Ουσιαστικά, δεν βρίσκω τίποτα που να μην έχει ήδη ειπωθεί – τα μάθαμε όλα. Και τι καταλάβαμε;
Το πυροφάνι, πάντως, φτάνει στην άκρα πυράκτωση. (And now, the end is near / And so I face the final curtain – Πώς απλώνει τώρα ο Θεός το σεντόνι μου!)
Ἐγὼ ἤμουν ἐξαπλωμένος κατὰ πλάτος τῆς πρύμνης, κ᾿ ἐπροσπάθουν νὰ διακρίνω τὰ ἄστρα εἰς τὸν ἄνω βυθόν.
«Πλέον μακάριος κι ἀπὸ σένα», μοῦ εἶπεν αἴφνης ὁ Σταμάτης, ὡς νὰ ἐμάντευε τὸ κενὸν τῆς σκέψεώς μου, «εἶναι ὁ Πατσοστάθης, ποὺ ροχαλίζει χωμένος εἰς ἕνα σχοῖνον».
Ο Αλέκος δεν πρόσεξε, ίσως επειδή κοιτούσε τ’ αστέρια, ίσως επειδή άκουγε ως επί το πλείστον τη φωνή της Φωνής του, τη φωνή του Κυρίου του.
Ο Σταμάτης γέλασε: «Βαρύνεσαι νὰ σηκώσῃς τὸ κεφάλι νὰ κοιτάξῃς τὸν Πατσοστάθη. Τόσον βαριὰ σ᾿ ἐκυρίευσε τὸ ραχάτι!… Καὶ ποῦ νὰ σ᾿ ἔβλεπε τώρα ἡ Περμαχούλα!»
Έτσι άρχισαν όλα – ακριβώς όπως τέλειωσαν.
«Ποιὰ Περμαχούλα;» εἶπα ἐξαφνισθεὶς ἐγώ.
«Ἐκείνη ποὺ ξεύρεις… Ἡ λατρευτή σου!»
«Δὲν εἶναι καμμία… λατρευτή μου!» εἶπα μετὰ δυσφορίας.
«Ἄ! τὴν ἀρνεῖσαι; Ἀπὸ τώρα!» εἶπε μὲ ἀλλόκοτον ἦθος ὁ Σταμάτης.
«Μὴν ἐτρελάθης, φίλε μου;»
«Ἐγώ;… Καὶ τί σοῦ φταίω; Ἐσὺ γνωρίζεις τὸν τρόπον… Ἠμπορεῖς νὰ τὴν καταρασθῇς ν᾿ ἀσχημίσῃ κι αὐτή, ὅπως ἡ ἄλλη».
«Ποιὰ ἄλλη;»
«Τοὐλάχιστον ἔτσι ἔγραφες τὰ παλαιὰ χρόνια, σ᾿ ἕνα ποίημά σου. Δὲν θυμᾶσαι;»
«Πότε;»
«Τὸν καιρὸν ποὺ ἔγραφες στίχους… Ὅταν ἐκατοικούσαμε μαζί, κάτω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολιν, στὸ Ριζόκαστρο… Ὅταν ἐγὼ εἶχα τρία χρόνια στὴν πρώτη τοῦ Γυμνασίου».
Ἐγὼ ἔκλεισα τοὺς ὀφθαλμοὺς κ᾿ ἐσιώπησα.
Ο Σταμάτης δεν σιώπησε, είχε να παίξει έναν ρόλο, φέρ’ ειπείν του Παλαιού Ημερών, του Τρισηλίου∙ ή του Παλιάτσου και του Σαλού – Why so serious?
«Ἐνθυμοῦμαι κάτι στίχους σου… Μὰ πολὺ ρωμαντικούς… Μήπως ἐμιμεῖσο τὸν Ἀχιλλέα τὸν Παράσχον, τότε; Ἄκουσε».
Ακούστε κι εσείς: Εἰς ἕνα μνῆμ᾿ ἀγνώριστον, μικροῦ κοιμητηρίου, / δὲν θέλω νὰ τὸ βλέπωσιν ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου· / μηδὲ κυπάρισσος σκαιά, μηδ᾿ ἀπεχθὴς ἰτέα / νὰ τὸ σκιάζῃ· καταιγὶς ἂς τὸ κτυπᾷ βιαία.
Καὶ δὲν ποθῶ θυμίαμα, δὲν θέλω ψαλμῳδίαν· / νὰ ἔλθῃς μόνον σὲ ζητῶ μίαν θαμβὴν πρωίαν, / νὰ βρέξῃς μ᾿ ἕνα δάκρυ σου τὸ διψασμένο χῶμα, / κι ἂς σβήσῃ μὲ τὸ δάκρυ σου καὶ τ᾿ ὄνομά μου ἀκόμα.
«Τοὺς θυμᾶσαι αὐτοὺς τοὺς στίχους;» ἠρώτησεν ὁ Σταμάτης.
«Δὲν ξέρω».
«Ἔτσι ἐτελείων᾿ ἕνα ποίημά σου. Ἕν᾿ ἄλλο ἄρχιζεν ὡς ἑξῆς: Δὲν ἔχω πλιὰ παράπονο σ᾿ ἐσέ, δὲν ἔχω, κόρη· / τὸν πόνον ποὺ τὸ στῆθός μου ἐξέρνα, δὲν ἐχώρει, / θὰ τὸν χωρέσ᾿ ἡ ἄβυσσος, ἡ γῆ θὰ τὸν χωρέσῃ· / εἶναι βαθὺ τὸ πέσιμο ποὺ ἡ φτέρνα μου θὰ πέσῃ».
Η δυσφορία μεγάλωνε, μεγάλωνε. Αλλά: It’s time to face the music!
«Κι αὐτοὺς τοὺς ἐξέχασες;»
«Βέβαια, εἶπα».
«Ἐνθυμεῖσαι τοὐλάχιστον τὴν συνέχειαν αὐτῶν τῶν στίχων ποὺ ἔγραφες ἕναν καιρόν;»
Δηλαδή: Σὺ ποὺ θάμπωσες τὸν ἥλιο, / ποὺ σ᾿ ἐζήλεψ᾿ ἡ αὐγή· / σπέρμα οὐράνιο, ριχμένο, / ποὺ σ᾿ ἐβλάστησε στὴ γῆ…
«Ἐνθυμεῖσαι;»
«Ὄχι». Ηχώ: Όχι, Όχι…
Καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ ἐφώνησε.
Συνεχίζεται…
⸙⸙⸙
[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]







