Ο ταχυδρόμος πέθανε, ο ταχυδρόμος πάει. Τώρα μπορούμε να δούμε τα γράμματα – προσοχή στις ημερομηνίες, τουτέστιν στο ΧΡΟΝΙΚΟ.
Αυτή είναι η εξήγησις του γλυκύ κυρ Αλεξάνδρου Αδαμαντίου Εμμανουήλ.
Κατ’ αρχάς, οι συνέπειες της παλαιάς ιστορίας, που συν τω χρόνω θα γίνει τραγωδία σκέτη: Ἐν Βόλῳ τῇ 22 Μαΐου 1893. Ἀδελφὲ Ἀλέξανδρε,
Εἶμαι πάλιν κατηγορούμενος διὰ τὴν ἐξῆς αἰτίαν.Ὃτι μετεχειρίσθημεν σωματικὴν βίαν καὶ ἀπειλήν. Δὲν πιστεύω νὰ μοῦ ἐπιβληθῇ ποινὴ κατ’ ἐπίτασιν τῆς ἐκτιομένης. Δὲν πρέπει ὃμως καὶ νὰ στενοχωρηθῇς. Ὁ βρεγμένος τὴ βροχὴ δὲν τὴν φοβᾶται.
Σὲ ἀσπάζομαι, ὁ ἀδελφός σου Γεώργιος Παπαδιαμάντης.
Ύστερα αρχίζει ένα οδοιπορικό, τα χαρμολυπημένα ταξίδια, Αθήνα-Σκιάθος-Βόλος, και πάλι από την αρχή. Κάθε λιμάνι και καημός, κάθε καημός και κύμα. Και τα όνειρα;
Όλη η ζωή μου ήταν ένας χωρισμός!
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΟΥ.
Ἀθήναι, 28 Απριλίου 94. Ἀγαπητότατε,
Μ’ ἐχαροποίησες πολὺ μὲ τὸ γράμμα σου. Ἀλλὰ μ’ ἐτρόμαξεν ἡ κατανάλωσις τοῦ μοσχάτου καὶ τοῦ τσιπούρου. Μωρὲ πίνε νερό, ἂν θέλῃς νὰ Σὲ ἀναγεννήσῃ ἡ Σκίαθος.
Στέλλω τὸ γράμμα Σου τοῦ Γ. Βώκου, ὃστις Σὲ ὑπεραγαπᾷ. Ἒτσι εἶσθε σεῖς οἱ μεγάλοι ἂνδρες. Δυὸ γραμμὲς γράφετε καὶ κυκλοφοροὺν σὰν ἀντίκες χρυσὲς ἀπὸ χέρι σὲ χέρι.
Σφίξε κανένα ποτήρι ἒτσι κι ἒτσι μοσχάτον εἰς ὑγείαν μου.
Περιποιοῦ μωρὲ τὸν Παπαδιαμάντην, δηλαδὴ ἐσένα, διότι ἀξίζει χίλιους Παπαδιαμάντηδες (πάλι ἐσένα).
Ὁ Σὸς Βλάσης Γαβριηλίδης.
Όταν μνημονεύετε τον Παπαδιαμάντη, να έχετε υπόψιν ότι μαζί μνημονεύετε και όλους αυτούς, που ήταν εκεί, που δεν τον άφησαν μόνο του. Οι καλοί μας άνθρωποι. Κάποιοι, κάπου, κάποτε.
Ποτέ πια.
Κατόπιν, καιρός της ορφάνιας. Σταμάτη με λένε, Σταμάτη με ορίσανε. Το πιο σκοτεινό τρυγονάκι. Nevermore.
Ἀθήναι, 7 Ἰουνίου 95. Σεβαστή μου μῆτερ,
Ἂς δοξάσωμεν τὸν Ὓψιστον καὶ ἃς παρακαλέσωμεν ν’ ἀναπαύσῃ τὴν ἀγνὴν ψυχήν του. Ἢθελα νὰ ἒλθω εἰς Σκίαθον νὰ σᾶς ἰδῶ νὰ παρηγορηθοῦμεν μαζύ.
Θέλω νὰ κάμω μετανοίας εἰς τὸν τάφον του, διὰ νὰ μὲ συγχωρήσῃ ἡ εὐμενὴς ψυχή του, ὁποῦ δὲν ἠξίωθην νὰ παρευρεθῶ κ’ ἐγὼ εἰς τὰς τελευταίας στιγμάς του.
Ὁ κ. Γαβριηλίδης μοῦ παρεχώρησε πάσαν εὐκολίαν νὰ ἐργάζωμαι ἐπί τινας ἐβδομάδας εἰς Σκίαθον.
Ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν σου. Τὰς ἀδελφάς μου ἀσπάζομαι.
Στου πατέρα το μνήμα, η ανάλγητος, καίρια ερώτηση: Γιατί, παπά, πέθανες; Δεν είναι ρητορικό το ερώτημα. Το κοιμητήρι θα μας σμίξει για πάντα. Το κοιμητήρι;
Ευρήκαμε, λοιπόν, την καταγωγή των ονείρων, πιθανόν και την ερμηνεία τους. Τόσοι σταυροί στ’ ακρωτήρια, τόσα κυπαρίσσια στα σύννεφα. Τόση ΔΡΥΣ στ’ όνειρό μου.
Οι Παπαδιαμάντηδες, το είδαμε (το είδαμε, εννοείται, στον ύπνο του), είναι πολλοί – ένα ΕΣΥ ίσαμε δισεκατομμύρια ψυχές, όλα τα πρόσωπα αυτού του βιβλίου. (Ποιου βιβλίου; Λέω εγώ τώρα, δεν είναι δική σας δουλειά.)
ΗΜΕΙΣ τα ξέρομεν, ΗΜΕΙΣ τα βλέπομεν – ΗΜΕΙΣ τα πάσχομεν.
Για να ζήσει ο κόσμος.
Τον είπαν, νομίζω, λυπομανή. Σιγά μην ήταν και μανιοκαταθλιπτικός. Αυτά συμβαίνουν όταν μπερδεύει κανείς με ατυχία το εκούσιο μαρτύριο, την ελεύθερη (αυτοπροαιρέτως) ανάληψη του κοινού καημού. ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΥΧΗ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ! Την ίδια εκλογή.
Ο πατήρ Αδαμάντιος, λοιπόν, εκοιμήθη υπό κάτω από τας χιόνας. Τα ραδίκια ανθίζουν ανάποδα, οι ίσκιοι μακραίνουν πολύ – στο μη παρέκει. Όποιος είδε εμένα, είδε και τον πατέρα μου. Ο Παπαδιαμάντης πλησιάζει ολοένα στην άκρα πυράκτωση. Τότε (μόνον τότε) diamonds are forever.
Επίσης, everywhere, ου μην και all over the place: Προφήτης Ελισαίος, Βλασσαρού, Αϊ-Γιάννης. Φαρμακολύτρια, Κουνίστρα, Χριστός στο Κάστρο.
Γλυκοφιλούσα – Κόρη του Γιου σου. Που ήταν ανέκαθεν ψάλτης: Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται Πνεύματος…
Μην το ξεχνάτε ποτέ: Diamonds are a girl’s best friend. (Ο όμοιος πλησιάζει τον όμοιο.)
Στο καπηλειό ύστερα, για την παρηγοριά και τη μακαριά, για την παραμυθία – να πει τον πόνο του τραγούδι: Βαρύτερα ἀπ’ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα, / γιατὶ τὰ φόρεσα κ’ ἒγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ’χα…
ΑΤΥΧΗΣ ΜΑΥΡΟΜΑΝΤΗΛΟΥ! ΠΤΩΧΗ ΜΑΥΡΟΜΑΝΤΗΛΟΥ!
Εξάδελφε Αλέκο; Μπάρμπα; Τι στο καλό; Όμοιέ μου – αδελφέ μου!
Ἀθήναι, 8 Ἰουλίου 1903. Ἀδερφὲ Ἀλέξανδρε,
Τί γίνεσαι; Ὑπάρχεις ἐν τῇ ζωῇ; Εἶσαι εὐχαριστημένος ἐν Σκίαθῳ; Πιστεύω βέβαια, τί διάβολο!
Συλλογίζομαι τὴ θάλασσα καὶ τὴν πατρίδα μου καὶ τὴν πατρίδα σου καὶ τὴ θάλασσα. Περιμένω γράμμα σου.
Σὲ φιλῶ, Ἰωάννης Βλαχογιάννης.
Το ίδιο κι εγώ∙ και περιμένω, μια ζωή περιμένω κτλ.
(Όταν περιμένει κανείς με τόσην ένταση, η προσδοκία εκπληρώνεται στον εαυτό της, η ανάσταση αρχίζει από τη σαρακοστή – διαβάστε, μέχρι αύριο, το «Χριστός Ανέστη του Γιάννη»∙ κατ’ οίκον εργασία, κατ’ οίκον επίσκεψη∙ κατ’ οίκον επισκίαση χάριτος.)
Συνεχίζεται…
⸙⸙⸙
[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]







