frear

Το σκοτεινό τρυγόνι, #Β8: Ο μαγεμένος – του Κυριάκου Μαργαρίτη

Όσο εκτυλισσόταν το χθεσινό επεισόδιο, το flashback εντός του flashback στο flashback (κ.ο.κ.), έφτασε στο σπήλαιο ο Διαμαντής Αγάλλος, πέρασε τον κόκορα στη σούβλα, και είπε και την ιστορία του, την ιστορία της νεκρής αρραβωνιαστικιάς που τον στοίχειωσε.

Εδώ είμαστε τώρα, μόνο που τώρα έχουμε ακούσει, συν τοις άλλοις, και την ιστορία του Σταμάτη Αταίριαστου, που ναυάγησε σ’ ένα ποτήρι κρασί, και αποσύρθηκε στην ερημιά, ναυαγός στη στεριά και στη θάλασσα, για να σώσει ό,τι απόμεινε απ’ την ευτυχία.

Κοντολογίς, και ως προς τις αφηγήσεις στο σπήλαιο, δύο στα τρία. We’re getting close.

Ἐν τῷ μεταξύ, όσο ακούγαμε την ιστορία του Αγάλλου, εκείνος εἶχε ψήσει τὸν πετεινόν, ὁ δὲ Σταμάτης ἔστρωσε καταγῆς ἓν χρωματιστὸν ὕφασμα, καὶ ἐκάλεσε και τον Αλέκο νὰ συμμετάσχει τοῦ δείπνου. Μα αυτό δεν έκαναν τόση ώρα, κοινωνώντας στη διήγηση;

(Τράπεζα άνευ λόγων, ουδέν διαφέρει φάτνης αλόγων ζώων.)

«Τώρα, πῶς τὰ λὲς αὐτὰ τὰ πράγματα;» εἶπεν ὡς ἐν κατακλεῖδι ὁ Ἀταίριαστος στον Αλέκο, μετά την αφήγηση του Αγάλλου. «Ὁ Διαμαντής, ὁ φίλος μας, δὲν ἀπεφάσισεν, ἔκτοτε, νὰ ἐμβῇ στὸν κόσμον, καὶ καλὰ ἔκαμε, διότι θὰ ἦτο γελοῖον νὰ ὑπανδρεύετο γέρος, ἀφοῦ ἐπέρασεν ὅλα τὰ νιᾶτά του ἄγαμος… Ἀλλὰ δὲν παύει νὰ διηγῆται ὅτι τὸ φάντασμα ἐκεῖνο τῆς λευκῆς γυναικός, ὁποὺ γλιστροῦσεν ἐπάνω στὰ χιόνια, ἐπανέρχεται πολλάκις καὶ τοῦ δίδει τοιαύτας νύξεις: “ Ἀγάλλο, μὲ ξέχασες! Πανδρεύεσαι, Ἀγάλλο;” – ὁσάκις γίνῃ λόγος, ἢ αὐτὸς τυχὸν σκεφθῇ τίποτε περὶ γάμου… Λοιπὸν πῶς τὰ λὲς αὐτά;»

Ο Παπαδιαμάντης δεν είπε τίποτα, αν και μπορεί απλώς να μην πρόλαβε, διότι η παρέα αυξήθηκε κατά ένα πρόσωπο, ίσον τέσσερα, όπως οι Τρεις Σωματοφύλακες, και κυρίως όπως η Αγία Τριάδα, όταν σμίξει μαζί της, εις γάμου κοινωνίαν με τον Θεό, ο Άνθρωπος.

(Η έκφραση του Αταίριαστου, νὰ ἐμβῇ στὸν κόσμον, ήταν η σκιαθίτικη περιγραφή για τον γάμο. Η είσοδός μας στον κόσμο, έλεγε ο Σταντάλ, πρέπει να γίνεται με μια μονομαχία – θα εννοούσε την πάλη του Ιακώβ με τον Άγγελο, δηλαδή τον Θεό. Ίμερος και κλινοπάλη.)

Μόλις ἠρχίσαμεν (που λέτε) νὰ τρώγωμεν, καὶ νέον πρόσωπον ἐπαρουσιάσθη. Ἦτον ὁ Πατσοστάθης, ὁ βοσκὸς ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου εἶχε κάμει λόγον ὁ Σταμάτης.

«Καλῶς τὸν Πατσοστάθη», εἶπεν ὁ Ἀταίριαστος. «Τί γίνεσαι;… Πῶς περνᾷς;… Δὲν ηὗρες ἀκόμα κανένα γιατρικό, νὰ μὴ σὲ πιάνουν τὰ μάγια;»

Ώστε ήταν άλλος ένας ιδιόρρυθμος άνθρωπος. Ο Αγάλλος είχε φαντάσματα, ο Στάθης μάγια. Να συντροφιά, μια φορά!

«Ἐσὺ τὰ γελᾷς αὐτά», εἶπε μελαγχολικὸς ὁ Πατσοστάθης. «Ἡ μοῖρά σου νὰ μὴ σοῦ τὸ χρωστᾷ, νὰ πέσῃς σὲ κακὰ χέρια». Καὶ στραφεὶς πρὸς ἐμέ –ἀγνοῶ ἂν μ᾿ ἐγνώριζεν– ἐπρόσθεσε: «Ναί, εἶναι σωστά, ὅπως σὲ βλέπω καὶ μὲ βλέπεις… Ἡ πεθερά μου μ᾿ ἔκαμε μάγια νὰ πάρω τὴν κόρη της… Ἡ ἴδια ἐμάγεψε τὸν Δήμαρχο γιὰ νὰ μὲ παντρέψῃ μὲ τὸ στανιό, ἐμάγεψε τὸν παπὰ γιὰ νὰ μὲ βλοήσῃ, ἐμάγεψε τὸν Σωτηράκη τοῦ Νταντοῦ, γιὰ νὰ σηκώσῃ τὰ στεφάνια… Κι ὅταν σᾶς τὰ διηγηθῶ πῶς ἔγιναν ὅλα, τότε θὰ καταλάβετε».

Εσείς τι λέτε;

«Λοιπὸν λέγε, ἂν δὲν βαριέσαι», εἶπεν ὁ Σταμάτης, «διὰ ν᾿ ἀκούσῃ κι ὁ πατριώτης μας ἀπ᾿ ἐδῶ. Ἢ θέλεις νὰ τὰ διηγηθῶ ἐγὼ καλύτερα;»

Καὶ ὁ Σταμάτης ἤρχισε νὰ διηγῆται. (Απόδοση: Και ο ΣΤΑΜΑΤΗΣ ήρχισε να διηγήται.)

Ἕνδεκα χρόνους ἦσαν μνηστευμένοι, ο Στάθης και η Κρατήρα, και τον δωδέκατο η αδελφή της νύφης αποφάσισε να καταφύγει στον κυρ Κωνσταντή, τον δήμαρχο, και να καταγγείλει τον Στάθη, ότι επικαλούνταν κάτι μάγια, και ανέβαλλε ολοένα τα στέφανα.

Ο δήμαρχος, που ήξερε ότι η εν λόγω αδελφή, η Γηρακώ, ήταν διαόλου κάλτσα (για να το πούμε κομψά), απόρησε πώς γίνεται «νὰ μὴν τὸν καταφέρνῃ ἐκεῖνον τὸν γαμβρὸν νὰ τὸν στεφανώσῃ! Πολὺ ζόρικος εἶναι ἀληθινά».

(Κάποτε ο παπα-Αδαμάντιος είχε πει στον δεκαετή Αλέκο: «Σκληροτράχηλος είσαι!»)

Ο δήμαρχος, λοιπόν, που ήταν πρακτικός άνθρωπος, δεν πίστεψε ότι ο Στάθης πίστευε στα μάγια, θεώρησε ότι ήταν μια πρόφαση, γι’ αυτό πήγε και τον βρήκε, και πήρε μαζί του και τον παπα-Φραγκούλη, για να κλείσει η υπόθεση μια και καλή.

Αλλά ο Στάθης ήταν ειλικρινής εξαρχής: «Ἐγὼ ἤθελα νὰ σ᾿ πῶ ἕνα λόγο κρυφούτσικον, κὺρ Κωσταντῖνε, κουμπάρε. Ἂς τ᾿ ἀκούσῃ κι ὁ παπάς, ἱερέας ἄνθρωπος εἶναι!»

«Ἔλα, λέγε».

«Ἐγώ, κουμπάρε, ἤθελα νὰ στεφανωθῶ, καὶ θὰ ἤμουν στεφανωμένος ἀπὸ χρόνια τώρα. Μὰ φοβᾶμαι, φοβᾶμαι…»

«Τί φοβᾶσαι;»

«Τὰ μάγια!» εἶπε μυστηριωδῶς.

«Καὶ τὰ πιστεύεις, αὐτά;» εἶπεν ὁ κὺρ Κωσταντής.

«Τὰ πιστεύω, λέει;… Δυὸ μάγισσες, δυὸ κακὲς γυναῖκες, τὶς ξέρω, δὲν τὶς ξέρω, μοῦ κάμανε… ναί, μοῦ κάμανε μάγια, νὰ μὴν ἰδῶ προκοπή».

«Καὶ πῶς δίδεις ἀξίαν εἰς τοῦ Σατανᾶ τὰ ἔργα, Στάθη;» εἶπε λαβὼν τὸν λόγον ὁ παπάς. «Δὲν ξέρεις ὅτι ὁ διάβολος δὲν ἔχει ἐξουσίαν ἐπάνω στοὺς δούλους τοῦ Θεοῦ νὰ μπορῇ νὰ τοὺς βλάψῃ;»

«Μὰ τὶς εἶδα, σᾶς λέω, μὲ τὰ μάτια μου, παπά! Νύχτα, φεγγάρι ἤτανε. Τὶς εἶδα ποὺ ἔκαναν τὰ μάγια. Τὶς γνώρισα, δὲν τὶς γνώρισα, μὰ ὣς τόσο… μοῦ ἔδεσαν κόμπο νὰ μὴ μπορῶ νὰ τὸν λύσω».

«Φαντασία σατανικὴ ἦτον, Εὐστάθιε», εἶπε σοβαρῶς ὁ ἱερεύς. «Καὶ ἂν ἔκαναν τίποτε, τὸ ἔκαναν διὰ νὰ σὲ φοβήσουν. Μὴν τὸ πιστεύῃς, νὰ μὴν ἔχῃ ἰσχύν».

«Καὶ δὲ μοῦ λὲς ἕνα πρᾶγμα, Στάθη», ἐπέφερεν ὁ Δήμαρχος. «Γιατί, ἐνόσῳ μένεις ἀστεφάνωτος, δὲν φοβᾶσαι μήπως δὲν κάμῃς προκοπή, κι ἅμα στεφανωθῇς, φοβᾶσαι μήπως δὲν κάμῃς;»

«Γιατί; Ξέρω κ᾿ ἐγώ;»

«Τότε, ἔπρεπε νὰ εἶχες χωρίσει».

«Ἂς μ᾿ ἐχώριζαν!»

«Δὲν ἤθελε νὰ χωρίσῃ, κὺρ Δήμαρχε!» διεμαρτυρήθησαν μιᾷ φωνῇ ἡ γραῖα κ᾿ οἱ δύο υἱοί της.

(Αμέλησα ν’ αναφέρω ότι ήταν όλη η οικογένεια εκεί, όπως, φέρ’ ειπείν, η οικογένεια της Φέλιτσε Μπάουερ στο Ξενοδοχείο Ασκανική Αυλή, στο Βερολίνο, εκεί όπου έγινε η δική του μνηστήρα Φραντς Κάφκα.)

«Τότε, ἂς στεφανωθῇ», συνεπέρανεν ὁ παπάς. «Ἂς βάλῃ τὸ στεφάνι, κ᾿ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ χαλάσουν τὰ μάγια».

Ο Στάθης δεν είχε άλλα επιχειρήματα, κι έτσι ξαφνικά: «Λοιπόν, ὅλα καλά», ἔκραξεν ὁ Δήμαρχος· «ἂς στολισθῇ ἡ νύφη!»

Ο παπάς είχε μαζί και το Τετραβάγγελο, βρέθηκε κι ο κουμπάρος, κι ο Στάθης έκανε το τελευταίο του τσιγάρο, σαν μελλοθάνατος.

«Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! νὰ ζήσουν! μὲ γυιούς. Νὰ τοὺς χαίρεστε! μὲ ἀγγονάκια. Γειά μας! καλὴ γειά! διάφορο! καλὴ καρδιά! Χαρούμενοι!»

«Δὲν θὰ φέρετε καὶ καμμιὰ γύρα, παιδιά; Τί κάθεσθε;»

Ο Στάθης σηκώθηκε, έδωσε το μαντήλι στη νύφη, και το έριξαν στο τραγούδι και στον χορό, κυρίως κατά το δίστιχο: Σὰν πεθάνω, νὰ μὲ κλαῖτε, / Κρῖμα στὸ βοσκό, νὰ λέτε.

Ο Στάθης, θυμίζω, ήταν βοσκός, όπως τόσοι και τόσοι στην ιστορία μας. Για τους αμνούς δεν παίρνω όρκο. Με πνίγει τούτη η σιωπή, τούτη η στεναχώρια.

Ο γάμος δεν πιστεύω να πήγε πολύ καλά, ειδάλλως ο Στάθης δεν θα ήταν τώρα εδώ, να διηγείται (μέσω Σταμάτη) για τόσα μάγια, ξόρκια, στοιχειά. (Κι έχει και συνέχεια!)

Πώς τα λες αυτά τα πράγματα; Πώς μαρτυρείς για το θαύμα;

Φαίνεται ότι ο αφηγητής πρέπει να είναι πολύ σκληροτράχηλος και ζόρικος τύπος, πολύ badass∙ έτσι φαίνεται. Αλλιώς δεν τη γλιτώνει από τη δυσπιστία σας.

Συνεχίζεται…

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη