frear

Το σκοτεινό τρυγόνι, κεφάλαιο 3 #Γ1: Ολόγυρα στη λίμνη – του Κυριάκου Μαργαρίτη

Κεφάλαιο τρίτο
Καρδία ρημασμένη

Ὁ κρότος τῆς κώπης εἰς τὸ κῦμα δὲν ἀκούεται. Νύκτα χωρὶς σελήνην. Σκιὰ ἁπλώνεται κάτω τῆς ἀκτῆς, τῆς ἀνταυγείας τῶν ἀστέρων ἐπὶ τῶν μαρμάρων καὶ τῶν ἐπιτυμβίων πλακῶν. Μελανώτερον κάτω τὸ σκότος, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ λόφου, εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ κύματος. Ὁ φλοῖσβος ἐπιτάττει σιωπήν.

Γ1: Ολόγυρα στη λίμνη

Η ιστορία ξαναρχίζει για τελευταία φορά. Δεν έχουν μείνει και πολλά πράγματα – κάτι ψήγματα, κάτι ψίχουλα∙ κάτι σημάδια.

Ίχνη στο χιόνι χειμαζομένου πτηνού. Και στη θάλασσα, βέβαια. Εδώ τρυγόνι, αλλού άλμπατρος. Η τύχη ίδια παντού.

Ἀφοῦ μ᾿ ἐπῆραν τὰ ρέματα, κ᾿ ἐνυκτώθην, μὲ ὤθησε τ᾿ ἀπόγειο μακρὰν ἀπὸ τὸν κάβον, πρὸς τὰ κράτη τῆς δύσεως καὶ τοῦ ζόφου τοῦ δνοφεροῦ.

Εἶδα τ᾿ ἄστρα τὰ πίπτοντα νὰ διασχίζουν ἐν ἀκαρεῖ τὸ στερέωμα, μ᾿ ἔκπαγλον ἀστραπήν, καὶ νὰ γίνωνται ἄφαντα εἰς τὸν βαθὺν γνόφον.

Τέλος, δὲν ἐνθυμοῦμαι τίποτε. Φαίνεται ὅτι εἶχα κλείσει τὰ ὄμματα κ᾿ ἔπεσα εἰς βύθος, εἰς λήθαργον. Ἐκοιμώμην ἆρα; Ἦτο ἴσως τὸ πρῶτον στάδιον τοῦ θανάτου.

Δὲν ἔβλεπα πλέον ἄστρα, οὔτε ὄνειρα.

Τίποτα άλλο δεν χρειάζεται, όταν εισέρχεται ο άνθρωπος στον υπέρφωτο γνόφο. Θα είναι η απαρχή για τον ρεαλισμό. Αποταγή, ξενιτεία, αναχώρηση – μόνος, μόνω Θεώ.

(Άβυσσος άβυσσον καλεί!)

Καθ’ όλα τα φαινόμενα, φτάσαμε στα εις Εαυτόν. Θα είναι η αιώνια επιστροφή του Άλλου.

Η ανθρώπινη φύση δεν συναινεί στον μονόλογο. Η ροή της συνείδησης είναι μάλλον το ρέμα της Ζωοδόχου Πηγής, ασφαλώς και το ρεύμα της. Ένα ηλεκτροφόρο καλώδιο, για την τρομερή λαλιά του παιδιού.

Το ρέμα εκβάλλει στη λίμνη, στην όχθη της – Κόμο, Οχρίδα, Γεννησαρέτ. Και ασφαλώς στις σελίδες ενός βιβλίου με τίτλο: Προσευχές στη λίμνη. (Μια λέξη: Λιμνάνθρωποι.)

Το παιδί τρέχει, τρέχει – καρτερεῖτε κ’ ἐμέ! Αλλά εδώ δεν υπάρχει κανένας. Τόσο το χειρότερο∙ τόσο το καλύτερο.

Καὶ διατί δὲν ἀπεφάσιζες ν᾿ ἀνακόψῃς τὸν δρόμον σου καὶ νὰ ἐπιστρέψῃς εἰς τὴν πόλιν;

Διότι σοῦ ἐφαίνετο ὅτι κάτι ἔβλεπες, κάτι ἀπήλαυες εἰς τὸ τοπίον αὐτό, ἐνῷ ἐκείνη ἥτις τὸ ἐζωντάνευεν, εἶχε γίνει ἄφαντος πρὸ πολλοῦ.

Καὶ ἐχώνεσο εἰς τὸν βάλτον, ἀλλ᾿ ἐνόμιζες τοῦτο εὐτυχίαν σου, διότι ἐφαντάζεσο πάντοτε ὅτι ἔτρεχες νὰ κόψῃς ἴτσια δι᾿ ἐκείνην.

Ὁποῖον λεπτοφυὲς σῶμα ἐσκέπαζεν ἡ λειομέταξος ὀρφνὴ ἐσθής! Καὶ τὸ ὄμμα της, μὲ τὰ μακρὰ ματόκλαδα, σ᾿ ἐσαΐτευε γλυκὰ εἰς τὴν καρδίαν.

Νὰ εἶχεν ὁ ἒρωτας σαΐτες! Αν έχει, λέει – ἐνθυμεῖσαι!

(ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑ. ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΞΕΧΝΙΕΤΑΙ.)

Ἡ Πολύμνια σοῦ ὡμίλησεν! Ἡ μελῳδικὴ φωνή της εἶπε: «Μπορεῖς νὰ μοῦ κόψῃς τίποτε ἴτσια;»

Σὺ ἔμενες κεχηνώς. Μακάρι να ήσουν μόνος. Ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε φθάσει ἤδη. Δυστυχώς, δηλαδή. Δυστυχέστατα.

Ο Χριστοδουλής είπε: «Μπράβο! μπράβο!… κυρία Πολύμνια! Ἐγὼ τὰ ξέρω ποῦ εἶναι τὰ ἴτσια… τώρα νὰ πᾶμε νὰ κόψουμε…»

«Θὰ μὲ ὑποχρεώσετε πολύ», ἐπανέλαβε καὶ πρὸς τοὺς δύο ἡ Πολύμνια.

Let the game begin – η είσοδος εις τον κόσμο πρέπει να γίνεται με μια μονομαχία∙ με τη γιόστρα την ερωτευμένη των ιπποτών. Ενίοτε, και μ’ έναν αγώνα δρόμου.

Καὶ ὁ Χριστοδουλὴς ἔτρεξεν ἐλαφρόπους, ξυπόλυτος, μὲ τὰ πόδια μαῦρα, ψημένα ἀπὸ τὴν ἅλμην τοῦ κύματος.

Ἔτρεξες καὶ σὺ κατόπιν του ὀκνός, ἀσθμαίνων, ἀλλ᾿ ἕως νὰ φθάσῃς εἰς τὴν ὄχθην τῆς λίμνης, πατῶν ἐπὶ τοῦ ὀλισθηροῦ βάλτου, ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε κόψει ἤδη ὁλόκληρον δεσμίδα ἐκ τῶν πρωίμων εὐωδῶν καὶ μεθυστικῶν ἀνθέων, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ἡ Πολύμνια.

Μέχρις οὗ κατορθώσῃς καὶ σὺ νὰ εὕρῃς ὀλίγα ἴτσια νὰ κόψῃς, ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε καταρτίσει ἤδη ὁλόκληρον ἀγκαλίδα, κ᾿ ἐπέστρεφε τρέχων πρὸς τὸν ἀνεμόμυλον, ἐκεῖ ὅπου ἵστατο περιμένουσα μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ της ἡ Πολύμνια.

Ἐν τούτοις ἐπρόφθασες καὶ σὺ καὶ τῆς ἔφερες μικράν, ὅση ἠδύνατο νὰ συνθλιβῇ μεταξὺ ἀντίχειρος καὶ λιχανοῦ, δεσμίδα, ἀλλὰ τὸ εὐχαριστῶ τὸ πρὸς σὲ ἦτο, ὡς εἰκός, χλιαρώτερον ἀπὸ τὸ εὐχαριστῶ τὸ πρὸς τὸν φίλον σου.

Καὶ οὐχ ἧττον ἔμεινες εὐχαριστημένος, ὀλιγαρκὴς καὶ κυριευόμενος ὑπὸ αὐταρέσκου νάρκης, ὁμωνύμου μὲ τὸ τρυφερὸν ἐκεῖνο ἄνθος, τὸ ὁποῖον ἐζήτει μὲν ἀπὸ σέ, ἔλαβε δὲ ἀπὸ τὸν φίλον σου ἡ Πολύμνια.

Τα ίτσια είναι το άνθος που επισήμως ονομάζεται: Νάρκισσος.

Μετά τη μονομαχία, ο Αλέκος κι ο Χριστοδουλής συνέχισαν να κάνουν παρέα, αλλά στα ψέματα, καθότι η παρέα τους είχε καταστραφεί στην όχθη της λίμνης. (You are breaking the band, Yoko!)

Ἔκτοτε ὁ Χριστοδουλὴς ἠραίωσε κατ᾿ ἀρχάς, εἶτα ὁριστικῶς ἔπαυσε τὸ μερίδιον, τὸ ὁποῖον σοῦ ἔδιδε τέως ἀπὸ τὰ κογχύλια, ἀπὸ τὰ καβούρια καὶ ἀπὸ τοὺς γωβιούς, σὺ δὲ ἤργησες πολὺ νὰ μάθῃς ὅτι τὰ ἔδιδεν εἰς τὸν Νῖκον, τὸν ἀδελφὸν τῆς Πολυμνίας.

Εἰς μάτην τὸν συνώδευες, ὡς πάντοτε, βαδίζων ἐπὶ τῆς ἄμμου, καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τοῦ ἐφώναζες: «Κ᾿στοδουλή, βρέ! δὲν ἔβγαλες ἀκόμη κανένα χταπόδι;»

Ἐκεῖνος τὰ χταπόδια καὶ τὰ καβουράκια τὰ ἔβαζεν εἰς τὸν φουσκωμένον καὶ βρεγμένον κόλπον τοῦ ὑποκαμίσου του, λέγων ὅτι θὰ ὑπάγῃ ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ μεσημέρι, νὰ ψαρέψῃ μὲ τὴν καλαμιά.

Καὶ ὅταν, περὶ τὴν δείλην, τὸν παρεμόνευες, κ᾿ ἔβλεπες νὰ σπαρταρίζῃ κανεὶς γωβιὸς εἰς τὸ ἄκρον τοῦ ἀγκίστρου του, καὶ τότε σ᾿ ἐγέλα λέγων ὅτι θὰ κάμῃ τὸν γωβιὸν δόλωμα διὰ νὰ βγάλῃ μεγάλα ψάρια.

Για να μην τα πολυλογούμε: Οὕτω χάνεται ἡ φιλία!

Κι έμεινες μόνος, κατάμονος, και δὲν ἔπαυες νὰ τρέχῃς καθ᾿ ἑκάστην ἕως τὸ ναυπηγεῖον, σταματῶν ἐπὶ ὥρας πολλάκις παρὰ τὸν ἀνεμόμυλον, καθεζόμενος ἐπὶ τῶν κάτω κειμένων καταρτίων πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης γολέτας, ἀναπολῶν ὅτι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐστάθη πρὸ μηνῶν ἡ Πολύμνια, ὅταν σοῦ ἐζήτησε νὰ δρέψῃς πρὸς χάριν της ἴτσια.

Ἀλλ᾿ ἡ Πολύμνια ἦτο μακρὰν ἀποῦσα.

Ώσπου να γυρίσει η Πολύμνια, σημειώνω ότι τα ίτσια έχουν κι άλλο όνομα, και μ’ αυτό θα κλείσουμε, θα συνεννοηθούμε δηλαδή, ως νησιώτης προς νησιώτη, θαλασσινός προς θαλασσινό. (En garde!)

Όπως το ματσικόριδον, άνταν να πει ν’ αθθίσει, / τζιεί πά’ στην όχτη τ’ αυλατζιού / τζαι να μοσκομυρίσει, / έτσι ένι τζι’ η αγάπη μου, / τζι αν δεν πιστεύκεις, Κόρη, / πέ μου να πιάσω τα βουνά / τζαι να χαθώ στα όρη.

Συνεχίζεται…

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη