frear

Το σκοτεινό τρυγόνι, #Γ9: Ο Φαρμακωμένος – του Κυριάκου Μαργαρίτη

(Παρακαλώ σηκωθείτε. Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄.)

…Τὴν νύκτα ἐκείνην εἶχον ἀναβῆ καὶ πάλιν εἰς τὸ βουνὸν διὰ νὰ συναντήσω τὴν ἐξαδέλφην Μαχούλαν.

Ἦτον ἡ τελευταία φορὰ ὁποὺ θὰ ἔβλεπα εἰς τὰ ἐρημικὰ ἐκεῖνα μέρη τὴν ἐξαδέλφην μου. Τὴν πρώτην φοράν, πρὸ ἐτῶν εἴκοσι, τὴν εἶχα συναντήσει εἰς τὸ πενιχρὸν παρεκκλήσιον τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀναστασίας.

Περὶ τὰ τέλη τοῦ φθινοπώρου εἶχεν ὑπάγει ὁμοῦ μὲ ἕνα παπάν, διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸν ναΐσκον. Εἶτα ἀφοῦ ἀπέλυσεν ἡ λειτουργία, ὁ παπὰς ἀπεχαιρέτισε τὴν γυναῖκα καὶ ἀπῆλθεν. Ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα, ἰδοὺ τί ἔκαμεν.

Αὕτη ἤναψεν ἑπτὰ κηρία εἰς τὰ δύο μανουάλια τοῦ ναΐσκου, ἐμπρὸς εἰς τὰς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τοῦ Προδρόμου, καὶ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας. Ἐφαίνετο, ὅτι ἤθελε μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ παπᾶ, νὰ τελέσῃ αὐτὴ νέαν λειτουργίαν, πλέον μυστηριώδη.

Ἀφοῦ ἤναψε τὰ ἑπτὰ κηρία, ἔβγαλεν ἀπὸ τὸ παμμέγιστον καλάθιόν της μακρότατον, ὑπὲρ τὰς ἑκατὸν ὀργυιάς, λεπτὸν σχοινίον, ὁλοκίτρινον, εὐωδιάζον, κηρόπλαστον.

Τοῦτο λοιπὸν τὸ τεράστιον κηρίον τὸ ἔδεσεν ἀπὸ τὴν κρικέλλαν τῆς παλαιᾶς θύρας τοῦ ναοῦ, εἶτα ἤρχισε νὰ τὸ ἑλκύῃ, καὶ νὰ τὸ ἐκτυλίσσῃ κατ᾽ ὀλίγον ἀπὸ τὸ καλάθιον, καὶ παραπορευομένη ἐξωτερικῶς τὸν τοῖχον τοῦ ναΐσκου, νὰ τὸ προσαρμόζῃ εἰς τὸν τοῖχον.

Ἑπτάκις ἔκαμε τὸν γῦρον τοῦ κτιρίου, καὶ μὲ ἑπτὰ ἔμβολα κηρωμένου νήματος περιέζωσεν, ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα, ὅλον τὸν ναΐσκον.

«Ἂς δείξῃ ἡ Φαρμακολύτρα τὸ θάμα της!…»

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Φαρμακολύτρια εἶν᾽ ἐκείνη, ἥτις χαλνᾷ τὰ μάγια, ἤτοι λύει πᾶσαν γοητείαν καὶ μεθοδείαν πονηρὰν ὑπ᾽ ἐχθρῶν γινομένην.

…Καὶ τώρα, μετὰ εἴκοσιν ἔτη, ὅταν ἤρχισα ἤδη νὰ φθίνω, ἐὰν ἐγὼ ἐζήτουν νὰ ζώσω μὲ κηρίον τὸν ναὸν, οὔτε κηρίον πλέον ἁγνὸν θὰ ἠδυνάμην νὰ εὕρω.

Καὶ ὁ ναΐσκος τῆς Ἁγίας εἶχε περιέλθει εἰς παρακμὴν.

Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ περιζώσω μὲ κηρία τὸν ναόν; Ἡ Ἁγία ἠδύνατο ἴσως νὰ μὲ θεραπεύσῃ, ἀλλ᾽ ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ θεραπευθῶ.

Θὰ ἐπροτίμων νὰ καίωμαι εἰς τὴν φλόγα τὴν βραδεῖαν…

Ὑπάρχουν εἰς τὸν Παράδεισον Ἅγιοι δεχόμενοι τὰς εὐχὰς τῶν ἐρώντων;…

Ὤ! Καὶ ὅμως ἐτηκόμην… ὥρας-ὥρας ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, νὰ ἰατρευθῶ. Βοήθει, Ἁγία Ἀναστασία!

Ἐκεῖ, παρ᾽ ἐλπίδα, συναντῶ τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν…

Ἦτο τοιαύτη ὁποία καὶ πρὸ εἴκοσι χρόνων, σχεδὸν δὲν εἶχε μεταβληθῆ τὸ πρόσωπόν της οὔτε λευκὴν τρίχα εἶχεν εἰς τὴν κόμην, οὔτε ρυτίδα εἰς τὸ μέτωπον.

Ἦτο νύμφη καὶ ἱέρεια καὶ γυνή.

«Ποῦ σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἐξάδελφε;» μοῦ λέγει.

Ἐγὼ τὴν ἐχαιρέτισα κ᾽ ἐκάθισα ἐπί τινος ὄχθου, ὑπὸ δένδρον ἐλαίας, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ ἐλαιῶνος.

«Ἐξαδέλφη Μαχούλα, θυμᾶσαι, τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὅταν ἤμουν ἐγὼ παιδί, ποὺ ἔζωνες μὲ κηρὶ τὸ ξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας;»

«Θυμοῦμαι», ἀπήντησε.

«Πές μου, σὰν νὰ μὴ ξέρω, γιατί τὸ ἔκανες;»

«Τὸ εἶχα τάξιμο, γιατὶ ὁ Μανωλάκης ἦτον ἐρωτοχτυπημένος· κ᾽ ἐπειδὴς ἡ Ἁγία Ἀναστασία εἶναι ποὺ λύνει τὰ μάγια, μεγάλ᾽ ἡ χάρη της, ἔζωσα τὸ κλησιδάκι της, καὶ τὴν ἐπερικαλοῦσα, μὴν τυχὸν ἦτο μαγεμένο τὸ παιδί μου, γιὰ νὰ χαλάσῃ τὰ μάγια».

«Κ᾽ ὕστερα, τί ἀπόγινε; Πές μου τα ὅλα, σὰν νὰ εἶμαι πνεματικός, γιατὶ ἐγώ, ξέρεις, τὸν περισσότερον καιρὸ ἔλειπα ἀπ᾽ τὴν πατρίδα, καὶ δὲν τὰ παρηκολούθησα καλά».

«Φαίνεται ὅτι δὲν τοῦ εἶχαν καμωμένα μάγια, μόνο ὁ ἴδιος εἶχε πέσει στὸν ἔρωτα, κ᾽ ἡ Ἁγία, σὰν δὲν ἦτον ἀπὸ μάγια, δὲν μποροῦσε μὲ τὸ στανιὸ νὰ τοῦ ἀλλάξῃ τὰ μυαλά. Τὸ λοιπὸν ἡ Ἁγία ἔδειξε τὸ θάμα της μὲ ἄλλον τρόπο· τὸ κορίτσι ἀρρεβωνιάστηκε μὲ ἄλλον καὶ σ᾽ ὀλίγον καιρὸ ἔγινεν ὁ γάμος. Τότε, ἐπειδὴ ἦτον φόβος νὰ τρελαθῇ ἢ νὰ χτικιάσῃ τὸ παιδί μου, ἀπ᾽ τὸ κακό του, τὸν ἔταξα στὴν Παναγιὰ τὴν Κουνίστρα, γιὰ νὰ τὸν γλυτώσῃ ἀπ᾽ τὴν τρέλα κι ἀπ᾽ τὴν ἀρρώστια… Τοῦ κόστισε πολύ, ἐπόνεσε, ἔχασε τὴν ὄρεξή του, κιτρίνισε σὰν τὸ κερί, ἔλυωσε στὸν ἀπάν᾽ κόσμο… Ὣς τόσο, ἡ Παναγία ἔδειξε τὸ θάμα της, καὶ τὸ παιδὶ δὲν ἐτρελάθη οὔτε χτίκιασε… Σ᾽ ὀλίγον καιρό, ἦρθε στὸν ἑαυτό του».

«Καὶ τώρα τί γίνεται;»

«Τώρα ταξιδεύει μὲ τὴ γολέτα μας, στὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς… Φαίνεται πὼς τὸ ἔρριξε λιγάκι στὸ πιόμα, μὰ δὲν τὸ παρακάνει πιστεύω… Ἄσπρισε, καὶ δὲν θέλει νὰ παντρευτῇ… Καλύτερα γιὰ μένα νὰ σοῦ πῶ, ἐξάδελφε. Δὲν συμφέρει νὰ παραπληθαίνῃ καὶ πολὺ ὁ κόσμος».

Τὰ βήματά μου μ᾽ ἔφεραν καὶ πάλιν πρὸς τὸν ναΐσκον τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας. Ἤναψα τεμάχιον λαμπάδος, ἐκόλλησα τὸ κηρίον τοῦτο εἰς τὸ μανουάλιον, κ᾽ ἐκάθισα εἰς ἓν τῶν δύο ἢ τριῶν στασιδίων, διὰ νὰ ξεκουρασθῶ…

Εἶτα προσεπάθησα νὰ δεηθῶ ἀλλ᾽ ἐρρέμβαζον. Ἔκλεισα τὰ ὄμματα, ἐπαιτῶν ἕνα ὕπνον, ἀλλ᾽ ὁ πόνος ἠγρύπνει ἐντός μου. Εἰς τὰς ὥρας τῆς μοναξίας τῆς νυκτὸς ἐκείνης, ἔπλεον ὡς ἐν ὀνείρῳ εἰς ἄλλον κόσμον. Ἤκουον ἤχους, ψιθύρους καὶ φωνάς.

Μοῦ ἐφαίνετο ὅτι αἱ ἀναμνήσεις καὶ αἱ εἰκόνες ἐλάμβανον μορφὴν καὶ σῶμα, ἐβόμβουν περὶ τὰ ὦτά μου ὡς σμῆνος ἀπειράριθμον πτερωτῶν ψυχῶν, προσέβλεπον τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας, καὶ μοῦ ἐφαίνετο τόσον ὡραία, ὅσον ἐφάνη ἐν ὀνείρῳ εἰς τὴν ἐξαδέλφην Μαχούλαν.

Εἶτα μία ἄλλη μορφὴ μοῦ ἐφάνη ὅτι ἐστάθη ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος, καὶ τὴν ἀπέκρυψε.

Μοῦ ἐφάνη ὅτι τὰ χείλη της ἐψιθύριζον ἱκεσίαν, καὶ τὸ βλέμμα τῆς εἰκόνος ἔνευε συγκατάθεσιν…

Ὕπνος τότε μὲ κατέλαβεν, εἰς τὸ στασίδιον ὅπου ἐκαθήμην. Ὁ ὕπνος ἦτον ἄνευ ὀνείρων, ὅλα τὰ ὄνειρα τοῦ τὰ εἶχεν ἀφαιρέσει ἡ ἐγρήγορσις. Μόνον ἐνδομύχως εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεως μου, μία φωνή, ἥτις ὡμοίαζε μὲ χρησμόν, ἠκούσθη ἀμυδρῶς νὰ ψιθυρίζῃ:

«Καλημερούδια σου. Θέλεις καφέ; ρακί;»

«Ὅ,τ᾿ εἶναι».

«Θὰ πᾶμε τὸ βράδυ στὸ πυροφάνι, μὲ τὸν Ἀγάλλο. Ἐλπίζω, δὲν θὰ μᾶς φύγῃς… Ἂν θελήσῃς νὰ μᾶς συνοδεύσῃς, θὰ διασκεδάσῃς πολύ».

«Εὐχαριστῶ».

«Ὁ Πατσοστάθης ἐπῆγε στὸ χωριὸ σύνταχα, ὅταν σὲ εἶχε πάρει ὁ ὕπνος. Δὲν τό ᾽χει γιὰ τίποτε νὰ θυσιάσῃ κ᾿ ἕνα κατσίκι πρὸς χάριν μας. Ἐλπίζω ὅτι θὰ γευθοῦμε θαυμάσιο κοκορέτσι. Θὰ λάβουμε καιρὸ νὰ σοῦ διηγηθῶ καὶ “τὰ ἐπίλοιπα τῆς ἀναγνώσεως”».

«Ἔχει καὶ συνέχειαν ἡ ἱστορία;»

«Πῶς! Μήπως βαρύνεσαι ν᾿ ἀκούῃς;»

«Ὁπωσοῦν».

«Δὲ μοῦ λές, Στάθη», εἶπεν ὁ Σταμάτης, ἀφοῦ ἐφάγαμεν τὸ κοκορέτσι. «Δὲν μοῦ λές, πῶς τὰ κατάφερες μὲ τὶς μάγισσες, γιὰ νὰ σοῦ χαλάσουν τὰ μάγια;»

Ὁ Πατσοστάθης ἐμειδίασε πικρῶς, κ᾿ ἐβράδυνε ν᾿ ἀπαντήσῃ.

«Μὴν ἐνοχλῇς τὸν ἄνθρωπον, Σταμάτη», εἶπα ἐγώ.

«Τὰ ὅσα ἔπαθε εἶναι ἀνεκδιήγητα», εἶπεν ὁ Σταμάτης, χωρὶς ν᾿ ἀπαντήσῃ ἀπ᾿ εὐθείας εἰς τὴν παραίνεσίν μου.

«Ἔπαθα τά ᾽παθα», εἶπε μετὰ στεναγμοῦ ὁ βοσκός. «Τὸ κεφάλι μου τὰ φταίει ὅλα. Τ᾿ ἤθελα νὰ μπλέξω ἀπὸ ἐξαρχῆς μὲ μάγισσες; Τὰ ψώνια τς ἁμαρτίας θάνατος».

«Τί λογῆς μπλέξιμο εἶχες κάμει ἐσύ, Στάθη»; ἠρώτησεν ὁ Ἀγάλλος.

«Θέλει νὰ πῇ γιὰ τὴν πεθερά του καὶ τὴν κουνιάδα του, πὼς τοῦ ἔκαμαν μάγια διὰ νὰ τὸν πανδρέψουν», εἶπεν ὁ Σταμάτης.

«Καὶ χωρὶς τὰ μάγια, πάλιν δὲν θὰ πανδρευόσουν;»

«Δὲν ἤμουν ἐγὼ γιὰ νὰ μπῶ στὸν κόσμο, ἤμουν γιὰ νὰ καλογηρέψω», εἶπεν ὁ Στάθης.

«Λοιπόν, τὶς ἀντάμωσες τὶς μάγισσες;»

«Ἀρκεῖ πλέον, ἄφησέ τα Σταμάτη», εἶπα ἐγώ…

«Ἄλλο δὲν ἔχουμε νὰ ποῦμε», ἐξανάρχισε πάλιν ὁ Σταμάτης, «μόνον γιὰ τὸν γερο-Μουστάκα –γιά θυμήσου, Στάθη!– ποὺ σοῦ διάβαζε τὴν Σολομωνική».

«Ἄ, ναί. Μ᾿ τὴν ἐδιάβαζε, λέει».

«Μὲ αὐτὰς τὰς ἐπιχειρήσεις καὶ τὰ πειράματα, ἐπροσπάθησεν ὁ Στάθης ἐδῶ ὁ φίλος μας, νὰ κατορθώσῃ νὰ τοῦ χαλάσουν τὰ μάγια – καὶ τὰ μάγια ἔμειναν ἀχάλαστα».

Εἶτα ὁ Σταμάτης ἐστράφη πρὸς ἐμέ, κ᾿ ἐπρόσθεσε χαμηλῇ τῇ φωνῇ: «Ἐκτὸς ἂν δὲν ὑπῆρχαν μάγια γιὰ χάλασμα».

Ἐπανῆλθον εἰς τὸν ναόν, κ᾽ ἔκαμα τὸν σταυρόν μου. Ἐκάθισα πάλιν εἰς τὸ στασίδιον.

Ἡ μορφὴ ἥτις μοῦ ἐφαίνετο παρεστῶσα ἐκεῖ, ἡ φέρουσα τὴν ἁγνότητα εἰς τὰ ὄμματα τὰ κάτω νεύοντα, καὶ τὸν γλυκασμὸν περὶ τὰ χείλη τὰ ἁβρὰ καὶ μελιχρά, μοῦ ἐφάνη ὅτι ἀντήλλασσε νεύματα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας.

Μοῦ ἐφάνη ὅτι τὰ χείλη της ἐψιθύριζον ἱκεσίαν, καὶ τὸ βλέμμα τῆς εἰκόνος ἔνευε συγκατάθεσιν…

Ὕπνος τότε μὲ κατέλαβεν, εἰς τὸ στασίδιον ὅπου ἐκαθήμην. Ὁ ὕπνος ἦτον ἄνευ ὀνείρων, ὅλα τὰ ὄνειρα τοῦ τὰ εἶχεν ἀφαιρέσει ἡ ἐγρήγορσις.

Μόνον ἐνδομύχως εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεως μου, μία φωνή, ἥτις ὡμοίαζε μὲ χρησμόν, ἠκούσθη ἀμυδρῶς νὰ ψιθυρίζῃ:

«Ὕπαγε, ἀνίατε· ὁ πόνος θὰ εἶναι ἡ ζωή σου…»

Συνεχίζεται…

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη