frear

Το σκοτεινό τρυγόνι, #Γ8: Περί αγάπης – του Κυριάκου Μαργαρίτη

Κάποτε (λοιπόν) σε μιαν όχθη, σε μια σπηλιά. Κάποτε πέρα. Εδώ που φανερώνονται τα μάγια και μυστικά, τα από καταβολής κεκρυμμένα. Once upon a time in America – στη δύση του κόσμου∙ στην άκρη της νύχτας μου.

Ο Σταμάτης Αταίριαστος έπιασε το νήμα της ιστορίας, από το δίστιχο με τον έρωτα που κοιμάται στην κοπριά – σαν τον Ηράκλειτο∙ και σαν τον άγιο πατέρα ημών Κόπρο.

Ο Σταμάτης είπε: «Μπρέ, χαρὰ στὶς ἀγάπες!»

Ἐσιώπησα ἐγώ, κ᾿ ἔκλεισα τὰ ὄμματα κουρασμένος.

Ἐκεῖνος ἐξηκολούθησε: «Νυστάζεις; Ἔχεις δίκαιον. Εἶσαι πολὺ ἀποκαμωμένος. Μὰ ἄκουσε ἀκόμα κι αὐτό. Κουράγιο, καὶ θὰ εἶσαι πολὺ καλὰ αὔριον». Κουράγιο και σε εσάς – και ακούστε.

Ακούστε: «Λοιπόν, ὅταν ἤμουν εἰς τὸν Παναμᾶν – διότι διέτριψα εἰς τὸν Παναμᾶν, κ᾿ ἐδούλεψα ὀλίγον καιρὸν εἰς τὴν περίφημον ἐπιχείρησιν, ἀγαπητέ μου… Ἐκεῖ, λοιπόν, εἶχα ἀρρωστήσει βαριὰ κ᾿ ἔμεινα ἐπὶ ἑβδομάδας εἰς νοσοκομεῖον. Λοιπόν, μία νεαρὰ καλόγρια, λευκὴ ὡς κρίνον, ἡ ὁποία ἐνδιεφέρετο μεγάλως καὶ διὰ τὴν ψυχικὴν σωτηρίαν τῶν ἀσθενῶν, καὶ τοὺς ἠνάγκαζεν ὅλους νὰ ἐκτελοῦν τὰ θρησκευτικά των χρέη, μοῦ ἔλεγεν ἐπὶ ἡμέρας, κάθε πρωί, ἅμα εἰσήρχετο εἰς τὸν θάλαμον: “Βοὺζ ἀλλὲ κομμουνιέ;”

»Τὸ ἔλεγε μὲ τοιοῦτον θωπευτικὸν τόνον, ὥστε ἦτο ἀληθινὴ γλύκα νὰ τὴν ἀκούῃ τις· “Νό, Μαντάμ”, τῆς ἀπεκρινόμην ἀνελλιπῶς ἐγώ.

Τὴν τετάρτην ἡμέραν εἶχεν ἀρχίσει νὰ θυμώνῃ καὶ νὰ σκυθρωπάζῃ· “Μαί, πουρκουά, ντόν;” Τί νὰ τῆς πῶ; “Ἐγὼ δὲν μεταλαβαίνω στὴν Ἐκκλησία τὴ δική μου, κυρά, καὶ θὰ μεταλάβω στὴ δική σου;”

»Αὐτὸ τὸ ἐψιθύρισα, ἀκουσίως, ἑλληνιστί, ὥστε δὲν ἐκατάλαβε τίποτε. Τέλος ἐθύμωσε τόσον, ὥστε τὴν ἄλλην ἡμέραν, μοῦ ἔδωκεν εἴδησιν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξέλθω τοῦ νοσοκομείου.

»Ἐγὼ ἐχάρην μᾶλλον, διότι ἤμην ἤδη πολὺ καλύτερα, κ᾿ ἐπόθουν τὸν καθαρὸν ἀέρα… Ἀλλά, μετὰ μίαν ἑβδομάδα καὶ κάτι, ἴσως μετὰ ἐννέα ἡμέρας – πίστευσέ το, ἂν θέλῃς…»

Ο Παπαδιαμάντης ανακάθισε στον βράχο, φαίνεται ότι η νύστα είχε υποχωρήσει, ότι την είχε νικήσει η περιέργεια. Ο Σταμάτης ήταν ζόρικος αφηγητής. Ο Αλέκος είπε: «Τί;»

«Ἦλθε καὶ μ᾿ ηὗρε ὅπου ἤμην. Ποῦ μὲ ἀνεκάλυψε;»

«Καὶ σοῦ εἶπε, τί;» (Το σασπένς, το σασπένς…)

«Ρητῶς καὶ ἀπ᾿ εὐθείας δὲν μοῦ εἶπε τίποτε. Ἀλλὰ διὰ περιφράσεων μοῦ ἔδωκε νὰ ἐννοήσω ὅτι, ἂν ἤθελα νὰ γίνω κατόλικος, ἦτον πρόθυμη νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ παντοῦ ὅπου θὰ ἐπήγαινα».

«Λοιπόν, σὲ εἶχεν ἐρωτευθῆ;»

«Ὤ, οἱ ἀγάπες, οἱ ἀγάπες! Δὲν σοῦ ἔλεγα; Μήπως Καλόγρια τῆς Ἀγάπης δὲν ἦτον κι αὐτή; Sœur de la Charité;»

«Ξεύρω κ᾿ ἐγώ;»

«Ἀλλὰ πῶς νὰ βασισθῶ εἰς φράγκικες ἀγάπες, ἀφοῦ δὲν ἐβασίσθην ποτὲ εἰς ἀγάπες ρωμαίικες; Καὶ ν᾿ ἀλλάξω, μάλιστα, τὴν πίστιν μου πρὸς χάριν της;»

Έτσι τέλειωσε η ιστορία του Αταίριαστου. Εκείνος έφερε στα χείλη το φλασκί, ήπιε, και κοίταξε πονηρά τον ακροατή του, σαν να σκεφτόταν προπάντων εκείνου την ιστορία, την ιστορία του Αλέκου, την αφήγηση που έφερε όλους εμάς εδώ πέρα – στο μη παρέκει.

Ο Παπαδιαμάντης, βέβαια, δεν είχε πει τίποτα. Μα ο Σταμάτης τα άκουσε όλα. (Μακάρι να ήταν σαν αυτόν όλοι οι αναγνώστες!)

«Ὃλ’ αὐτά», είπε τελικά, «μ᾿ ἐνθυμίζουν τὸ δίστιχον, ὁποὺ εἶχα διαβάσει ἕνα καιρὸν εἰς ἐπιφυλλίδα τῆς Ἐφημερίδος. Μήπως εἶχε περάσει ἀπὸ τὴν πέννα σου; Μετάφρασις ἦτον; Τί ἦτον;»

«Τὸ ποῖον;»

«Ἰδοὺ πῶς ἔλεγε: Ἀγάπες ταξιδιάρες στὸ κῦμα τὸ θολὸ / κ᾿ ἐβούλιαξ᾿ ἡ βαρκούλα, κ᾿ ἐπέσαν στὸ γιαλό».

«Δὲν θυμοῦμαι πλέον».

«Ἂς εἶναι». Ο Σταμάτης έκανε μια παύση, κοίταξε την είσοδο του σπηλαίου, κι ύστερα πρόσθεσε: «Τώρα ἔρχεται ὁ Διαμαντὴς ὁ Ἀγάλλος. Ὅπου εἶναι, ἔφθασε. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνος αὐτός».

Ο Παπαδιαμάντης δεν έδωσε σημασία. Ο Αταίριαστος χαμογέλασε και αναστέναξε – και το αντίστροφο. Και στράφηκε προς την οθόνη του υπολογιστή σας.

Και είπε: «Φοβοῦμαι ὅμως μήπως πολὺ σ᾿ ἐκούρασα. Θαρρῶ πὼς ἔγινα πολὺ ἀνιαρός, ὅπως λέγουν οἱ γραμματισμένοι».

«Ὄχι», αποκρίθηκε ο Παπαδιαμάντης – μακάρι να ήταν όλοι οι αναγνώστες όπως αυτός!

«Μαζὶ λοιπὸν μὲ τὸν Ἀγάλλον, ἢ κατόπιν τοῦ Ἀγάλλου, θὰ ἔλθῃ κ᾿ ἔνας ἄλλος».

«Ποιός;»

(ΑΜΕΙΩΤΟ ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ!)

«Ὁ Πατσοστάθης, ἕνας βοσκός, τὸν ξέρεις;»

Ο Αλέξανδρος έγνεψε αδιάφορα. Ο Σταμάτης εξακολούθησε: «Εἶναι περιεργότατος, πολυδιήγητος, καὶ πιστεύει μὲ τὰ σωστά του ὅτι τοῦ ἔχουν κάμει μάγια. Αὐτοὶ οἱ δύο, ὁ Ἀγάλλος κι ὁ Πατσοστάθης, θὰ σὲ διδάξουν πολλὰ εἰς τὸ περὶ ἀγάπης κεφάλαιον».

Ο Παπαδιαμάντης μειδίασε, αν και μπορεί να είναι ιδέα μου. Βέβαιο ότι δὲν ἐσκεπτόμην πλέον τίποτε. Ἄφησα τὸν Ἀταίριαστον νὰ λέγῃ καὶ νὰ κάμνῃ ὅ,τι ἤθελε.

Ὡς ἐν ὀνείρῳ τὸν ἤκουα νὰ λέγῃ: «Ὁ Πατσοστάθης αὐτὸς ἔχει παράπονον κατὰ τοῦ Δημάρχου, ἐπειδὴ οὗτος τὸν ἐστεφάνωσε στανικῶς μὲ τὴν γυναῖκα, τὴν ὁποίαν εἶχε παραπάνω ἀπὸ δέκα χρόνια ἀρραβωνιασμένην.

»Πιστεύει ὅτι ὁ Δήμαρχος αὐτός, ἡ γυναίκα μὲ τὴν ὁποίαν τὸν ὑπάνδρευσε, ἡ πεθερά του, ἡ γυναικαδέλφη του, οἱ γείτονές του, καὶ ὅλος ὁ κόσμος, τοῦ ἔχουν κάμει μάγια.

»Τώρα ἀσχολεῖται πῶς νὰ τὰ χαλάσῃ, καὶ πολλοὶ ἀγύρται τοῦ ἔχουν φάγει τὸ μισὸ τὸ κοπάδι του. Τί τὸ παράξενον εἰς τοῦτο; Μήπως δὲν ἔχει δίκαιον;

»Ἄνθρωπος προωρισμένος, γρήγορα ἢ ἀργά, νὰ γίνῃ θῦμα γοητείας ἢ ἀγυρτείας;… Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ γλυτώσῃ ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα;

»Μήπως εἶν᾿ εὔκολον νὰ διακρίνῃ τις, νὰ εὕρῃ τὰ ὅρια, ποῦ τελειώνει ἡ πλάνη καὶ ποῦ ἀρχίζει ἡ ἀπάτη; Ἕως ποῦ φθάνει ἡ μωροπιστία, καὶ πόθεν ἀρχίζει ἡ ἀγυρτεία;»

Ο Παπαδιαμάντης δεν απάντησε. Ἔσεισα τοὺς ὤμους κ᾿ ἔκλεισα πάλιν τὰ ὄμματα. Δεν είχε νυστάξει∙ κάτι είχε θυμηθεί, κάτι ονειρεύτηκε – κάτι ΕΙΔΕ. Ενδεχομένως το Παν.

(Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει, / η κάθε σκέψη μου κοντά σου τριγυρίζει, / δεν ησυχάζω και στον ύπνο που κοιμάμαι, / εσένα πάντα αρχοντοπούλα μου θυμάμαι∙ που θα πει: Ἐγὼ καθεύδω καὶ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεί.)

Και εκτός παρενθέσεως, επειδή έτσι μ’ αρέσει: Κοιμούμαι κι η καρδιά μου ξαγρυπνά∙ / κοιτάζει τ’ άστρα στον ουρανό και το δοιάκι / και πώς ανθοβολά το νερό στο τιμόνι. (Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄, «Όνειρο», Κύπρος, 1953.) Φτάνουμε – Ὤ, τί μαγεία!

Συνεχίζεται…

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη