαμπάρι;
Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός. (I did it HIS way.)
Άντε τώρα να το πεις στους λογοτέχνες / αναγνώστες / εκδότες / κριτικούς∙ άντε να το πεις στους φιλότεχνους.
Εκείνος, μια φορά, το είπε – γιατί σκληροτράχηλος ήταν, γιατί ήταν αληθινά ζόρικος.
Τὸ ἐπ᾽ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾽ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἤθη.
Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ…
Τα ήθη έσβησαν, η Ιερουσαλήμ κάηκε. ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΝ;
Μόλις ἤνοιξα τὸ στόμα μου κ᾿ ἐπρόφερα: Ἀναστάσεως ἡμέρα, / λαμπρυνθῶμεν λαοί· / Πάσχα Κυρίου Πάσχα –
Ακριβώς τότε: ἡ μικρὰ Τοτώ, βλέπουσα ἀτενῶς πρός με, ἀφῆκεν ἀκράτητον ἐπιφώνημα χαρᾶς, κ᾿ ἔλαμψε τὸ προσωπάκι της, τὰ ματάκια της, τὸ στόμα της, τὰ μάγουλά της, ὅλα ἐμόρφασαν κ᾿ ἐμειδίασαν ἄρρητον μειδίαμα ἀγαλλιάσεως.
Η Τοτώ ίσως είπε: «Παναϊά μ’! Παναϊά μ’!»
Τα κορίτσια επιστρέφουν πλησίστια, αυτά αναγνωρίζουν την αλήθεια καθώς εστίν. Τὸ πρᾶγμα μοῦ ἐπροξένησεν αἴσθησιν.
Φαίνεται τῷ ὄντι ὅτι ἔχουν ἄφατον ἄρωμα καὶ κάλλος μαρτυρούμενον «ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων», αὐτὰ τὰ ἐμπνευσμένα ᾄσματα τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας.
Συγχρόνως ἡ Μαρία, μὲ παιδικὴν χαρὰν κι αὐτή, ἀνέκραξεν: «Αὐτὰ δὲν εἶναι τροπάρια ποὺ ψέλνετε, κύριε».
«Ἀλλὰ τί εἶναι κορίτσι μου;» ἠρώτησα.
«Αὐτὰ εἶναι σὰν γλυκὰ-γλυκὰ τραγουδάκια».
Τοῦτο μοῦ ἐνθύμισε μίαν ἄλλην μικρὰν κορασίδα, τὴν Κούλαν τοῦ φίλου μου Νικόλα τοῦ Μπούκη.
Ἁπλοῦς μανάβης, ἢ ὀπωροπώλης, ἦτον ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ εἶχε λάβει θεόθεν διὰ τὴν φιλοξενίαν του τὴν εὐλογίαν τοῦ Ἀβραάμ.
Ἡ μικρὰ οἰκία ἦτο ξενὼν διὰ τοὺς φίλους καὶ τοὺς διαβατικούς, διὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς καὶ τοὺς τυχόντας.
(Δεν τον ξέρουμε καλά αυτόν τον Νικόλα τον Μπούκη∙ δεν του έχουμε κάνει ακόμη το εικόνισμα.)
Εἶχεν ἀπολύσει ἡ λειτουργία μετὰ τὴν παννυχίδα εἰς τὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου καὶ τὴν ὥραν τοῦ ἀντιδώρου, ἡ γυνὴ τοῦ Μπούκη τοῦ φίλου μου, ἀκολουθουμένη ἀπὸ τὴν μικρὰν κόρην της, μ᾿ ἐπλησίασεν εἰς τὸ στασίδι, διὰ νὰ μοῦ ὑπομνήσῃ, ὡς συνήθως, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγω εἰς τὸ γεῦμα.
Τότε ἡ μικρὰ παιδίσκη (ἦτο ὣς ἐννέα ἐτῶν, ροδίνη καὶ καστανή, καὶ τὴν εἶχαν υἱοθετήσει ἀπὸ τὸ Βρεφοκομεῖον), μ᾿ ἐχαιρέτισε καὶ μοῦ λέγει: «Ἐσύ, μπαρμπ᾿ Ἀλέξανδρε, ψέλνεις τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ».
Έτσι έλαβε ο άνθρωπος αυτός τον τίμιο στέφανο, το μετάλλιο, το πρώτο και το τελευταίο βραβείο. Σ᾿ ἀγαποῦμε, νὰ μᾶς ἀγαπᾷς, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε…
Δηλαδή: Χαῖρε, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί, / χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Τι βίος και έργο, τι βάσανα και καημοί – τι δόξα και κάλλος!
(But through it all, when there was doubt / I ate it up and spit it out / I faced it all, and I stood tall∙ που θα πει: Τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα…)
Τα ίτσια είναι όλα εδώ, διαπαντός ενώπιόν μου. Άσπιλα, άχραντα, άφθορα, αμόλυντα, αγνά∙ τα ίτσια είναι αμάραντα.
Κι εσύ; Θέλω να πω: Τουλόου σ’;
«Τώρα, σὲ λίγο ἒφτασα…»
Για έναν αποχαιρετισμό σε όλα αυτά. Για το διηνεκές καλωσόρισμα.
Αθήνα, τέλη Μαρτίου 1908.
Στο αποχαιρετιστήριο γεύμα στου Μπαρμπαγιάννη ο κυρ Αλέξανδρος κερνάει όποιον περάσει απ’ το μαγαζί. Του διαλέγει μονάχος τον μεζέ, του γεμίζει την κούπα και τον βάζει να τσουγκρίσουν και να συχωρεθούν.
Ο Μαλακάσης τον ρωτάει αν αγόρασε, όπως έπρεπε, παπούτσια και ρούχα για να πάει στο νησί του. «Αγόρασα, Μιλτιάδη μου, δεν ψεύδομαι εγώ, αλλά τα πήρα παλιά. Θέλεις ν’ αμαρτήσω τώρα στα γεροντάματα; Κι όταν έρθει η ώρα μου, πώς θα επικαλεστώ τη μεγάλη ευχή; Εἰ ἐμεγαλοφρόνησα, εἰ περιεβλήθην πλούσια ἱμάτια…»
Όταν έρχεται η ώρα για το λογαριασμό ο Μπαρμπαγιάννης κάνει τον ανήξερο. Δε θέλει να πάρει χρήματα. «Κράτησέ τα να οικονομηθείς κι αργότερα μου τα στέλνεις».
«Όχι, όχι», τον πιάνει απ’ το μπράτσο τον Μπαρμπαγιάννη, τον τραβάει λίγο παράμερα και του βάζει στο χέρι δυο χαρτονομίσματα. «Είσαι καλός άνθρωπος και σ’ έχω στην ψυχή μου. Κι αν σούφταιξα καμμιά φορά, άνθρωποι είμαστε. Δώσε μου άφεση».
Την άλλη μέρα, πρωί, ο κυρ Αλέξανδρος παίρνει παράμερα την κυρα-Μαρία, τη σπιτονοικοκυρά του. «Αυτά τα ολίγα χρήματα διά το ενοίκιον».
«Μα γιατί, κυρ Αλέξανδρε; Ακόμα δε βγήκε ο μήνας».
«Λάβε τα τώρα που οπού τα έχω. Άλλωστε είναι τα τελευταία. Φεύγω για την πατρίδα». Αργότερα της λέει: «Να μου ανάβεις κανένα κερί, κυρα-Μαρία, όταν πεθάνω».
«Και πού θα το μάθω εγώ, κυρ Αλέξανδρε, όταν πεθάνεις; Εσύ θάσαι στην πατρίδα σου, στο νησί».
«Θα το μάθεις, κυρα-Μαρία. Να είσαι βέβαιη πως θα το μάθεις…»
Αυτή ήτανε στα ζοφερά σκοτάδια της Αθήνας η εκπληχτική αποκορύφωση του μουσικού συχώριου της Ορθοδοξίας μέσα σ’ ένα παπαδοπαίδι που βασανίστηκε ανυπεράσπιστο.
Υποκλίνομαι.
Νίκος Καρούζος.
Διά την αντιγραφήν, Κ.Μ. Διά τα επίλοιπα της αναγνώσεως, Π.Μ.
Ἀθήναι, 3/5/908.
Κύριε Ἀλέξανδρε, ὁσάκις γίνεται ἀγρυπνία, νομίζω ὃτι τὸ μεσημέρι θὰ ἒλθητε. Ὃλαι αἱ ἀδελφαὶ σᾶς ἀναζητοῦν. Ὁ δὲ Νῖκος δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ παρηγορηθῇ. Ἡ Φιφὴ προσεύχεται εἰς ὃ,τι τῆς παραγγείλατε. Ἡ δὲ μικρὰ Κούλα διαβάζει τοὺς Χαιρετισμούς.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Μαΐου 1908.
Ὁ Προφήτης Ἑλισσαῖος σᾶς περιμένει, καθὼς καὶ ὃλαι αἱ ἀδελφαὶ τῆς Ἀγρυπνίας. Ὁ Νῖκος θὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς μεγάλην εὐτυχίαν ἐὰν Σᾶς εἲδῃ καὶ πάλιν. Ἡ Ἀγγελικούλα Σᾶς φιλεῖ τὴν δεξιάν. Ἐχετε τὰ δέοντα καὶ ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιον, ὃστις καὶ τὴν παροῦσαν γράφει. Σὰς προσκηνὸ η φιλισας Πολυξένη Μπούκη. Θαυμάσια γράφο. Π.Μ.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Ἀπριλίου 1909.
Ἀδελφέ μου κ. Ἀλέξανδρε, ἒχετε χαιρετίσματα ἀπὸ τὴν γερόντισσαν Συγκλητικήν ἣτις μοῦ εἶπε νὰ Σᾶς γράψω, ἐὰν εἶσθε στεναχωρημένος νὰ ἐνεργήσωμεν κάτι τι διὰ νὰ ἒλθητε. Σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ ἐπισπεύσητε, εἰ δυνατόν, τὴν ἂφιξίν Σας καθόσον Σᾶς ἐπεθυμήσαμεν πολύ. Σᾶς ἀσπάζομαι ἀδελφικῶς ἡ φίλη σας Πολυξένη Ν. Μπούκη.
(Υστερόγραφο: Η Πολυξένη ήταν η μεγαλύτερη πόρνη των Αθηνών, ώσπου παντρεύτηκε τον Νικόλα τον Μπούκη, κι άρχισε να γράφει θαυμάσια, κι έγινε τερατουργός εξαισίων.)
Κι έτσι φτάσαμε εδώ, στην αρχή της αφήγησης: Σκιάθος, 3 Ἰανουαρίου 1911.
Χριστούγεννα, Αϊ-Βασίλης, Φώτα. Χιονίζει, χιονίζει πολύ. Στην Αθήνα του Άθωνα, στη σκιά της Κεχαριτωμένης.
Κάτω εἰς τὸ βάθος, εἰς τὸν λάκκον, εἰς τὸ βάραθρον, ὡς κελάρυσμα ρύακος εἰς τὸ ρεῦμα, φωνὴ ἐκ βαθέων ἀναβαίνουσα, ὡς μύρον, ὡς ἄχνη, ὡς ἀτμός, θρῆνος, πάθος, μελῳδία, ἀνερχομένη ἐπὶ πτίλων αὔρας νυκτερινῆς, αἰρομένη μετάρσιος, πραεῖα, μειλιχία, ἄδολος, ψίθυρος, λιγεῖα, ἀναρριχωμένη εἰς τὰς ριπάς, χορδίζουσα τοὺς ἀέρας, χαιρετίζουσα τὸ ἀχανές, ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον…
ΗΣΥΧΑΣΕ, ΘΑ ΠΑΩ…
…παιδική, ἄκακος, ἑλισσομένη…
ΤΩΡΑ…
…φωνὴ παρθένου μοιρολογούσης…
ΣΕ ΛΙΓΟ ΕΦΤΑΣΑ…
…μινύρισμα πτηνοῦ χειμαζομένου, λαχταροῦντος τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἔαρος.
(Κισμέτι, κισμέτι!)
Αφήστε το βιβλίο, μανάρια – μανούλα, άσε το βιβλίο∙ δώσε μου την ευχή.
Την Κούλα του Μπούκη την έλεγαν, βέβαια: ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Στο διήγημα σχετικά με τον πυρετό της, ο Παπαδιαμάντης τη σκότωσε: «Ὤχ!» εἶπε ἡ Κούλα.
Ἐστέναξεν, ἔκλεισε τὰ ὄμματα, καὶ δὲν μοῦ ὡμίλησε πλέον.
Τῆς ἔφεραν χρῖσμα, ἔλαιον ἀπὸ τὴν κανδήλαν. Αὐτὴ ἀνέλαβε πρὸς στιγμὴν τὰς αἰσθήσεις της, κ᾿ ἐψιθύρισε: «Μοσχοβολᾷ ἡ ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ἠρεμία. Θὰ πλέψω καλά».
Στη ζωή, όμως, η Αγγελικούλα έγινε περδίκι, κοτσύφι, τρυγόνι, μπορεί κι ένα αναμμένο κερί. Να του φέγγει, να στέκει καλώς∙ να βαδίζει καλώς στο σκοτάδι.
Μάννα μου, ἐγώ ’μαι… Ιδού ο υιός σου. Τι χορος Γιάννηδων, από τον Πρόδρομο στον Ευαγγελιστή, από τη Σκιάθο στην Αποκάλυψη – τι χορεία!
Και τι χορωδία: Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου, μεθ᾽ ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτόν, ἡμῖν καθυπέδειξας, ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν, Βαπτιστά, ὡς παρρησίαν ἔχων πολλήν…
Η παρρησία εξαντλείται (κορυφώνεται) σ’ αυτή τη στιγμή: ο εξηκοντούτης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εις το τέλος του βίου, βγαίνει απ’ το σπίτι του, κάπου να πάει, και δεν σκοντάφτει, και προχωρεί, όλο προχωρεί – σχεδόν τρέχει.
(Κὺρ Αλέξαντρε, καρτερεῖτε κ’ ἐμέ!)
Ἤκουσα τριγμὸν τοῦ παραθύρου. Δὲν ἐπρόλαβα νὰ κοιτάξω, καὶ τὸ παραθυρόφυλλον ὑπανοιχθὲν πάλιν ἔκλεισε.
Ἄλλον κρότον ἤκουσα, ν᾿ ἀνοίγῃ ἡ θύρα τοῦ ἀνωγείου, καὶ ἀμυδρὸν φῶς λυχναρίου ἔφεξε τὸν δρόμον.
Ήταν η Πούλια, ο Αυγερινός, η Αφροδίτη. Στο άλλο σπίτι, η Κυρατσούλα, η Σοφία και η Χαρίκλεια τού χαϊδεύουν το μέτωπο, του φιλούν το μέτωπο. Την κορυφή των κορυφών.
Φτάσαμε – φεύγει. Αγγελικούλα ζάχαρη, Αγγελικούλα μέλι: Μοσχοβολᾷ ἡ ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ἠρεμία. Θὰ πλέψω καλά.
Κισμέτι…
Η Πούλια στέκεται στο κατώφλι, χαμογελά, κρατά το λυχναράκι της θλίψεως εν άκρα ευθυμία. «Καλησπέρα, μπάρμπα… Κόπιασε στὸ φτωχικό μας. Δὲν κάθεσαι; Κόπιασε».
«Δὲν κάθομαι, κορίτσι μου. Ἒτσι ἒτυχε…»
Εἶπα μέσα μου: «Κισμέτι…»
«Δὲν κάθομαι», είπε απ’ όξω. «Ἒτσι ἒτυχε ν’ ἀνεβῶ». Κι από μέσα του, τόσο μέσα του, πρόσθεσε: Κισμέτι, διὰ νὰ ἰδῶ τ᾿ ἀστεράκι.
Εἶπα καληνύχτα, κ’ ἒφυγα.
Παγκράτι
Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2026
⸙⸙⸙
[Από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι σήμερα δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη. Δεν πρόκειται για προδημοσίευση, αλλά για μια αφηγηματική διασκευή, ένα trailer του γκράφικ νόβελ που θα κυκλοφορήσει. Μπορείτε να βρείτε όλη τη σειρά των κειμένων που δημοσιεύτηκαν στο Φρέαρ εδώ.]







