Ὑποκάτω ἀπὸ τὰς χιόνας… Η αναδρομή συνεχίζεται, αν και ακριβέστερο θα ήταν να πω ότι αυξάνει, πληθύνεται. Στην αναδρομή εντός της αναδρομής, μας προέκυψε κι άλλη. Έτσι θα εργάζονται το άρωμα, η γεύση, η αφή∙ έτσι θα ενεργούν τα φώτα στο σπήλαιο.
Κι ο τριακοντούτης Αλέκος γίνεται εικοσαετής, και μετά δεκαετής, το παπαδόπαιδο, που τώρα συνοδεύει τον παπά, φορτωμένος με θυμιατό και κεριά, για άλλο ένα ξόδι.
Τὸ παπαδόπαιδον, μικρὸν μαθητάριον δέκα ἢ ἕνδεκα χρόνων, ἦτο πολὺ περίεργον καὶ ἐπίμονον πλάσμα. Ἐπέμενεν ν᾽ ἀκολουθῇ «τὸν παπά του» παντοῦ, εἰς τὴν πόλιν καὶ τὴν ἐξοχήν, εἰς χαρὰν καὶ εἰς λύπην, εἰς ζωντανὰ κι ἀποθαμένα.
Ἀνέβησαν τὸν ἀνήφορον. Ὁ ἥλιος ἄρχιζε νὰ λυώνῃ τὰ χιόνια. Μικρὸς πολύρροχθος χείμαρρος ἐσχηματίζετο παντοῦ ὅπου χαράδρα καὶ μικρὰ κοιλάς.
Μετ᾽ ὀλίγον ἔφθασαν εἰς τὸ καλύβι, ὅπου μία λεχώνα, μήτηρ ποιμενὶς ἔκλαιε τὸ ἀγοράκι της, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε προφθάσει νὰ θηλάσῃ.
Τὸ μικρὸν νήπιον εἶχε ζήσει πέντε ἡμέρας εἰς τὸν κόσμον, ἐν μέσῳ χιόνων καὶ παγετῶν.
Ὁ παπὰς ἐφόρεσε τὸ ἐπιτραχήλι, καὶ ἄρχισε τὴν ἀκολουθίαν τῶν νηπίων.
Στρουθία, κοτσύφια, κίχλαι∙ τρυγόνια και τρυγονάκια. Τα ίχνη τους μεταβάλλουν το χιόνι σε ταπισερί προσευχής. Για κάτι κάλαντα.
Τῶν τοῦ κόσμου ἡδέων, ἀναρπασθὲν ἄγευστον… Ἐβόας τοῖς Ἀποστόλοις ἄφετε τὰ παιδία ἵνα ἔρχωνται πρός με…
Οὐδέν ἐστι πατρὸς συμπαθέστερον, οὐδέν ἐστι μητρὸς ἀθλιώτερον…
Ὅπου ὁ μικρὸς υἱὸς τοῦ παπᾶ, ὅστις ἐκοίταζεν ἀνάλγητος τὸ μικρὸν νεκρὸν σῶμα, ἠρώτησεν ἀκαίρως τὸν πατέρα του: «Παπά, γιατί λὲς “μητρὸς ἀθλιέστερον” , καὶ δὲν λὲς “συμπαθέστερον” ὅπως καὶ γιὰ τὸν πατέρα;»
(Κανείς δεν αγαπά τους περίεργους – εκτός από μένα.)
Ο παπα-Διαμάντης δεν έδωσε σημασία στον Αλέκο, και ἄρχισε τὰ τελευταῖα τροπάρια τοῦ Ἀσπασμοῦ: Ὤ! Τίς μὴ θρηνήσει τέκνον μου… ὅτι βρέφος ἄωρον, ἐκ μητρικῶν ἀγκαλῶν, ὥσπερ στρουθίον ἐπέτασας… Ὦ τέκνον, τίς ποτε μὴ στενάξει βλέπων σου τὸ πρόσωπον εὐμάραντον, τὸ πρὶν ὡς ρόδον τερπνόν!…
Καὶ πάλιν τὸ παπαδόπαιδον, καθὼς ἐκράτει τὸ Ἁγιασματάριον, κ᾽ ἐμουρμούριζε τὰς λέξεις μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του, δὲν ἐκρατήθη νὰ ἐρωτήσῃ: «Γιατί, παπά, πεθαίνουν τὰ μικρὰ παιδάκια;»
Αλίμονο: ΙΔΟΥ Η ΑΠΟΡΙΑ.
Ο μεγάλος Ντοστογιέφσκι δεν μπόρεσε, όπως ξέρουμε, ποτέ ν’ απαντήσει. Ο πτωχός παπα-Διαμάντης ήταν έτοιμος από καιρό, προ αιώνων.
Ὡς ἀπάντησις εἰς τὴν ἐρώτησιν ἐπῆλθε τὸ τελευταῖον τροπάριον, τὸ «Δόξα».
Ακούστε: Ἄλγος τῷ Ἀδὰμ ἐχρημάτισεν ἡ τοῦ ξύλου ἀπόγευσις πάλαι ἐν Ἐδέμ… δι᾽ αὐτοῦ γὰρ εἰσῆλθεν ὁ θάνατος, παγγενῆ κατεσθίων τὸν ἄνθρωπον…
Και θυμηθείτε: το MALWARE. Εξ ου το κράτος της αμαρτίας, τα οψώνια της οποίας εστί Θάνατος.
Το σεντόνι θροΐζει στο σύρμα του, καθώς απλώνει μπουγάδα ο ουρανός στο Τορίνο. Ο Φρειδερίκος Νίτσε αγκαλιάζει το άλογο και βάζει τα κλάματα, ενσαρκώνοντας βέβαια ένα στιγμιότυπο από το μυθιστόρημα Έγκλημα και τιμωρία, που θα μεταφραστεί από το ανάλγητο αυτό παπαδόπαιδο, μισόν αιώνα μετά. Το σεντόνι, τότε, θα το πάρει ο αέρας.
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΟΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΠΝΕΙ – και τ’ αστέρι πέφτει, πέφτει, με το χιόνι και το πανί. Με τον άνθρωπο. Σε βυθό πέφτει από βυθό, ώσπου δεν ήταν άλλος.
Εκείθε βγαίνει αθάνατος – θαρσείτε! Το όνειρο θάλλει, κυματίζει, διαρκεί. ΕΝ ΤΟΥΤΟΙΣ. ΕΝ ΤΟΥΤΩ. Η μάχαιρα ήταν ανέκαθεν δίστομος. Με τον θάνατο ενάντια στον θάνατο.
(Πληγωμένος από πραγματικότητα, αναζητώντας πραγματικότητα.)
Την αγία λήθη τελεσιουργεί η μνήμη θανάτου. Ύστερα εκβάλλει στη μνήμη του Θεού – ξέχνα τα εγκλήματα, Κύριε∙ ξέχνα τα όλα. Εκτός από μένα: Μνήσθητί μου, Κύριε!
Ο εγκληματίας είναι καλός άνθρωπος. Ο μαχαιροβγάλτης είναι το καλύτερο παιδί.
Εἶτα ἡ ἐκφορὰ ἔγινεν ἔξω τοῦ ναΐσκου τῶν Ταξιαρχῶν. Ἡ γραῖα, ἡ συντέκνισσα, ἐκράτει τὸ μικρὸν πρόχειρον φέρετρον, ἐν εἴδει λίκνου.
Τετέλεσται θα πει: Νενικήκαμεν. Ο μέγας παρακείμενος του κόσμου.
Ὁ ἱερεὺς μὲ μαχαιρίδιον ἐχάραξεν ἐπάνω εἰς ἕνα κεραμίδι σταυροειδῶς ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ.
Εἶτα «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσει», καὶ τὰ λοιπά. Τὸ μικρὸν πλάσμα κατῆλθε νὰ κοιμηθῇ τὸν χρόνιον ὕπνον ὑποκάτω ἀπὸ τὰς χιόνας.
«Εἶναι στὸν Παράδεισο πρύμα, ὅπου κι ἂν τὸ βάλουμε», εἶπεν ὁ παπάς.
«Μὲ τὰ τσαρουχάκια του», συνεπλήρωσε τὴν παροιμιώδη ἔκφρασιν ἡ παπαδιά.
«Δὲν εἶχε μεγαλώσει ἀκόμα γιὰ νὰ φορέσῃ τσαρουχάκια. Εἰς τὸν κῆπον τῆς Ἐδὲμ δὲν ἔχει ἀγκάθια καὶ τριβόλια, καὶ μπορεῖ κανεὶς νὰ πάῃ καὶ ξυπόλυτος».
Ο χαμένος δρόμος είναι λοιπόν ανοιχτός. «Καλῶς νὰ σ᾿ εὕρω!»
Συνεχίζεται…
⸙⸙⸙
[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]







