Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έκανε λογοτεχνία για τέσσερα πέντε χρόνια (give or take), και τη δημοσίευσε κιόλας, τη λογοτεχνία αυτήν, ολόκληρη, από τις 23 Σεπτεμβρίου 1879 μέχρι τις 11 Οκτωβρίου 1884. Μετά το έριξε στα έργα Σταμάτη.
Αλλά scripta manent, ας είναι κι εφήμερα.
Στην εφημερίδα Νεολόγος Κωνσταντινουπόλεως διαβάζουμε την ακόλουθη ανακοίνωση: «Ἀπὸ τῆς σήμερον ἂρχεται ὁ Νεολόγος δημοσιεύων ἐν ἐπιφυλλίδι πρωτότυπον διήγημα, γραφὲν ἐν Ἀθήναις ὑπὸ νέου ἐπιτυχῶς ἀσχολουμένου εἰς τὸ ἱστορικόν εἶδος τῆς μυθιστοριογραφίας». Επρόκειτο, ασφαλώς, για το μυθιστόρημα με τίτλο Ἡ μετανάστις.
Ο νέος υπέγραφε ως Α. Πδ. Η δημοσίευση της Μετανάστιδος ολοκληρώθηκε σε τέσσερις μήνες. Ύστερα πέρασαν δυο χρόνια. Ο νέος ξαναχτύπησε.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 9βρίου 1882. Σεβαστέ μοὶ πάτερ,
Σᾶς πέμπω σήμερον τρία φύλλα τῆς ἐφημερίδος Μὴ χάνεσαι. Εἶναι σατυρικὴ ἐφημερής, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν σατυρίζω, γράφω ἐπιφυλλίδα ἱστορικὴν καὶ φιλολογικήν, καὶ τοῦτο τὸ κάμνω ἐξ ἀνάγκης διὰ νὰ λάβω χρήματα.
Ἡ ἐπιφυλλὶς ὑπὸ τὸν τίτλον Οἱ ἒμποροι τῶν ἐθνῶν εἶναι ἰδικὸν μου ἒργον. Τὰ φύλλα τοῦ Μὴ χάνεσαι νὰ τὰ φυλάξητε ὃλα ἐπιμελῶς.
Νἂ μὴ τὰ δώσητε δὲ εἰς μηδένα πρὸς ἀνάγνωσιν. (Θα είχε τους λόγους του.)
Τους Εμπόρους ο συγγραφεύς τούς υπέγραφε ως Μποέμ. Η δημοσίευση κράτησε επίσης τέσσερις μήνες, από τις 5 Νοεμβρίου 1882 μέχρι τις 8 Φεβρουαρίου 1883.
Κι έτσι έφτασε σε μια κορυφή, που είναι ιδεώδες εφαλτήριο της πτώσης – του άλματος: «Ὁ κ. Ἀ. Παπαδιαμάντης, ὁ ὑπὸ τὸ ψευδώνυμον Βοημὸς (Μποὲμ) τόσας θερμὰς σελίδας ἀποσπάσας ἐκ τῆς ὲκλεκτῆς ἐποχῆς τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, συνέγραψε χάριν τῆς Ἀκροπόλεως ἐκτάκτως ἐπαγωγὸν καὶ ἐλκυστικὸν μυθιστόρημα τὴν Γυφτοπούλαν. Τὴν μελιχρὰν Γυφτοπούλαν θὰ λάβωμεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρουσιάσωμεν προσεχῶς».
Η Γυφτοπούλα, το κύκνειο αριστούργημα μιας πολύ πρώιμης εποχής, δημοσιεύτηκε στις σελίδες της Ακροπόλεως από τις 21 Απριλίου μέχρι τις 11 Οκτωβρίου 1884.
Εκ των σελίδων αυτών αποσπώ το προτελευταίο κεφάλαιο, το λεγόμενο ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔΙΟΓΡΑΦΟΝ, και αντιγράφω τις δύο πρώτες παραγράφους, προς τέρψιν και ωφέλειαν, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν των μισούντων και αγαπώντων ημάς.
Θα είναι ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής (και ανάγνωσης), μάλιστα τζάμπα: δεν το κάνω καν για τα χρήματα! (Όχι ότι το κάνω για την αρετή – θα έχω τους λόγους μου.)
Τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἀπεσπάσθη ἐκ τοῦ ἐπιλόγου τοῦ παρόντος μυθιστορήματος. Ἐπειδὴ δὲν ἦτο πεπρωμένον νὰ διηγηθῇ ὁ Πλήθων πρὸς τὴν Ἀϊμὰν ἐκεῖνο ὅπερ ἐπεθύμει αὕτη νὰ μάθῃ, ὀφείλει ἡ σειρὰ τῆς διηγήσεως ν᾽ ἀναπληρώσῃ χάριν τοῦ ἀναγνώστου τὴν ἔλλειψιν ταύτην.
Τὸ μυστήριον ὅπερ ἐξ ἀνάγκης περιέβαλλε τὰς σχέσεις τῶν δύο κυριωτέρων προσώπων τοῦ διηγήματος τούτου, ἄκοντος ἐμοῦ, ἠλέκτρισε παραδόξως τῶν ἀναγνωστῶν τινάς.
Τοῦτο τῇ ἀληθείᾳ οὐδόλως ἐκολάκευσε τὴν ἡμετέραν φιλαυτίαν, ὡς λογογράφου.
Νομίζομεν ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς περιεργείας εἶναι τεκμήριον τῆς ἐλλείψεως παντὸς διαφέροντος. Πλανῶνται δὲ οἱ συγχέοντες τὰ δύο ταῦτα ὅλως διάφορα πράγματα.
Ἢ εἰς τὴν καρδίαν πρέπει ν᾽ ἀπευθύνεται διήγησίς τις ἢ εἰς τὴν φαντασίαν, ὅστις δὲ στοχάζεται τοῦ ἑνός, ἐξ ἀνάγκης ἀστοχεῖ τοῦ ἑτέρου.
Ἀλλ᾽ ὅστις καὶ τοῦ πρώτου ἀστοχεῖ καὶ τοῦ δευτέρου ἀποτυγχάνει εἶναι ἀτυχὴς συγγραφεὺς ἄξιος οἴκτου.
Οὐδέποτε ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν περὶ διαλύσεως τοῦ μυστηρίου, τοῦ περικαλύπτοντος τὴν παράδοσιν ἣν ἐπραγματεύθημεν.
Δὲν ἐπετρέπετο ἡμῖν νὰ πλάσωμεν ἀπίθανα μυθεύματα πρὸς ἐξήγησιν παραδόσεων ἀπιθανωτέρων.
Ἀπηγορεύετο προσέτι ἡμῖν νὰ μηκύνωμεν ἐπὶ πλέον τὴν διήγησιν ταύτην, ἥτις φόβος εἶναι μὴ κατέστη ἤδη φορτική.
Εὐτυχῶς ἐγκαίρως ἐπῆλθεν ἡμῖν ἐπίκουρος ἡ ἀνακοίνωσις δύο ἀνεκδότων χειρογράφων, ἅτινα διηγοῦνται κατ᾽ ἴδιον ὅλως τρόπον τὰ περὶ τῆς σχέσεως τοῦ Πλήθωνος πρὸς τὴν Ἀϊμάν.
Τὸ περιεχόμενον τῶν δύο τούτων χρονικῶν ἐπίσης μᾶς φαίνεται ἀπίθανον, καὶ ὅπερ χεῖρον, ἀντιφάσκουσι πρὸς ἄλληλα. Ἀλλὰ διὰ τοῦ μέσου τούτου μετριάζεται τοὐλάχιστον ἡ ἡμετέρα εὐθύνη. Ἐφεξῆς παρατίθεμεν αὐτολεξεὶ τὰ δύο ταῦτα ἀνέκδοτα χρονικά.
Κι έτσι (αφού ο συγγραφέας νίψει, ας πούμε, τας χείρας του), φτάνουμε στο τελευταίο κεφάλαιο, το υπ’ αριθμόν ΙΑ΄, που έχει τον τίτλο: «Ο τελευταίος φθόγγος». Εφεξής, ο άνθρωπος αυτός θα γράφει στεναγμοίς αλαλήτοις – θα γράφει ως φωνή αύρας λεπτής.
Αλλά έπρεπε να μεσολαβήσει ο σεισμός στον Μωριά, στο σπήλαιο που ο κακόμοιρος και παράφρονας Πλήθων θέλησε να το μεταβάλει σε λίκνο αναγεννήσεως των αρχαίων θεών. Γι’ αυτό το γέμισε ξόανα.
Εκεί είναι τώρα η Αϊμά, η Γυφτοπούλα, μαζί με τον νέο που πολύ την αγάπησε, κι ας μη βρήκε στον έρωτά του ανταπόκριση, τουλάχιστον όχι ακόμη. Dum spiro, spero – σωστά;
Λάθος: η απόγνωση επείγει∙ η απελπισία είναι η αρχή της ζωής. Ο Αλέκος το διδάχθηκε εγκαίρως, στο ρέμα της Ζωοδόχου Πηγής: Ὓπαγε…
«Ὑπάγωμεν, Ἀϊμά», ἐψιθύριζεν εἰς τὸ οὖς τῆς νέας, ἀποτυπῶν ἅμα φλογερὸν φίλημα ἐπὶ τῆς παρειᾶς αὐτῆς. «Ὑπάγωμεν Ἀϊμά»· ἀλλ᾽ ἡ Ἀϊμὰ ἦτο λιπόθυμος.
«Φύγωμεν, Ἀϊμά!» ἐπανέλαβεν ὁ νέος, «Φύγωμεν!» Καὶ ὁ ἦχος τῆς λέξεως ταύτης συνέπιπτε παραδόξως μὲ τὸν κρότον τῶν φιλημάτων.
Ποία γραφικὴ δύναται νὰ παραστήσῃ τὸ εἶδος τοῦ φιλήματος; Ποία μουσικὴ ἰσχύει νὰ μελοποιήσῃ τὸν ἦχον αὐτοῦ; «Φύγωμεν, Ἀϊμά, φύγωμεν, φιλτάτη μου, Ἀϊμά! Φύγωμεν! φύγωμεν!»
Καὶ ἡ ὥρα ἐκείνη ἂν ἦτο στιγμὴ φόβου καὶ ἀγωνίας, ἂν ἦτο στιγμὴ συντελείας καὶ φρίκης, ἀλλ᾽ ἦτο αἰὼν εὐδαιμονίας.
«Φύγωμεν, Ἀϊμά, ἀγαπητή μου Ἀϊμά, φύγωμεν, φύγωμεν!»
Φευ! Τα παιδιά δεν θα προλάβουν να φύγουν αλλά, προτού πεθάνουν, θα ζωντανέψουν για λίγο, χάρη στον θάνατο. Το ίδιο ισχύει για τ’ αγάλματα: με τόσες ρωγμές, ο σεισμός θα εμφυσήσει στο μάρμαρο πνοή ζώσα.
Το λυκόφως των ειδώλων θα γίνει εντέλει το λυκαυγές για τα πρόσωπα της αφήγησης, πάνω απ’ όλα για το πρόσωπο του αφηγητή.
Η Γυφτοπούλα είναι το μοναδικό από τα πρώιμα αυτά μυθιστορήματα που ο συγγραφέας το υπέγραψε ως: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ.
Ο Βοημός έγινε Σκιαθίτης ξανά, αλλά για πρώτη φορά μετά λόγου γνώσεως, με δική του κρίση και απόφαση, με ελεύθερη δική του εκλογή. (Ναι, ασφαλώς: Νὰ τὸ προικιό μου!)
Αυτή ήταν η στιγμή της επιστροφής – δηλαδή της αναχώρησης. ΥΠΑΓΕ! Και πήγε: «Τώρα, σὲ λίγο ἒφτασα…»
Ο σεισμός ήταν πιθανότατα προϊόν αγαθής δολιοφθοράς. Ο συγγραφέας ναρκοθέτησε το μυθιστόρημα, ή το μετέβαλε σε νάρκη και βόμβα, ώστε να γκρεμίσει τα ψέματα, κυρίως του εαυτού του. Μετά πάτησε το κουμπί, και βρήκε τον εαυτό του εις τα εξ ων συνετέθη.
Έτσι βγήκε ζωντανός απ’ το σπήλαιο, μάλιστα εκ νεκρών. Έτσι αναστήθηκε.
Πρόκειται πάντα για την ομοιοπαθητική της υπάρξεως: Με τον πόνο ενάντια στον πόνο – άλλως: Με τη λογοτεχνία ενάντια στη λογοτεχνία. Τι νομίζετε ότι κάνω τόσην ώρα;
Όταν σκόρπισε η σκόνη, ο τριακοντούτης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ήταν πάλι σπίτι∙ είχε επιστρέψει (για πρώτη φορά) στην ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. Κι έτσι άρχισαν όλα.
Συνεχίζεται…
⸙⸙⸙
[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]







