Η εικόνα που βλέπουμε σήμερα βρίσκεται (ουσιαστικά) στην Alte Nationalgalerie του Βερολίνου. Η σκήνη, βέβαια, εκτυλίσσεται στη Σκιάθο, παρά θιν’ αλός.
Ὤ! πόσον μακρά, ἀτελείωτη αὐτὴ ἡ ἀμμουδιά!
Ὅταν ἀναλογίζωμαι τὴν πορείαν μου, φεῦ, ἂς εἴπω, τὴν σταδιοδρομίαν μου, εἰς τὴν ζωήν, πάντοτε τὴν ἀμμουδιὰν αὐτὴν ἐνθυμοῦμαι.
Τη βλέπουμε, με τον Παπαδιαμάντη μαζί, στο αριστούργημα εκείνο του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ, που έχει τίτλο: Μοναχός στη θάλασσα. Όποιος το δει, θα πιστέψει.
Το ενδιαφέρον (τι ανόητη λέξη!) είναι ότι ο εν λόγω πίνακας παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Έκθεση της Ακαδημίας του Βερολίνου το 1810, μαζί με τον πίνακα υπό τον τίτλο: Μονή στο δάσος με τις βελανιδιές.
Ας σημειώσω (καλού κακού) ότι βελανιδιά είναι η δρυς.
Το ξύλο της, λέει η Wikipedia, είναι βαρύ, σκληρό και δεν σαπίζει εύκολα. Με αυτό παρασκευάζονται, μεταξύ άλλων, ξυλάνθρακες πολύ καλής ποιότητας.
Η ανθρακιά στη σπηλιά δεν έχει σβήσει ακόμη – θα επιστρέψουμε και εκεί, αν και δεν έχουμε φύγει, όχι στ’ αλήθεια. Ό,τι κι αν γράψω, θα είναι αυτή η ιστορία γύρω από τη φωτιά. Μετά θα πάρει φωτιά, και θα φύγουμε.
Προς το παρόν, ἐπερπατοῦσα τὴν ἄμμον-ἄμμον, θερινὴν πρωίαν, πρὸς τὰς δυσμάς, ἐκεῖ ὅπου εἶναι σκιαὶ ἀκόμη― ὤ, τί αὔρα δροσερά!
Ἐβουλιοῦσα μὲ τοὺς πόδας, ἀργοποροῦσα, ἐσκόνταφτα εἰς τὴν ἄμμον τὴν μαλακήν ἢ ἐζήτουν στερεώτερον πέδον εἰς τὴν ἄμμον τὴν χονδρήν, εἰς τὸ μεσαῖον στρῶμα ὅλου τοῦ πλάτους τῆς ἀμμουδιᾶς.
Ἐκεῖ χαλίκια καὶ ὄστρακα καὶ φύκη ξηρά, καὶ γιαλόξυλα. Καὶ ἀνάμεσα εἰς ὅλ᾿ αὐτά, τόπια καὶ πανάκια λευκά, πεταμένα, καὶ μάγια…
Ἀνέλαβα ἓν ἐξ αὐτῶν –καὶ μετέπειτα ἔνιψα ἑπτάκις τὴν χεῖρα εἰς τὸ κῦμα– καὶ τὸ ἔσχισα, νὰ ἰδῶ τί εἶχε μέσα. Περιεῖχε πανὶ καὶ κλωστήν, καὶ πάλιν πανὶ καὶ παραμέσα πάλιν ἄλλο πανὶ καὶ κλωστήν – ὅμοια μὲ τὰ κυτία ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει εἰς τοὺς χάσκοντας θεατὰς ὁ θαυματοποιός, κυτία μικρά, καὶ κυτία μικρότερα ἀλλεπάλληλα ἐπ᾿ ἄπειρον.
Τί εἴδους φίλτρα νὰ ἐσήμαινεν ἆρα τοῦτο;
Ἴσως τὰ φυλλοκάρδια, τὰ μύχια τοῦ ἐραστοῦ, ἐννόει νὰ τὰ δέσῃ ἡ κόρη, ὡς μὲ πανὶ καὶ κλωστήν, μὲ μόνον τ᾿ ὄνομα καὶ τὴν ἐνθύμησίν της ἐπ᾿ ἄπειρον.
Καὶ ἡ θάλασσα, ἄτρωτος εἰς τὰ μάγια, τὸ ἐξέρασε μαζὶ μὲ τόσα ἄλλα περιττὰ πράγματα, καὶ τὸ παρέπεμψεν εἰς τὴν χονδρὴν ἄμμον.
Ύστερα άρχισε να ανεβαίνει, ο Αλέκος, και έφτασε στη λεγόμενη Μεγάλην Αμμουδιάν, εκεί όπου ἂλλοτε, εἰς τὸ ἔαρ τοῦ βίου μου, ἠρχόμην πολλάκις τὴν ἑσπέραν.
Τώρα, μετὰ τόσων παλαιῶν ἐνιαυτῶν μακρὰν ξενιτείαν, εἰς τὸ φθινόπωρον αὐτὸ τῆς ζωῆς, ἔρχομαι ἐδῶ τὴν πρωίαν.
Τί ἔγιναν τὰ ρεύματα, τὰ ρυάκια, τὰ νάματα τὰ δροσερά, ὅσα κατήρχοντο ἀπὸ τοὺς λόφους καὶ διέσχιζον τὴν ἄμμον;
Τί ἔγιναν αἱ πηγαὶ καὶ τὰ νάματα τῆς νεότητος, τὰ ὁποῖα ἀνέβλυζόν ποτε καὶ ἐδρόσιζον τὴν ψυχήν μου;
Όλα ναυαγούν, όλα χάνονται. Όλα σκόνη και αφρός.
Ἠρέμα καὶ βραδέως ἀνέρχομαι. Εὑρίσκομαι αἴφνης μετάρσιος εἰς ὕψος, ὁπόθεν βλέπω τὸν μακρὸν αἰγιαλὸν ὅλον, καὶ τὸν ἔρημον κόλπον, καὶ τὰ νησιὰ φαιοπράσινα, καὶ τὰ νῶτα τῆς πόλεως, καὶ τὸ κοιμητήριον ἐπὶ τῆς ἐντεῦθεν ἀποκρήμνου ἀκτῆς.
Ὤ, κοιμητήριον!
Ἀπὸ ὅλας τὰς τόσας σκοπιὰς καὶ περιωπὰς τὰς ὑπερκειμένας τῆς θαλάσσης, σὺ μόνον βλέπεις μὲ ἀπτόητον διαυγὲς ὄμμα τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα καὶ δὲν τὰ λέγεις!
Τέλος, ἀφοῦ κατῆλθον εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, ἔφθασα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς δευτέρας ἀμμουδιᾶς. Ἐστάθην εἰς τὸ βάθος, ὅπου κατήρχετο ρεῦμα. Ἰδοὺ τέλος ἓν ρεῦμα!
Ἀνάμεσα εἰς τὴν μελῳδίαν τῶν κλώνων τῶν πευκῶν, σειομένων εἰς τὴν πρωινὴν αὔραν, καὶ εἰς τὸν ψίθυρον τοῦ νεροῦ εἰς τὴν κοίτην του, ἐμορμύριζε βαθὺ μυστήριον.
Ἦτο ἄκρα ἐρημία. Βαθεῖα σκιὰ ἡπλοῦτο. Και ο πίνακας, ξαφνικά, εμπλουτίζεται.
Ἐκεῖ ἀπὸ τὴν ἄμμον ἓν ὅραμα ἀνέβη. Μέσα ἀπὸ ἐρείπιον ἀγροτικῆς οἰκίας, ἐξῆλθε μία ὄψις γραίας. Κυρτή, μὲ μαύρην μανδήλαν, ἐκράτει δέσμην λεπτῶν ξηροκλάδων ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ ἀριστεροῦ.
Μία πτωχὴ γραῖα κουβαλοῦσα ξύλα ἐπὶ τοῦ ὤμου… Ἀλλ᾿ ὄχι! ἦτο Μοῖρα.
Ήτο: ΚΙΣΜΕΤΙ. (Τα ξύλα ήταν οπωσδήποτε δρυς.)
Δὲν τὴν εἶχα ἰδεῖ ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν, ὅταν ἤμην παιδίον. Αὐτὴ δὲ ἦτο καὶ τότε γραῖα καὶ τώρα γραῖα. Ἐντούτοις τὴν ἀνεγνώρισα.
«Βρίσκεσαι ἀκόμη, γρια-Φλώρα;» τῆς εἶπα ὡς ἐν ἐκστάσει.
«Δὲν μὲ λένε πλέον Φλώρα, παιδάκι μου», ἀπήντησε· «μὲ λένε Λάβρα».
Λαύρα; Ἔλεγε τάχα τὸ ὄνομα τῆς Δάφνης τὸ λατινικόν, τὸ ὄνομα σεμνοῦ ἐνδιαιτήματος μοναχοῦ, ἢ τὸ ὄνομα τῆς ἐρωμένης τοῦ Πετράρχα;
Πλὴν ἐκείνη ἔλεγε Λάβρα, κ᾿ ἐνόει βέβαια τὴν φλόγα τῆς καρδίας της.
Ἐν ἀλλοφροσύνῃ τὸ ὄμμα μου ἀπεσπάσθη πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τῆς γραίας, κ᾿ ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ ἐρειπίου ἐκείνου τοῦ παλαιοῦ οἰκίσκου.
Φαίνεται ὅτι εἶχα μίαν ἀνάμνησιν, μεμακρυσμένον ὅραμα τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ἓν ὄνειρον, ἢ ἓν ὄνομα.
«Αὐτὸ τὸ χάλασμα ποὺ βλέπεις παιδί μου», εἶπεν ἡ γραῖα ὡς νὰ ἐμάντευσε τὴν ἀπορίαν μου, «εἶναι “τοῦ Βασιλιᾶ τὸ σπίτι” ».
Ἄ, ναί, τώρα ἐνθυμοῦμαι.
Ὅταν ἤμεθα παιδία, μᾶς ὡδήγει συχνὰ ὁ δάσκαλος διὰ νὰ κολυμβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἐκεῖθεν ἐσχατιὰν τοῦ αἰγιαλοῦ.
Ἐκεῖθεν ἀγναντεύαμεν ἓν λευκὸν ὄνειρον, ἓν ὡραῖον σπιτάκι, γλυκεῖαν καὶ ποθητὴν καλιάν, εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἄμμου, τοῦ αἰγιαλοῦ, εἰς τὸ φίλημα τοῦ κύματος.
Ὁ λευκὸς οἰκίσκος καὶ ἡ ἐξοχὴ ἐκείνη ἐκαλεῖτο «στοῦ Βασιλιᾶ». Διατί ἆρα;
Τώρα, ὅταν μετὰ τόσα μακρὰ ἔτη ἦλθον ἕως ἐδῶ, τώρα ἐξέλιπε πλέον τὸ λευκόν, τὸ περιπόθητον ὄνειρον.
Καὶ βλέπω αὐτὸ τὸ μαυρισμένον ἐρείπιον, τὸ χάλασμα, τὸ κατάλυμα τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἀνέμων, ἔσωθεν τοῦ ὁποίου εἶχε φανῆ ὅτι ἐξῆλθεν ἡ γραῖα αὐτή, ἄλλο ἐρείπιον ζῶν καὶ κινούμενον, διὰ νὰ μοὶ ἐνθυμίσῃ τὸ ὄνομα τοῦ παλαιοῦ ὀνείρου, διὰ νὰ τὸ μνημονεύσῃ, αὐτὸ τὸ θαμμένον ὄνειρον.
Ἄ! ἐνθυμοῦμαι, ἔμαθα.
Ἡ γραῖα αὕτη ἦτον «χαροκαμένη» καὶ δυστυχής. Εἶχε θάψει ὅλα τὰ τέκνα της, καὶ αὐτὴ ἐπέζη ἀκόμη…
Καὶ δὲν ἐκαλεῖτο πλέον Φλώρα, ἀλλὰ Λάβρα.
Όταν όλα γίνουν καπνός, θα τα αναγνωρίσουμε καθώς εστίν. Για την ώρα, ἂς ἀνέλθωμεν.
Συνεχίζεται…
⸙⸙⸙
[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]







