frear

Το σκοτεινό τρυγόνι, #Γ7: Νεκράνθεμα – του Κυριάκου Μαργαρίτη

Όταν δεχθείς φλόγα, γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, τρέξε∙ τρέξε, γιατί δεν ξέρεις πότε θα σβήσει η φλόγα και θα βρεθείς ξανά στο σκοτάδι.

Όλα είναι επείγοντα, κυρίως η ζωή.

Ο Σιναΐτης γράφει τα πιο πάνω στην περίφημη Κλίμακα, ο πλήρης τίτλος της οποίας είναι Κλίμαξ θείας ανόδου.

Ἰδού, ἀναβαίνομεν. Καὶ ἀναβαίνομεν. Και ἐφθάσαμεν – εδώ: Ὤ, τί μαγεία!

Συγκεκριμένα: Ὤ, πόσον ὡραία ἦτο ἡ ἀνάβασίς μας ἐκείνη ἐπάνω στὴν Κεφάλα, εἰς τὸν ὑψηλὸν ἐκεῖνον στρογγύλον λόφον, τὸν ὑπερκείμενον εἰς τὸ πέλαγος τοῦ Γραίου καὶ τοῦ Βορρᾶ, δίπλα εἰς τὴν ἀμμόστρωτον ἀγκάλην τοῦ γιαλοῦ, εἰς τὸ Ξάνεμο, ὅπου ἔρχονται νὰ θραύωνται πλάγια, μὲ κοχλάζουσαν μανίαν, τὰ κύματα τοῦ πελάγους!

Εἶχα ὑπάγει λίαν πρωὶ στὸν Ἁι-Γιάννην στὸν Πύργο, Σάββατον, 8 Μαΐου. Ὁ ναΐσκος ἐπανηγύριζεν.

Ἐκεῖ ἔφθασαν καὶ ὁ νεαρὸς φίλος μου Κωστάκης τοῦ Λογοθέτη, μαζὶ μὲ τὴν νεαρωτάτην γυναῖκά του, τὴν Φουλιὼ τοῦ Παπαγιώργη. Δὲν ἦτο πλέον μικροκαμωμένον καὶ πλέον τρυφερὰ ζηλεμένον ἀνδρόγυνον ἀπὸ τὸν Κωστάκην μὲ τὴν Φουλιώ.

Μόνον πρὸ ἔτους εἶχε γίνει ὁ γάμος, ὕστερον δὲ ἀπὸ μίαν πρώτην ἔκτρωσιν, τώρα πάλιν ἡ μικρὰ Φουλιὼ ἦτο ἔγκυος, ἄγουσα τὸν 4ο μῆνα.

Εἰκοσιδύο ἐτῶν ἦτο ὁ Κωστάκης, δεκαὲξ τὸ Φουλιώ.

Ἦσαν καὶ οἱ δύο μακρινοὶ ἐξ αἵματος συγγενεῖς μου· ἐκείνη ἀνεψιὰ 7ου, οὗτος ἐξάδελφος 8ου βαθμοῦ.

Ἔτρεφον πρὸς ἐμὲ στοργὴν ἀνωτέραν τῆς συγγενείας.

Η στοργή αυτή λέγεται εκλεκτική συγγένεια∙ λέγεται: έρωτας.

Το Φουλιώ είπε: «Σ᾿ ἀγαποῦμε· νὰ μᾶς ἀγαπᾷς, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε». Θα το ξαναπεί, θα το ξαναπούμε κι εμείς. Νυν και αεί. Μὲ κρυσταλλίνην φωνήν, ἐξέφραζε διαυγὲς αἴσθημα ἡ συμπαθὴς κόρη. Τοὺς ἠγάπων κ᾿ ἐγὼ πολύ.

Εἴχαμεν συμφωνήσει νὰ συναντηθῶμεν πρωὶ εἰς τὴν πανήγυριν τοῦ Ἠγαπημένου Μαθητοῦ, εἶτα νὰ διέλθωμεν ὁμοῦ τὴν ἡμέραν εἰς τὸν κῆπον τοῦ Σαρρῆ, πέραν εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν, τὸ Ξάνεμο.

Και έτσι έφτασαν εδώ, σ’ αυτή τη μαγεία.

Πῶς ἡ αὔρα σφυρίζει εἰς τὰ ὦτα, καὶ τὸ ἰώδιον τοῦ κύματος ἀνέρχεται, ὑπὲρ τὰς ἑκατὸν ὀργυιὰς τὸ ὕψος, καὶ ὁ φλοῖσβος τῆς θαλάσσης ἠχεῖ, καὶ τὸ ἀχανὲς σὲ συναρπάζει, ἂν ἐπιθυμῇς νὰ πλεύσῃς εἰς ἄπειρον ἀγκάλην.

Δεξιά μας τὸ πέλαγος τέμνεται ἀπὸ μεγάλας νήσους, ἀλλεπαλλήλους, ἐλλοχευούσας, ὑψούσας τὸν τράχηλον, τὴν μίαν ὄπισθεν τῆς ἄλλης.

Ἀντικρύ μας ἐξανοίγομεν τεραστίαν κορυφὴν ἱεροῦ βουνοῦ, καὶ ἄλλην κυανίζουσαν στερεὰν δίπλα της.

Ἀριστερά μας βλέπομεν τὴν βορειοτέραν ἰδικήν μας ἀκτήν, καὶ τὸν αἰγιαλὸν καταμεσῆς, μὲ τοὺς σκοπέλους του τοὺς σπαρτοὺς καὶ ἀπεσπασμένους, ὅπου θραύεται ἐπάνω τους τὸ κῦμα.

Ἐκεῖ ὁ Κωστάκης μοῦ ἔδειξε πῶς ἐσώθη, ἐννέα ἔτη πρίν, ἀπὸ ἓν ναυάγιον μὲ μίαν βαρκούλαν, ὅπου ὁ σύντροφός του ἐπνίγη, καὶ αὐτὸς μόλις ἐγλύτωσε.

Ἐνθυμοῦμαι τὸ γεγονός. Ὁ νέος, μὲ τὴν ζωντανὴν περιγραφήν του, μ᾿ ἔκαμε νὰ αἰσθανθῶ ὅλην τὴν φρικίασιν τῆς ἀγωνίας.

«Ἐὰν ἐπνιγόμουν τότε;» ἐπέφερε.

«Ἐὰν εἶχες πνιγῆ τότε», ὑπέλαβα ἐγώ, «δὲν θὰ ὑπῆρχες σήμερον».

«Μόνον αὐτό;… Καὶ θὰ ἐτρώγαμε σήμερα τυρόπιττες;»

«Νὰ ἰδοῦμε ἂν θὰ φᾶμε τυρόπιττες», εἶπα ἐγώ. «Πολλὰ μεταξὺ χειλέων καὶ κύλικος…»

Πράγματι: η συντροφιά χώρισε λίγες ώρες μετά, ο καθένας είχε κάπου να πάει, κανένας δεν σκέφτηκε ότι δεν θα αντάμωναν ποτέ πια.

Οι τυρόπιτες έμειναν στο ταψί. Το ταψί ήταν ασημένιο, μπορεί και διάφανο. Και διαυγές. Οι μέρες πέρασαν, πέρασαν. Η ζωή πέρασε.

Φεῦ! Τίς μοι δώσει ὕδωρ, καὶ δάκρυα;

Ἀπὸ τὸν τόπον ἐκεῖνον τῆς δοκιμασίας, καὶ τὸν τόπον τῆς μικρᾶς ἀναψυχῆς, ἦλθα εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης –ὅπου ἀπὸ πολλοῦ σύρω τὸν σταυρόν μου, μὴ ἔχων πλέον δυνάμεις νὰ τὸν βαστάζω– εἰς τὴν πόλιν τῆς δουλοπαροικίας καὶ τῶν πλουτοκρατῶν.

Ἔφθασα εἰς τὰς Ἀθήνας τὴν 28 Ὀκτωβρίου.

Καὶ τρεῖς ἡμέρας ὕστερον, τὴν 1ην Νοεμβρίου, ἡ χλωμὴ καὶ τόσον συμπαθής, ἡ μικρὰ Φουλιώ, τῆς ὁποίας ἀντηχοῦν ἀκόμη εἰς τὴν καρδίαν μου αἱ τόσον τρυφεραὶ λέξεις: «Σ᾿ ἀγαποῦμε, νὰ μᾶς ἀγαπᾷς, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε…», ἀπέθνησκεν εἰς τὴν γένναν της, ἐξ ἐπιλοχίου πυρετοῦ.

Καὶ ὀλίγους μῆνας ὕστερον, τὴν Δευτέραν τοῦ Πάσχα, λευκὴν καὶ μυροβολοῦσαν μὲ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», ἐσβήνετο, ἀφήσας τόσην ὀρφάνιαν ξοπίσω του, ὁ ταλαίπωρος ἀδελφός μου.

Στο μεταξύ, ο Βλαχογιάννης πήρε το γράμμα του, ένα σωρό, κι εγώ σβήνω εδώ το δικό μου, μία σορό, για να λάβω επιτέλους τη φλόγα μου. Γύναι, ιδού ο υιός σου.

13 Φεβρ. 1904. Φίλτατε Γιάννη, γράφω ἐκ Βώλου. Ὀ ἀδελφός μου ἒπαθε τὰς φρένας, καὶ ἀνάρπαστος ἒγεινα, ὃπως ἒλθω νὰ φροντίσω δι’ αὐτόν. Ἒχει πέντε παιδιά.

7 Ἰουλίου [1904] ἐν Σκίαθῳ. Ἀδελφὲ Γιαννάκη, ἐδὼ εἶνε ωραῖα. Εἰπὲ καὶ τοῦ Ἀνδρέα, καὶ χαιρετίσματα πολλά, ὃπως καὶ εἰς τὸν Μαλακάσην, τὸν Ἀναστασόπουλον, τὸν Βασιλικὸν, τὸν Γρυπάρην καὶ λοιπὴν παρέαν.

Ἀθήναι, 4 Μαΐου 1905. Φίλτατε, δὲν τρώγω κρέας σήμερα. Καὶ Τετράδη καὶ μοῦ ἦλθεν εἰδησις θανάτου τοῦ ἀτυχοῦς ἀδελφοῦ μου.

Ο κόκορας στη σούβλα γυρίζει, γυρίζει.

Συνεχίζεται…

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη