Θα πλησιάζουμε ξανά στο ναυάγιο. Η θάλασσα είναι πλατιά, το πέλαγο είναι βαθύ. Το άρωμα από τα ίτσια διαλύεται. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ανοίγει τα μάτια, είναι μόνος, με τους λογισμούς του και με το πάθος του. Σε ένα ερωτικό αγώνισμα μνήμης.
Εἰς ὅλα ταῦτα ἦσο παρών, φίλε, καὶ ὅλα σχεδὸν δὲν τὰ ἔβλεπες.
Αυτό το σχεδόν έχει σημασία. Αυτό το σχέδιο, που διαρκώς εκτυλίσσεται. Θαρσείτε! Μη φοβάσθε!
Μην απελπίζεστε!
Αἴφνης ἠλεκτρίσθην, καὶ ἀνετινάχθην. Ἰδέαν περὶ αὐτοκτονίας δὲν εἶχα πλέον. Εἶπα, ἂς κάμω τέλος ἓν λουτρόν.
Κι αυτό ήταν (όλο κι όλο) το ναυάγιο, ένα λουτρό, ου μην και η δεύτερη βάπτιση. Στην ερημιά με χάρη.
Εκεί, στο κύμα τ’ ανάσκελα, επισυνέβη άλλο ένα FLASHBACK. Ο μπάρμπας είναι τώρα ο εξάδελφος. (Ἀληθὴς χορὸς Γιάννηδων!) Και η σινδόνη είναι ένα μαύρο πέπλο, πλερέζα, πανί – αυτός ο βράχος στη θάλασσα, μόνη μονάδα μέτρησης για τον καημό και τον πόνο.
Διὰ ποῖον ἐπενθηφόρει ἡ Μαυρομαντηλού; Διὰ τίνα ἄλλον εἰμὴ διὰ τὸν Γιαννιὸν τὸν ἐξάδελφόν μου;
Ἵστατο μεταξὺ τῶν γιγαντιαίων ρευστῶν θάμνων, παρὰ τὴν ἐσχατιὰν τοῦ μεγαλοπρεποῦς ὑγροῦ πεδίου, ὑψοῦσα τὴν αἰχμηράν, μόλις ὁρατὴν κεφαλήν, μίαν σπιθαμὴν ὑπὲρ τὴν λείαν ἐπιφάνειαν.
Ἵστατο κ᾽ ἐφαίνετο προκαλοῦσα τὸν διαβάτην, τὸν τολμητίαν, ὅστις θὰ εἶχε τὸ θράσος νὰ τὴν ἀψηφήσῃ.
Ἡ Μαυρομαντ᾽λού! Ἡ Μαυρομαντ᾽λού!
Οἱ γέροντες τὴν ἐνθυμοῦντο ἀπὸ τριῶν γενεῶν τοιαύτην. Κανεὶς δὲν τὴν εἶδε ποτὲ λευκόπεπλον.
Καὶ ἀπὸ τοὺς προπάππους των τοιαύτην τὴν εἶχον παραλάβει. Μαυρομαντ᾽λού, αἰωνίως πενθηφοροῦσαν.
Καὶ διατί τάχα δὲν θὰ ἐπενθηφόρει δι᾽ ἄλλον εἰμὴ διὰ τὸν Γιαννιόν; Ἀλλὰ καὶ διατί ὄχι διὰ τὸν Γιαννιὸν ἀλλὰ δι᾽ ἄλλον;
Οὔτε αὐτὸς οὔτ᾽ ἐκείνη ἐγνώρισάν ποτε εὐτυχίαν.
Ὅσον ἔρωτα εἶχεν ἀπολαύσει ποτὲ ἡ Μαυρομαντ᾽λού, ἄλλον τόσον ἀπέλαυσε καὶ ὁ Γιαννιὸς ὁ ἐξάδελφός μου.
Κ᾽ ἐκείνη μέν, τίς οἶδεν, ἐάν ποτε ὑπῆρξε γυνή, πρὶν ἀπολιθωθῇ καὶ γίνῃ πέτρα, ἂν ὅτε ἦτο γυνὴ ἐγνώρισεν ἔρωτα· ὁ δὲ Γιαννιὸς ὁ ἐξάδελφός μου οὐδ᾽ ἔτρεφεν ἐλπίδα ν᾽ ἀπολιθωθῇ τοὐλάχιστον καὶ γίνῃ πέτρα.
Ἀτυχὴς Μαυρομαντ᾽λού! Ταλαίπωρε Γιαννιὲ ἐξάδελφέ μου!
(Ὁ γὰρ παλαιὸς λόγος εὖ ἔχει, ὡς ὅμοιον ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει – που θα πει: Άβυσσος άβυσσον καλεί! Τι σοι και μοι; Μα: ΣΥ ΕΙΜΑΙ.)
Παρὰ τὴν δυτικὴν ἐσχατιὰν τοῦ ὡραίου τριπλοῦ λιμένος τῆς παραθαλασσίου κώμης, ὅπου τὸ κῦμα σκάζει καὶ δεικνύει μέλαιναν αἰχμὴν, ἐκεῖ ἀνίσχει τὴν κεφαλὴν ἡ Μαυρομαντηλού.
Ὅλοι οἱ βράχοι ἵστανται πέριξ ἀσάλευτοι, μετ᾽ ὀλυμπίου εἰρωνείας ὑπερορῶντες τὰς ἀπέλπιδας προσπαθείας τοῦ μανιώδους κύματος.
Μόνη ἡ Μαυρομαντηλοὺ νεύει μακρόθεν, νεύει διὰ τῆς κεφαλῆς εἰς τὸν θρασὺν ναυβάτην, τὸν ἐπιβαίνοντα οἰκτρᾶς σανίδος καὶ παραδέρνοντα εἰς τὸ πέλαγος, τὸν ἀγωνιῶντα νὰ εὕρῃ εἰς τὸν βυθὸν τοῦ πόντου τροφὴν δι᾽ ἑαυτὸν καὶ διὰ τοὺς φιλτάτους.
Φαίνεται νὰ τὸν καλῇ πλησίον της ὡς ἄλλη σειρήν, σειρὴν ἄφωνος καὶ ἄψυχος.
Ὁμοιάζει μὲ ναυάγιον προσηλωμένον ἐκεῖ ἀπὸ μακρῶν χρόνων, πληττόμενον ὑπὸ τοῦ ἀφρίζοντος κύματος, κραδαινόμενον καὶ σεῖον τὴν κεφαλήν, κεφαλὴν φώκης ἐλλοχώσης ἐκεῖ ἀπὸ αἰώνων.
Μόνη ἡ κεφαλὴ τῆς φώκης σείεται ἀπατηλῶς νεύουσα· ἡ οὐρὰ εὑρίσκεται ἐμπεφυκυῖα εἰς τὸν πυθμένα· ἡ ρίζα διατείνει τὰς ἶνας πέραν τοῦ βυθοῦ, ἐμπεπηγυῖα εἰς τὸν βράχον.
Ἄλλως οὐδ᾽ ἡ κεφαλὴ σείεται. Τὸ κῦμα μόνον ρήγνυται καὶ πλαταγεῖ καὶ περιρρέει. Τὸ κινούμενον φαίνεται ὡς νὰ κινῇ.
Λέγεται – ἀλλὰ τίς τὸ πιστεύει;
(Καὶ ὅμως ἂν ἦτον ἀληθές!)
Λέγεται –
ὅτι ἡ Μαυρομαντ᾽λοὺ ὑπῆρξέ ποτε καὶ αὐτὴ γυνὴ καὶ μήτηρ, μήτηρ ἑπτὰ υἱῶν· ὅτι καὶ οἱ ἑπτὰ υἱοί της, ἔμπειροι ναυβάται, φθονηθέντες ὑπὸ τῆς θαλασσίας Γοργόνος, ἐπνίγησαν εἰς τὸ πέλαγος·
ὅτι ἵλεως μοῖρα, σπλαγχνισθεῖσα τὸν πόνον τῆς μητρός, τὴν μετεμόρφωσεν εἰς σκόπελον, καὶ τὴν ἐφύτευσεν ἐκεῖ, οὐ μακρὰν τοῦ αἰγιαλοῦ, μόλις ὀρθοῦσαν τὴν κεραυνόβλητον κεφαλήν της, τὴν οἱονεὶ μελάμπεπλον, χαιρεκακοῦσαν μακρόθεν ὅταν βλέπῃ συμφορὰς καὶ πνιγμοὺς ἀνθρώπων εἰς τὸ πέλαγος, προσδεχομένην ὡς ἱλαστήριον θυσίαν τὰ ἐκβραζόμενα ὑπὸ τῶν κυμάτων ναυάγια, δροσίζουσαν τὸν πόνον της ἐκεῖ εἰς τὸν πόντον.
Τοιαύτη ἡ Μαυρομαντηλού. (ΤΟΙΑΥΤΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ – deal with it.)
Ἀγνοῶ τί μοιραῖον ὑπῆρχε μεταξὺ τῆς Μαυρομαντηλοῦς καὶ τοῦ Γιαννιοῦ, τοῦ ἐξαδέλφου μου· ἀλλὰ πάντοτε αὕτη, διαβαίνοντα πλησίον ἢ μακράν, τὸν ἐκάλει, τὸν ἐκάλει.
Φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε μυστηριώδης τις σύνδεσμος· αὕτη ἦτο ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν Μαυρομαντηλού· κ᾽ ἐκεῖνος ἐκ τρυφερᾶς ἡλικίας οὐδὲν ἄλλο ἔβλεπε γύρω του ἢ μαύρας μαντήλας.
Ἔπλεε συχνὰ εἰς τὰ νερὰ τῆς Μαυρομαντηλοῦς, τρέφων παράδοξον στοργὴν πρὸς τὸν μονήρη τοῦτον βράχον, ὅστις μόλις ἀνέτεινε τὴν κορυφὴν ὑπὲρ τὸν ἀφρὸν τοῦ κύματος, ὡς κολυμβητὴς κεκμηκὼς καὶ ἀναπαυόμενος ὕπτιος ἐπὶ τῶν κυμάτων.
Κάποτε ο Γιαννιός έπεσε στη θάλασσα, ή στην ποδιά της Μαυρομαντηλούς, για να σώσει από πνιγμό ένα παιδάκι – το οποίο, ανάλγητα ίσως, δεν θα με απασχολήσει στη συνέχεια.
Έτσι άρχισε η περιπέτεια, με όρους φλερτ, που εσφαλμένα κάποιος είπε ότι ετυμολογείται από το φίλερως. Αυτά τα σφάλματα σπανίως σφάλλουν.
Καὶ ὁ Γιαννιὸς ἔφευγε πρὸς τὴν Μαυρομαντηλού, πρὸς ἣν ἐκτείνεται τὸ ὑποβρύχιον μάρμαρον, καὶ ἡ λέμβος ἔφευγε πρὸς τὸ πέλαγος, πλαγιώτερον ὀλίγον.
Κ᾽ ἐκεῖνος ἐξηκολούθει νὰ ἐρείδηται ἐπὶ τῆς σιδηροδέτου ἀγκιστρωτῆς βακτηρίας του, καὶ ἡ λέμβος ἐξηκολούθει νὰ φεύγῃ.
Ἀλλ᾽ ὁ Γιαννιὸς ᾐσθάνετο τὸ ἀριστερὸν γόνυ ἐντελῶς παγῶσαν, καὶ δὲν ἀντεῖχε πλέον νὰ κολυμβᾷ.
Εὐτυχῶς δὲν ἀπεῖχεν ἤδη πολὺ ἀπὸ τὴν Μαυρομαντηλού, καὶ ἐπειδὴ ἕως ἐκεῖ ὁ δρόμος του ἦτο ἀνύσιμος, ἐλθὼν ἐνηγκαλίσθη τὴν Μαυρομαντηλού, ὅπως ἀληθεύσῃ ἐφ᾽ ἅπαξ τὸ ρητόν: «Μία ψυχὴ εἰς δύο σώματα!»
Ἄ! μόνη ἡ Μαυρομαντηλού, ἡ λιθίνη ψυχή, ἡ ἀσφριγὴς καὶ ἀνέραστος κόρη, ἡ ὀστρεοκόλλητος καὶ κογχυλόφθαλμος νύμφη, ἡ ἄστρωτος καὶ χαλικόσπαρτος εὐνή, ἡ ἀπείρανδρος χήρα, ἡ ἀπενθὴς μελανείμων –
μόνη αὕτη ἔδωκεν ἄσυλον εἰς τὸν γηραιὸν βασανισμένον ναύτην, καὶ μόνη ἐδέχθη τὰς περιπτύξεις καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς τοῦ Γιαννιοῦ τοῦ ἐξαδέλφου μου.
Πτωχὴ Μαυρομαντηλού! Πτωχότερε Γιαννιὲ ἐξάδελφέ μου!
ΜΙΑ ΨΥΧΗ ΕΙΣ ΔΥΟ ΣΩΜΑΤΑ.
Κι ο πτωχός Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης άνοιξε τα μάτια, και αντίκρυσε τον πτωχότερο Σταμάτη τον Αταίριαστο να τον κοιτά γελαστός. Βρε, σαν τα χιόνια!
Συνεχίζεται…
⸙⸙⸙
[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]







