frear

Το σκοτεινό τρυγόνι, #Γ2: Πολύμνια – του Κυριάκου Μαργαρίτη

Ένα περίεργο πράγμα: από τότε που πήρε τα ίτσια, τους νάρκισσους από τον Αλέκο και τον Χριστοδουλή, η Πολύμνια έγινε άφαντη.

Τον Νάρκισσο, λέει ο μύθος, τον ερωτεύτηκε η Ηχώ, μια όμορφη νύφη, που είχε έφεση σε τραγούδι και μουσική. Του έκανε λοιπόν μια καντάδα, όπως ο μπάρμπα-Γιαννιός στη γειτόνισσα.

Ο Νάρκισσος, βέβαια, σαν τη γειτόνισσα (την ΠΟΛΥΛΟΓΟΥ!) και τους περισσότερους εξ ημών, ήταν ερωτευμένος αποκλειστικά με τον εαυτό του, και η καντάδα της κόρης έμεινε χωρίς ανταπόκριση. Όλα αυτά είναι γνωστά.

Η Ηχώ επέμεινε να του τραγουδά, αλλά βυθίστηκε επίσης στη θλίψη, σε βαθιά, αφόρητη θλίψη, έως θανάτου, κι έτσι σιγά σιγά εξαφανίστηκε, και απόμεινε μόνον η μελωδική και γλυκιά της φωνή. (Δεν έχω τίποτ’ άλλο, είμαι μια φωνή…)

Κι αυτή η φωνή, όμως, δεν είχε πια λόγια, όχι δικά της, κι έτσι έγινε το δοχείο ή σκεύος, ένα αντηχείο, για να ακούγονται ευκρινέστερα τα λόγια των άλλων, των ερωτευμένων και μόνων ανθρώπων, για να μην τα καταπιεί η τρέχουσα αδιαφορία και παρασιώπηση.

(Έτσι, για παράδειγμα, γράφει ο γράφων τα κείμενά του, επαναλαμβάνοντας τα λόγια των άλλων, σαν την Ηχώ∙ σαν καλαμιά στην όχθη της λίμνης – εδώ είναι ωραία, είναι ήσυχα∙ είναι καλά λίαν.)

Η Πολύμνια, λοιπόν, έγινε άφαντη, κι ο Αλέκος έγινε (ναι: έγινε) δυο χέρια αδειανά.

Ἡ Πολύμνια δὲν ἐξῆλθε πλέον εἰς περίπατον. Εἰς μάτην ἔτρεχες εἰς τὴν ἀμμουδιὰν ἐκείνην. Καρτερεῖτε, καρτερεῖτε – αλίμονο, καημένε πρίγκιπα.

Στο χωριό είπαν τότε πως το κορίτσι πήγε ταξίδι μαζί με τη θεία της, για να συνέλθει από κάποιαν αρρώστια. (Στο χωριό είπαν κι άλλα, αλλά δεν γίνεται ν’ αντιγράψω εδώ όλο το διήγημα – η Ηχώ είμαι∙ όχι ο φωνόγραφος.)

Το παιδί, ωστόσο, επέμεινε. Ατού ο Γαβρίλης. Καὶ σὺ δὲν ἔπαυες νὰ τρέχῃς καθ᾿ ἑκάστην ἕως τὸ ναυπηγεῖον, ἀναπολῶν ὅτι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐστάθη πρὸ μηνῶν ἡ Πολύμνια.

Ἀλλ᾿ ἦτο ἀποῦσα. Ἀλλ’ ἦτο ΜΑΚΡΑΝ αποῦσα. Ένα φάσμα χαμένο του πόθου μου.

Σε κάθε περίπτωση, και όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, η ζωή συνεχίζεται, και η ζωή στο χωριό απέκτησε νέο ενδιαφέρον το καλοκαίρι, όταν έφτιαξαν στο ναυπηγείο ένα μεγάλο καράβι.

Να μας πάρεις μακριά, να μας πας στα πέρα μέρη – έλεγε πέρα, κι εννοούσε την πατρίδα. Η καρδιά μου δεν είναι εδώ.

(Ὃπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καί ἡ καρδία ὑμῶν.)

Περὶ τὰ μέσα τοῦ Αὐγούστου, ἐπῆγες καὶ σὺ μετὰ πολλοῦ πλήθους εἰς τὸ ναυπηγεῖον, ὅπως ἴδῃς τὴν καθέλκυσιν μεγάλου σκάφους. Ήταν το event του καλοκαιριού!

Αλλά το ΣΥΜΒΑΝ ήταν άλλο: Ἐντεῦθεν τοῦ σκάφους, ὅπου βαθμηδὸν ἠλαττοῦτο ἡ σκιά, ἵσταντο, πλὴν τῶν συνεργατῶν τῆς καθελκύσεως, καὶ οἱ θεαταί, καὶ οὐκ ὀλίγαι γυναῖκες, ἐλθοῦσαι πρὸς τέρψιν.

Ὁποῖος τότε παλμὸς διέσεισε τὰ στήθη σου, ὅταν, μεταξὺ αὐτῶν, ἀνεγνώρισες, ὑπὸ κοκκίνην ὀμβρέλαν, τὴν περικαλλῆ μορφὴν τῆς Πολυμνίας!

(Αυτή η κόκκινη ομπρέλα έκανε κατόπιν μεγάλη καριέρα στο Χόλυγουντ∙ πολύ μεγάλη καριέρα.)

Η Πολύμνια εἶχεν ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ ταξίδιον χωρὶς νὰ τὸ μάθῃς. Ὁ Χριστοδουλής τὴν εἶχεν ἰδεῖ, ἀλλὰ δὲν σοῦ τὸ εἶπε. Καὶ ὅμως, ᾐσθάνθης εἰς τὰ ἐνδόμυχά σου κρυφὸν καὶ ἀνεξομολόγητον εὐτυχίας αἴσθημα, ὅταν τὴν ἐπανεῖδες!

Δεν κράτησε για πολύ. Μετά την καθέλκυση, ανάμεσα στο πλήθος φάνηκε ένας νεαρός ίσαμε δεκαπέντε χρόνων, κι ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν μετά μεγάλου ενθουσιασμού.

Ήταν ὁ Κ᾿στοδουλής, ὁ παιδικὸς φίλος σου. Τι του είχε έρθει; Γιατί το έκανε; Ἴσως καὶ ἁπλῶς διὰ νὰ τὸν ἰδῇ ἡ Πολύμνια;

Μπα: ο καημένος ο Χριστοδουλής το είχε καημό ν’ ανεβεί στο καράβι, και επειδή δεν το είχε προλάβει στο ναυπηγείο, το κυνηγούσε τώρα στη θάλασσα. Και ήταν εντυπωσιακός, ο Χριστοδουλής, και προσέλκυσε το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Έτσι πάνε αυτά.

Ἡ καρδία σου ἐπληγώθη ἀπὸ τὸ παιδαριῶδες τοῦτο κατόρθωμα, αν και η αλήθεια είναι ότι δεν είχε νόημα – τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχε νόημα.

Η μονομαχία είναι όντως ο πιο καλός τρόπος για να κάνει ο άνθρωπος την είσοδό του στον κόσμο. Το θέμα, ωστόσο, είναι η έξοδος από τον κόσμο.

Και, τέλος πάντων, πρὸς τί νὰ χάνῃ τις τὴν φιλίαν τῶν φίλων του; Μὴ τυχὸν ἡ Πολύμνια ἦτο διὰ σὲ ἢ δι᾿ ἐκεῖνον; Αὐτὴ ἦτο μεγαλυτέρα τὴν ἡλικίαν καὶ τῶν δύο σας.

Ας πούμε ότι ήταν μια άσκηση – ή μια πρόβα. Ας πούμε ότι ήταν μια μύηση ψυχωφελής στη ματαίωση, η διαβατήρια τελετή για την ενηλικίωση και την ωρίμανση των καρπών.

Ἀλλὰ πῶς δύναταί τις νὰ γίνῃ ἀνὴρ, χωρὶς ν᾿ ἀγαπήσῃ δεκάκις τοὐλάχιστον καὶ δεκάκις ν᾿ ἀπατηθῇ;

Ο Αλέκος τα πήγε πάλιν και πολλάκις περίφημα∙ τα κατάφερε όλα. Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν. Και του σιγάν, και του ομιλείν. Και του ΓΡΑΦΕΙΝ.

Κάποτε θα πει: «Εγώ γεννήθηκα για να γράφω και να διαβάζω μόνον».

Η Πολύμνια είναι βέβαια η Μούσα της ευγλωττίας και των ύμνων, των αφηγήσεων για τους θεούς και τους ήρωες. «Μπορεῖς νὰ μοῦ κόψῃς τίποτε ἴτσια;»

(Εμένα η κυρά μου προστάζει η Πολύμνια / να υψώνω τον ύμνο στα πάντα του κόσμου, / στον ήρωα, στο σκλάβο, στη σκέψη, στ’ αγρίμια, / στου κόσμου τα πάντα που δείχνοντ’ εμπρός μου / στη λάσπη του δρόμου, στου ναού το λιβάνι / με κάποιου ανυπόταχτου πόνου στεφάνι.)

«Θὰ μὲ ὑποχρεώσετε πολύ!»

Εκατόν ογδόντα ιστορίες – τόσα ίτσια, ματσικόριδα, νάρκισσοι. Τόσα φιλιά.

Τόσα χρόνια: Τώρα ἡ Πολύμνια ἀπέθανεν ἢ ὑπανδρεύθη; Ἀγνοῶ, ἴσως καὶ σὺ ἐπίσης. Καὶ ὁ Χριστοδουλής;

Πτωχός Χριστοδουλής!

Ἔγινεν ναυτικὸς περίφημος, ἀλλ᾿ ἀπὸ ἐτῶν δὲν ἤκουσές τι περὶ αὐτοῦ. Ἴσως νὰ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀμερικὴν καθὼς τόσοι ἄλλοι.

Καὶ σύ;

Αλίμονο, καημένε Γιόρικ!

Φιλοσοφεῖς, ὡς ἐγώ, καὶ οὐδὲν πράττεις.

Συνεχίζεται…

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη