Μετά την καταστροφή (ναυάγιο, σεισμός, o altra cosa), ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης άνοιξε τα μάτια παρά θιν’ αλός, και είδε από πάνω του, γελαστό, έναν παλιόφιλο, τον Σταμάτη, τον επονομαζόμενο Αταίριαστο. Εκείνος τον οδήγησε στη σπηλιά για να ζεσταθεί, του έδωσε ένα φλασκί, του έταξε τσιμπούσι και ιστορίες γύρω από τη φωτιά.
Ύστερα ὁ Σταμάτης ἄναψε τὴν πίπαν του, καὶ στενάξας ἀκουσίως εἶπεν: «Ἔ, φίλε μου!… πῶς δύναται ναυαγὸς νὰ σώσῃ ἄλλον ναυαγόν;… Καὶ ὅμως ἐγὼ σ᾿ ἔσωσα!»
«Καὶ πῶς εἶσαι σὺ ναυαγὸς Στάμο;»
«Φίλε, εἶμαι καὶ εἶμαι ναυαγός. Ναυαγὸς εἰς τὴν ξηράν, χειρότερα παρὰ ἂν ἤμην ναυαγὸς εἰς τὴν θάλασσαν… Δὲν θυμᾶσαι τ᾿ ὄνειρο τὸ ὁποῖον πρὸ μηνῶν σοῦ διηγήθην;»
Ο Αλέκος κατένευσε. Ο Σταμάτης είχε δει στ’ όνειρό του τον πεθαμένο πατέρα του, να τον επιτιμά που υποθήκευε τα κτήματα, την κληρονομιά του, στους τοκογλύφους. Την περιουσία του ο Σταμάτης τη σπατάλησε στο ποτό. Έτσι ζούσε επί ολισθηρού εδάφους.
«Ἔτσι», ἐπανέλαβεν ὁ Σταμάτης, «ἐγὼ εἶμαι ποὺ εἶμαι, ναυαγὸς εἰς τὴν ξηράν… Ἀλλὰ σὺ ὅμως, μὴν ἐμπιστεύσῃς εἰς τὴν θάλασσαν, μὲ τὰ φελούκια ποὺ κάνουν νερά, μήτε εἰς τὰς γυναῖκας…»
Ο Αλέκος τον κοίταξε έκπληκτος. Ο Σταμάτης χαμογέλασε – είδες; ΗΜΕΙΣ τα ξέρομεν, ΗΜΕΙΣ τα βλέπομεν όλα. Ο Αλέκος κοίταξε τη φωτιά. (Πυρ, γυνή και θάλασσα – κτλ.)
Κι ο Σταμάτης, αποτόμως έξαφνα, επέφερεν: «Ἀγάπες, ἀγάπες, θλιβερέ μου φίλε… Ὤ, μὴν ἔχῃς πίστιν εἰς τὶς ἀγάπες!
»Πίστευσέ με, ὁ ἄνθρωπος, ἂν καὶ ὡς κοινωνικὸν ζῷον, ἔπρεπε ν᾿ ἀγαπᾷ τοὺς πάντας, ὅλον τὸν κόσμον, ἐπειδὴ ἔχει τὴν ἀνάγκην των, καὶ δὲν ἠμπορεῖ μόνος νὰ ζήσῃ, μ᾿ ὅλα ταῦτα, κατ᾿ οὐσίαν, οὐδένα ἀγαπᾷ, εἰμὴ μόνον τὸν ἑαυτόν του, τὸν ὁποῖον καὶ φθείρει ἀπὸ τὴν πολλὴν φιλαυτίαν…
»Δι᾿ αὐτὸ λέγει κ᾿ ἕνα τροπάρι, τὴν Μεγάλην Σαρακοστήν –ἐσὺ ξεύρεις ἀπ᾿ αὐτά– πῶς λέγει;… Αὐτοείδωλον;…»
Ο Παπαδιαμάντης ψιθύρισε: «Αὐτοείδωλον ἐγενόμην, τοῖς πάθεσι…»
«Ἀκριβῶς… Νὰ εἶσαι βέβαιος, ἀνίσως ὁ ἄνθρωπος – μὴ σοῦ φανῶ ἀλλόκοτος ἢ βάναυσος καὶ γελοῖος… ἐπειδὴ φοβοῦμαι τὴν κρίσιν σου…»
«Τί πρᾶγμα;»
«Νὰ εἶσαι βέβαιος, ἂν ἠμποροῦσε ὁ ἄνθρωπος ν᾿ ἀγκαλιάσῃ τὸν ἑαυτόν του, εἰς τὸ νερὸν ἢ εἰς τὴν ξηράν, εἰς τὰ ὄνειρα ἢ εἰς τὰ ξυπνητά του, θὰ ἐγίνετο Νάρκισσος, καὶ θὰ ἠρκεῖτο εἰς τοῦτο καὶ μόνον. Ἀλλὰ δὲν κατορθώνει νὰ γίνῃ Νάρκισσος, καὶ ὡς νὰ πάσχῃ ἀπὸ τὴν ψώραν τοῦ Ἰώβ, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην προστριβῆς».
«Εὐφήμει, ὦ ἀγαθέ».
«Δι᾿ αὐτὸ ἐπρόλαβα καὶ εἶπα, φοβοῦμαι τὴν κρίσιν σου. Ἂς εἶναι, ἀρκοῦν αὐτά. Ἂς ὁμιλήσωμεν περὶ πλατωνικοῦ ἔρωτος, ἂν θέλῃς… Ἀλλὰ ποῦ στὸν διάβολο εἶναι ὁ πλατωνικὸς ἔρως, δὲν τὸν βλέπω πουθενά».
«Διότι εἶναι ἀόρατος, δι᾿ αὐτὸ τὸν ἐπιζητεῖ τις. Προσπαθεῖ νὰ τὸν ἀνακαλύψῃ κάπου».
«Ἀλλὰ θὰ μείνῃ μὲ τὴν ἀναζήτησιν καὶ τὴν προσπάθειαν μόνον… Ἐγώ, ὅσων χρόνων εἶμαι, καὶ παντοῦ ὅπου ἐπῆγα, ηὗρα μόνον ἰδιοτελῆ, ἄπιστον, σαρκικὸν ἔρωτα».
Ο Σταμάτης άδειασε την πίπα, έβαλε καινούργιο καπνό, την άναψε, και είπε τη δική του ιστορία, όσο περίμεναν τον Διαμαντή Αγάλλο, να τους πει την ιστορία της νεκρής νύφης, ενός φαντάσματος. Οι ιστορίες δεν εξαντλούνται ποτέ.
Του Σταμάτη ήταν αυτή εδώ: «Μόλις ἐγύρισα ἀπὸ τὶς Φραγκιές, ἀπὸ τὰ ταξίδια τοῦ Σεβὰχ Θαλασσινοῦ, καὶ κατέλυσα προσωρινῶς εἰς ξένην, ἔρημον οἰκίαν, μίαν νύκτα, ἀκούω κλαυθμυρισμὸν ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα μου. Βγαίνω καὶ βλέπω ἓν νεογνόν, νόθον, ὁποὺ μοῦ εἶχαν ρίψει ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρόν μου. Ἰδοὺ ἡ ἀγάπη, ὁ ἔρωτας. Μωρέ, χαρὰ στὸν ἔρωτα! Δὲν εἶναι πλέον “ἔρωτας στὰ χιόνια”, εἶναι ἔρωτας στὰ κόπρια…»
«Εὐφήμει, εἶπα», είπε ο Αλέκος, δήθεν αυστηρά – στην πραγματικότητα: ξέπνοα.
Ο Σταμάτης ούτε που του έδωσε σημασία∙ είπε: «Δι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἕνας μακαρίτης ἐξάδελφός σου, τὸν ἐνθυμεῖσαι, ποὺ εἶχε εὐχέρειαν ν᾿ αὐτοσχεδιάζῃ σατυρικὰ δίστιχα, ἔβγαλε, ἕνα καιρόν, τὸ τραγούδι: Μὲς στοῦ Νταντοῦ τὴ γειτονιά, κοντὰ στὶς Μπαλαλίνες, / ἐκεῖ κοιμᾶται ὁ Ἔρωτας μέσα στὶς γκαβαλίνες…»
Τι είχες, Γιαννιέ; ΣΚΑΤΑ – μετά συγχωρήσεως. Ή και άνευ. Εκεί, πάντως, κι εννοώ στην κοπριά, ανθίζει το FLASHBACK που θα δούμε στο επόμενο επεισόδιο. That’s a promise.
Συνεχίζεται…
⸙⸙⸙
[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]







