Μετά τις ιστορίες, μετά και τον κόκορα, οι τρεις φίλοι πήραν τη βάρκα και βγήκαν για πυροφάνι. Ο τέταρτος έμεινε στη στεριά – στο κάτω κάτω, αυτός ήταν ορεσίβιος, ένας βοσκός. Οι θαλασσινοί είναι άλλης τάξεως άνθρωποι. Να τους εμπιστεύεστε τυφλά.
Ἐγὼ ἤμουν ἐξαπλωμένος κατὰ πλάτος τῆς πρύμνης, ἐνανουριζόμην ἀπὸ τοὺς μαλακοὺς λικνισμοὺς τῆς βάρκας, ἀνέπνεα τὸν καπνὸν τοῦ δᾳδίου, κ᾿ ἐπροσπάθουν νὰ διακρίνω τὰ ἄστρα εἰς τὸν ἄνω βυθόν. (Φεγγάρι, μάγια μού ’κανες…)
«Πλέον μακάριος κι ἀπὸ σένα», μοῦ εἶπεν αἴφνης ὁ Σταμάτης, «εἶναι ὁ Πατσοστάθης, ποὺ ροχαλίζει τυλιγμένος μὲ τὴν κάπα του, καί, στοιχηματίζω, πὼς ἀκούει στὰ ὄνειρά του τὸ ἀναχάρασμα τῶν γιδιῶν, ποὺ βρίσκονται πλαγιασμένα τριγύρω του».
Ἔδειξεν ἕνα μαύρισμα εἰς τὴν ἀκτήν.
Ἦτο τῷ ὄντι ὁ βοσκὸς πλαγιασμένος ἐκεῖ, ἀνάμεσα εἰς τὸ κοπάδι του. Τὸν εἶχε μεθύσει τὴν ἡμέραν ὁ Σταμάτης, καὶ τὸν εἶχε πείσει ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ νὰ κοιμηθῇ ἐκεῖ ἐπὶ τῆς παραθαλασσίας, ἂν ἤθελε νὰ χαλάσουν τὰ μάγια. Λόγῳ ὅτι αἱ ἐχθραί του, ὅσαι τὸν ἐκακομελετοῦσαν τὴν νύκτα, θὰ τὸν ὑπέθετον κοιμώμενον εἰς τὴν στάνην του, ἀλλὰ πλησίον τῆς θαλάσσης τῆς πικροκυματούσας δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ τὸν εὕρουν τὰ μάγια.
Ο Αλέκος μειδίασε και δεν είπε τίποτα. Προς στιγμήν θυμήθηκε τη Λιαλιώ, το λευκό της κολόβιο, μια βαρκάδα στο ίδιο εκείνο σημείο, από χρόνια και χρόνια μακριά.
Μια καταδίωξη μέσα στη νύχτα. «Ἔχε ὑπομονή», είπε εκείνη, «καὶ θὰ σὲ βγάλω ἀπ᾽ τὴν ἀπορία. Τώρα θὰ τὴν ἰδῇς νὰ βάλῃ πλώρη τὸ Τραχήλι».
Η Λιαλιώ μιλούσε για τη βάρκα του διώκτη τους, του ανδρός της, του κυρ Μοναχάκη.
«Πῶς τὸ ξέρεις; Εἶσαι μάγισσα;»
«Ναί, εἶμαι… εἶμαι μάγισσα!» εἶπεν αὕτη ἐν πεποιθήσει.
Ὁ νέος ᾐσθάνθη ἀόριστον φόβον εἰς τὸ σπινθηρίζον βλέμμα της. Ο νέος, που ήταν τώρα εις το μέσον του βίου του, σήκωσε το βλέμμα του στ’ άστρα. Θα ήταν κι αυτά μαγικά, θα σπινθήριζαν. Όλα νεκρά. Ο Αλέκος έκλεισε τα μάτια.
Όταν τ’ άνοιξε, είχε γίνει πάλι δέκα ετών, κι ο ουρανός ήταν γεμάτος κλαδιά, που κι αυτά μεταβλήθηκαν εξαίφνης σε πέπλα – τόσα κολόβια, τόσα πανιά. Ὁποῖον μεγαλεῖον εἶχεν!
Οἱ κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οἱ κλῶνές της, γαμψοὶ ὡς ἡ κατατομὴ τοῦ ἀετοῦ, οὖλοι ὡς ἡ χαίτη τοῦ λέοντος, προεῖχον ἀναδεδημένοι, εἰς βασιλικὰ στέμματα.
Καὶ ἦτον ἐκείνη ἄνασσα τοῦ δρυμοῦ, δέσποινα ἀγρίας καλλονῆς, βασίλισσα τῆς δρόσου…
Ἀπὸ τὰ φύλλα της ἐστάλαζε κ᾽ ἔρρεεν ὁλόγυρά της «μάννα ζωῆς, δρόσος γλυκασμοῦ, μέλι τὸ ἐκ πέτρας».
Ἔθαλπον οἱ ζωηφόροι ὀποί της ἔρωτα θείας ἀκμῆς, κ᾽ ἔπνεεν ἡ θεσπεσία φυλλάς της ἵμερον τρυφῆς ἀκηράτου.
Καὶ ἡ κορυφή της βαθύκομος ἠγείρετο ὡς στέμμα παρθενικόν, διάδημα θεῖον.
Τον πήρε ο ύπνος εκεί, τον πήρε απ’ το χέρι και τον έμπασε στ’ όνειρο, εκεί που το κενό ή το σημείο μηδέν της συνείδησης συναντά επίσης (δηλαδή: ταυτίζεται με) τον απόλυτο βαθμό της συνείδησης, ένα κάτι σαν πλήρωμα – την υπερεκχείλισή της.
Τὸ πόρισμά μου, τὸ ἐν ὀνείρῳ ἐξαχθέν, καὶ εἰς λῆρον ἐν εἴδει συλλογισμοῦ διατυπωθέν, ὑπῆρξε τοῦτο: «Ἄ! δὲν εἶναι δένδρον, εἶναι κόρη· καὶ τὰ δένδρα, ὅσα βλέπομεν, εἶναι γυναῖκες!»
Πράγματι: Η κόρη τον κοίταξε και είπε: «Εἰπὲ νὰ μοῦ φεισθοῦν, νὰ μὴ μὲ κόψουν… Δὲν εἶμ᾽ ἐγὼ νύμφη ἀθάνατος· θὰ ζήσω ὅσον αὐτὸ τὸ δένδρον…»
Ἐξύπνησα ἔντρομος, κ᾽ ἔφυγον… Ἦτο ἤδη μεσημβρία, καὶ ὁ ἥλιος ἐμεσουράνει… Ἔκαιεν ὑψηλά, ὑπεράνω τῆς κορυφῆς τῆς δρυός, ἥτις ἦτο σκιὰ ἀδιαπέραστος… Ἀπὸ τὸν ἀντικρινὸν λόφον ἤκουσα φωνὴν νὰ μὲ καλῇ ἐξ ὀνόματος.
Ἦτον εἷς μικρὸς βοσκός, μὲ τὴν κάππαν του, καὶ μὲ δέκα αἶγας, τὰς ὁποίας ὡδήγει. Μοῦ ἐφώναξεν ὅτι ὁ πατήρ μου μὲ ἀνεζήτει ἀνήσυχος, καί, νὰ τρέξω, νὰ φθάσω ταχέως ἐκεῖ κάτω…
Δὲν ἐνόησα τίποτε ἀπὸ τὸ μαντικὸν ὄνειρον.
Ἀργότερα ἐδιδάχθην ἀπὸ ἐγχειρίδιον Μυθολογίας ὅτι ἡ Ἁμαδρυὰς συναποθνήσκει μὲ τὴν δρῦν, ἐν ᾗ εὑρίσκεται ἐνσαρκωμένη…
Μετὰ πολλὰ ἔτη, ὅταν ξενιτευμένος ἀπὸ μακροῦ ἐπέστρεψα εἰς τὸ χωρίον μου, δὲν εὗρον πλέον οὐδὲ τὸν τόπον ἔνθα ἦτό ποτε ἡ Δρῦς ἡ Βασιλική, τὸ πάγκαλον καὶ μεγαλοπρεπὲς δένδρον, ἡ νύμφη ἡ ἀνάσσουσα τῶν δρυμώνων.
Μία γραῖα μὲ τὴν ρόκαν της εὑρίσκετο ἐκεῖ, καθημένη ἔξωθεν τῆς μικρᾶς καλύβης της.
Ὅταν τὴν ἠρώτησα τί εἶχε γίνει τὸ «Μεγάλο Δέντρο», μοὶ ἀπήντησεν: «Ὁ σχωρεμένος ὁ Βαργένης τὸ ἔκοψε… μὰ κ᾽ ἐκεῖνος δὲν εἶχε κάμει νισάφι μὲ τὸ τσεκούρι του· ὅλο θεόρατα δέντρα, τόσα σημαδιακὰ πράματα…»
Η γριά συνοφρυώθηκε, τον κοίταξε σαν ν’ αναγνώρισε κάτι, ένα πράμα, ένα σημάδι. Ο Αλέκος δεν είπε τίποτα, την παρότρυνε να συνεχίσει.
Η γριά συνέχισε: «Σὰν τό ᾽κοψε κ᾽ ὕστερα, δὲν εἶδε χαΐρι καὶ προκοπή. Ἀρρώστησε, καὶ σὲ λίγες μέρες πέθανε… Τὸ Μεγάλο Δέντρο ἦτον στοιχειωμένο».
(…ὅπλον δὲ πιστῶν, ἀνάκτων κατ᾽ ἐναντίων, δι᾽ ἡμᾶς γὰρ ἀνεδείχθη, σημεῖον μέγα, καὶ ἐν πολέμοις φρικτόν.)
Ο Αλέκος στη βάρκα ανοίγει τώρα τα μάτια, ανακάθεται. Ακούει ναυτικά παραγγέλματα. Θέλει κάτι να πει. Εντέλει σωπαίνει.
Ἡ δρῦς ὑπῆρξεν ἡ πρώτη παιδική μου ἐρωμένη. Ὑπῆρξεν εὐεργέτις μου καὶ κηδεμών μου. Αὕτη μ᾽ ἐξήγαγεν ἐκ τῆς ἀπάτης, καὶ μὲ ὡδήγει νὰ ἔλθω πλησίον της.
«Τώρα, σὲ λίγο ἒφτασα…»
(Ησύχασε, ησύχασε.)
Ἦτον ὅλη ἡ ὁδὸς ἀνωφερής, κ᾽ ἐγὼ ἔτρεχον, ἔτρεχον, διὰ νὰ φθάσω ταχέως, ν᾽ ἀσπασθῶ τὴν ἐρωμένην μου. (Ἰδοὺ ἔρχομαι ταχύ!)
Κάποτε θα πει: «Κι αν δεν μπορώ αυτό τον σταυρό να τον σηκώσω, όμως δεν τον αφήνω∙ θα τον σέρνω έως τέλους ξοπίσω μου». Σαν ουρά νυφικού.
Συνεχίζεται…
⸙⸙⸙
[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]







