frear

Το σκοτεινό τρυγόνι, #Β6: Ιερά Σινδόνη – του Κυριάκου Μαργαρίτη

(Αλησμόνητη μένει η σκηνή εκείνη στο σινεμά, όταν ο Αλ Πατσίνο ζητά από τον νεαρό προστατευόμενό του να του φέρει ένα ποτήρι Τζον Ντάνιελς – κι όταν ο νεαρός απορεί, καθότι το φαρμάκι ονομάζεται Τζακ, ο Πατσίνο καγχάζει: «Αν τον ξέρεις τόσο καιρό όσο εγώ, μπορείς να τον λες και Τζον». Έτσι έμαθε ο γράφων, εξ απαλών ονύχων, ότι το όνομα Τζακ δεν είναι υποκορισμός για τον Ιάκωβο, αλλά συνηθέστερα για τον Γιάννη).

Στη Σκιάθο ο εξάδελφος λεγόταν Γιαννιός, ο μπάρμπας επίσης. Όλοι, βεβαίως, οι βαθμοί της συγγένειας κάποτε οδηγούν στον Θεό.

Η εξαδέλφη Μαχούλα, παρεμπιπτόντως, ήταν ογδόου βαθμού, σαν την Όγδοη Ημέρα.

(Η ταινία που μνημόνευσα γνωστό ότι φέρει τον τίτλο: Άρωμα γυναίκας. Η γεύση ανήκει πιθανόν στη μαντλέν – που θυμίζω ότι είναι γλύκισμα σε σχήμα κογχυλιού.)

Αν δεν κάνω λάθος, εξαδέλφη ήταν κι η Αλμπερτίν, που την ερωτεύτηκε ο Μαρσέλ στο μυθιστόρημα Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Αλλά κι αν κάνω λάθος, δεν έχει σημασία∙ σημασία έχει μόνο το όνομα Αλμπερτίν, που σημαίνει Λευκή

Νύχτα γεμάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια! Κάποτε θα το δουν κι οι τυφλοί. Και θα είναι, αλίμονο, νύχτα, συγκεκριμένα αυτή: Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος. Χριστούγεννα, Ἅι-Βασίλης, Φῶτα. Ο Παπαδιαμάντης τα βλέπει στο σπήλαιο∙ τα θυμάται ΟΛΑ.

Τι είχες, Γιαννιέ; Τι να έχει; Μην κάνετε χαζές ερωτήσεις: «Σεβτὰς εἶν᾽ αὐτός, δὲν εἶναι τσορβάς…· ἔρωντας εἶναι, δὲν εἶναι γέρωντας».

Κανένα δὲν εἶχεν εἰς τὸν κόσμον, ἦτον ἔρημος. Εἶχε νυμφευθῆ, καὶ εἶχε χηρεύσει, εἶχεν ἀποκτήσει τέκνον, καὶ εἶχεν ἀτεκνωθῆ.

Καὶ ἀργὰ τὸ βράδυ, τὴν νύκτα, τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔπινεν ὀλίγα ποτήρια διὰ νὰ ξεχάσει ἢ διὰ νὰ ζεσταθῇ, ἐπανήρχετο εἰς τὸ παλιόσπιτο τὸ μισογκρεμισμένον, ἐκχύνων εἰς τραγούδια τὸν πόνον του: Σοκάκι μου μακρὺ-στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου, / κάμε κ᾽ ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου.

Ἄλλοτε παραπονούμενος εὐθύμως: Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογοὺ καὶ ψεύτρα, / δὲν εἶπες μιὰ φορὰ κ᾽ ἐσύ, Γιαννιό μου ἔλα μέσα.

Οι πόρτες κλειστές, τα παράθυρα επίσης. Σαν τα βιβλία μας. Σαν την καρδιά σας. Μα τι να γίνει; Στον ήλιο πετριές, αυγά σ’ έναν τοίχο. Αργά ή γρήγορα θα επωαστούν κάτι νέα τρυγόνια. Για να κελαηδούν αδιάλειπτα.

Αυτή η μουσική θα μας κρίνει – και η ακρόασή της θα είναι αναπόφευκτη.

Τὴν ἄλλην βραδιὰν ἐπανήρχετο, ὄχι πολὺ οἰνοβαρής, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὰ παράθυρα τῆς Πολυλογοῦς, ὕψωνε τοὺς ὤμους, κ᾽ ἐμορμύριζεν: «Ἕνας Θεὸς θὰ μᾶς κρίνῃ… κ᾽ ἕνας θάνατος θὰ μᾶς ξεχωρίσῃ».

Καὶ εἶτα μετὰ στεναγμοῦ προσέθετε: «Κ᾽ ἕνα κοιμητήρι θὰ μᾶς σμίξῃ».

Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε, πρὶν ἀπέλθη νὰ κοιμηθῇ, νὰ μὴν ὑποψάλῃ τὸ σύνηθες ᾆσμά του: Σοκάκι μου μακρὺ-στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου…

Το σοκάκι είναι αδιέξοδο, είναι τυφλό. Ανάβλεψον – που να πάρει η ευχή να πάρει.

Ποῖος νὰ τὸν ἀγαπήσῃ αὐτόν; Ἦτο ἔρημος εἰς τὸν κόσμον.

«Νὰ εἶχεν ὁ ἔρωτας σαΐτες!… νὰ εἶχε βρόχια… νὰ εἶχε φωτιές… Νὰ τρυποῦσε μὲ τὶς σαΐτες του τὰ παραθύρια… νὰ ζέσταινε τὶς καρδιές… νὰ ἔστηνε τὰ βρόχια του ἀπάνω στὰ χιόνια… Ἕνας γερο-Φερετζέλης πιάνει μὲ τὶς θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια».

Τρυγόνια να δεις – εκεί να δεις!

Εδώ και τώρα: Τὴν ἄλλην βραδιάν, ἡ χιὼν εἶχε στρωθῆ σινδών, εἰς ὅλον τὸν μακρόν, στενὸν δρομίσκον. (Μια νύχτα χιόνισε πάρα πολύ…)

«Ἄσπρο σινδόνι… νὰ μᾶς ἀσπρίσῃ ὅλους στὸ μάτι τοῦ Θεοῦ… ν᾽ ἀσπρίσουν τὰ σωθικά μας… νὰ μὴν ἔχουμε κακὴ καρδιὰ μέσα μας».

Αναδρομή στην αναδρομή, ανάκληση, και μέγα πένθος: 8 Σεπτεμβρίου (δεν θυμάμαι του πότε – δεν με νοιάζει του πότε!), μακρὰ χιονόλευκος σινδὼν ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὸ σχοινίον ἐφ᾽ οὗ ἐκρέματο· ἔπεσεν ἐπάνω εἰς τὰς κεφαλάς μας. Καὶ «μᾶς ἐκουκούλωσεν», ἤ, μᾶς ἐσαβάνωσε καὶ τοὺς δύο.

Στη Σκιάθο τον γάμο τον λέγανε παλιά και κουκούλωμα. Αλλού τον λένε κρεμάλα.

Ἐγὼ ἀκουσίως ἐγέλασα, ἂν καὶ τὸ πρᾶγμα μοῦ ἐφάνη μᾶλλον κακὸς οἰωνός. Ἡ ἐξαδέλφη μου ἔκαμε τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, κ᾽ ἐψιθύρισε –

ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΥΧΗ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ… ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΥΧΗ!

«Ἡσύχασε, θὰ πάω», τῆς εἶπα. «Τώρα, σὲ λίγο ἒφτασα…»

Τὸ λευκὸν ὡμοίαζε μὲ χιτῶνα πάλλευκον. Τὸ μαῦρον ὡμοίαζε μὲ ἁμαρτίας φάντασμα.

Ο Γιαννιός τρέκλισε, ο Αλέκος σκόνταψε, ο κόσμος έπεσε. Πόθεν το κράτος της αμαρτίας;

Ἐφαντάζετο ἀμυδρῶς μίαν εἰκόνα, μίαν ὀπτασίαν, ἓν ξυπνητὸν ὄνειρον. Ὡσὰν ἡ χιὼν νὰ ἰσοπεδώσῃ καὶ ν᾽ ἀσπρίσῃ ὅλα τὰ πράγματα, ὅλας τὰς ἁμαρτίας, ὅλα τὰ περασμένα.

Ὅλα, ὅλα νὰ τὰ καλύψῃ, νὰ τὰ ἀσπρίσῃ, νὰ τὰ ἁγνίσῃ!

ΜΗ ΜΝΗΣΘΗΣ, ΚΥΡΙΕ – ρίξε με τώρα στην Αγία Λήθη.

Τὴν ἄλλην βραδιάν, τὴν τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, ἐπανῆλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.

Δὲν ἔστεκε πλέον εἰς τὰ πόδια του, δὲν ἐκινεῖτο οὐδ᾽ ἀνέπνεε πλέον.

Ηὗρε τὸν δρόμον, τὸν ἀνεγνώρισεν. Ἐπιάσθη ἀπὸ τὸ ἀγκωνάρι. Ἐκλονήθη. Ἀκούμβησε τὶς πλάτες, ἐστύλωσε τὰ πόδια. Ἐμορμύρισε: «Νὰ εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!… Νὰ εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια…»

Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ σχηματίσῃ λογικὴν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις καὶ ἐννοίας. Τὸ παράθυρον ἒτριξεν. «Ποιός εἶναι;»

Ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ἦτο ἀκριβῶς ὑπὸ τὸν ἐξώστην, ἀόρατος ἄνωθεν. Δὲν εἶναι τίποτε. Τὸ παράθυρον ἐκλείσθη σπασμωδικῶς. Μίαν στιγμὴν ἂς ἀργοποροῦσε!

Ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ἐστηρίζετο ὄρθιος εἰς τὸν παραστάτην. Ἐδοκίμασε νὰ εἴπῃ τὸ τραγούδι του, ἀλλ᾽ εἰς τὸ πνεῦμά του τὸ ὑποβρύχιον, τοῦ ἤρχοντο ὡς ναυάγια αἱ λέξεις: Γειτόνισσα πολυλογού, μακρὺ-στενὸ σοκάκι!…

Μόλις ἤρθρωσε τὰς λέξεις, καὶ σχεδὸν δὲν ἠκούσθησαν. Ἐχάθησαν εἰς τὸν βόμβον τοῦ ἀνέμου καὶ εἰς τὸν στρόβιλον τῆς χιόνος.

«Καὶ ἐγὼ σοκάκι εἶμαι», ἐμορμύρισε… «ζωντανὸ σοκάκι».

Ἐξεπιάσθη ἀπὸ τὴν λαβήν του. Ἐκλονήθη, ἐσαρρίσθη, ἔκλινε καὶ ἔπεσεν. Ἐξηπλώθη ἐπὶ τῆς χιόνος, καὶ κατέλαβε μὲ τὸ μακρόν του ἀνάστημα ὅλον τὸ πλάτος τοῦ μακροῦ στενοῦ δρομίσκου.

Ἅπαξ ἐδοκίμασε νὰ σηκωθῇ, καὶ εἶτα ἐναρκώθη. Εὕρισκε φρικώδη ζέστην εἰς τὴν χιόνα.

Και δεν τον είδε κανείς. Κ᾽ ἐπάνω εἰς τὴν χιόνα ἔπεσε χιών. Καὶ ἡ χιὼν ἐστοιβάχθη, ἐσωρεύθη δύο πιθαμάς, ἐκορυφώθη. Καὶ ἡ χιὼν ἔγινε σινδών, σάβανον.

Και τον εκουκούλωσε.

Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ᾽ ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα.

(Και βγήκαν οι γειτόνοι / Για να φτυαρίσουν το πρωί / Και βρήκαν μες στο χιόνι / Της γειτονιάς το φρόκαλο…)

Cheers – και χίλιες φορές καλή σου νύχτα, sweet Prince, and flights of angels sing thee to thy rest.

Συνεχίζεται…

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη