frear

Το σκοτεινό τρυγόνι #Β2: Η νοσταλγός – του Κυριάκου Μαργαρίτη

Η πόλη ερήμωσε, το ίδιο κι η θάλασσα. Το ίδιο κι αυτός. (Έρημος είμαι, κι ανάβω λυχναράκι θλίψεως.)

Ἄξιον σημειώσεως εἶναι ὅτι εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτός, ἐνῷ ἐπλανώμην ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν κυμάτων, δὲν συνήντησα πλέον ἄλλο πλοῖον πουθενά. Μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἐξάνοιξα μακρὰν ἕνα πανί, ἱστίον τὸ λευκόν.

Άραγε να είχε και μια μαύρη κηλίδα;

Αυτό, πάντως, πυροδοτεί άλλο ένα FLASHBACK, εις τον αφρό της θάλασσας αυτή τη φορά, εις τον αφρό εξ ου αναδύεται, κι όμορφη βγαίνει κορασιά, ολόλαμπρη μπροστά του. Και του λέει: «Νὰ ἔμβαινα σὲ μιὰ βαρκούλα, τώρα-δά… νὰ φτάναμε πέρα!»

«Μπορῶ νὰ ρίξω ἐκείνη τὴ βάρκα στὸ γιαλό… Τί λές, δοκιμάζουμε;»

Η αλήθεια είναι ότι ξαφνιάστηκε κι ο ίδιος με την πρότασή του, που οι κακές γλώσσες θα την έλεγαν ακόμα και ανήθικη∙ εγώ νομίζω ότι ήταν από τις προτάσεις εκείνες που κανείς δεν μπορεί να τις αρνηθεί.

Πράγματι: η κόρη τού έγνεψε αόριστα, έτρεξε στο σπίτι της, εκεί παραδίπλα, κι ύστερα γύρισε τρέχοντας, φορώντας ένα άσπρο κολόβιο – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Το επ’ εμοί, θα ήθελα να ήταν κομπινεζόν.

Ὁ νέος τὴν εἶδε καὶ ᾐσθάνθη χαρὰν μετὰ φόβου. Ἔπραττε σχεδὸν ἀσυνειδήτως. Δὲν ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ τὸ κάμῃ.

Κι όμως: «Ἂς εἶναι· ἂς φέρουμε μιὰ γύρα μὲς στὸ λιμάνι, τώρα μὲ τὸ φεγγαράκι. Γιὰ νὰ δοκιμάσω πῶς θὰ μοῦ φανῇ, ὅταν θὰ μβαρκάρω γιὰ νὰ πάω πέρα…»

Ώστε ήταν μια πρόβα του νόστου, μια πρόβα του νυφικού. Σαν τη ζωή του όλη – τη δική του ζωή.

Όσο για την κόρη, ἒλεγε πάντοτε πέρα, κ᾽ ἐννοοῦσε τὴν πατρίδα. Κ᾽ ἐστέναζε τόσον δι᾽ αὐτήν, ὡς νὰ τὴν ἐχώριζεν ὁλόκληρος ὠκεανὸς ἐκεῖθεν, ἐνῷ μόλις ἀπεῖχε δώδεκα μίλια, καὶ ἡ μικρὰ ραχούλα τοῦ πρασίνου βουνοῦ δὲν ἴσχυε νὰ κρύψῃ τὴν ἡμέραν τὴν ὑψηλὴν ὀφρὺν τοῦ λευκοῦ ὄρους.

Λίγο πριν τον απόπλου, η κόρη εξέφρασε και μιαν επιφύλαξη, αν και υποψιάζομαι ότι ήταν προσποίηση, ή και πρόφαση ενόψει αμαρτίας. Τράβα με κι ας λέω.

«Καὶ τάχα δὲν θὰ τὴ γυρέψουν τὴν βάρκα; Τίνος νὰ εἶναι;»

«Ἀφοῦ θὰ κάμουμε μιὰ γύρα στὸ λιμάνι καὶ θὰ γυρίσουμε… Δὲν πιστεύω νὰ τὴν γυρέψουν πρωτύτερα, ὅτινος νὰ εἶναι».

Ο νέος ήταν μάστορας στις προφάσεις, άσε που διαπιστώνουμε ότι ανέκαθεν είχε και μια ροπή, μιαν έφεση, ας πούμε, να κλέβει τις ξένες βάρκες.

Ἡ γυνή, ἀφοῦ ἐκάθισεν, εὐθύμως ἐξέφερε καὶ τὴν σκέψιν της ταύτην: «Ὁ καραβοκύρης θὰ γυρεύῃ τὴ βάρκα του, κι ὁ μπαρμπα-Μοναχάκης θὰ γυρεύῃ τὸ Λιαλιώ του».

Ὁ νέος ἐμειδίασε. Μπαρμπα-Μοναχάκης ἦτο τὸ ὄνομα τοῦ συζύγου της. Λιαλιὼ ἐκαλεῖτο ἡ ἰδία. Ου κλέψεις, ου μοιχεύσεις, κι είμαστε ακόμη στην αρχή.

Ἅμα ἔφθασαν ἐγγὺς τοῦ ἀκρωτηρίου, ἡ νεαρὰ γυνὴ προσήλωσεν ἀτενῶς τὸ βλέμμα εἰς τὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντος, κ’ ἐστέναξεν. «Νὰ ἰδῶ ἐκεῖ πέρα, κ᾽ ὕστερα γυρίζουμε», εἶπε.

«Πῶς τὸ ἔλεγες ἐκεῖνο τὸ τραγούδι;»

«Ποιὸ; Ἄ!» Καὶ πάραυτα ἤρχισε μετὰ ψιθύρου παθητικοῦ τόνου νὰ ὑποτερετίζῃ: Πότε θὰ κάμουμε πανιά, νὰ κάτσω στὸ τιμόνι, / νὰ ἰδῶ τὰ πέρα τὰ βουνά, νὰ μοῦ διαβοῦν οἱ πόνοι.

«Ἰδού, τώρα τὰ βλέπεις, τὰ πέρα τὰ βουνά· μόνον πὼς ἀντὶ γιὰ πανιὰ ἔχουμε κουπιά· καὶ μᾶς λείπει καὶ τὸ τιμόνι». Ἡ νεαρὰ γυνὴ καὶ πάλιν ἐστέναξεν. «Εἶναι καιρὸς νὰ γυρίσουμε;» ἠρώτησεν ὁ νέος, μετὰ θλίψεως.

«Ἀκόμα, ἀκόμα λίγο», εἶπεν ἡ Λιαλιώ.

Αυτό θα συνοψίζει τα πάντα: Ἀκόμα, ἀκόμα λίγο… Το λέμε όταν έρχεται ο Θάνατος∙ το λέμε όταν έρχεται ο Θεός. Ο Έρωτας είναι ΑΔΗΦΑΓΟΣ.

«Ἄ! ξεχνῶ ποὺ κοντεύω νὰ σὲ ξεπλατίσω στὸ κουπί… Ἀλήθεια, ἐγὼ κάνω σὰν τρελή…»

«Ὄχι, ὄχι, δὲν ἀπόστασα… Τὰ κουπιὰ εἶν᾽ ἐλαφρούτσικα… Τέτοια κουπάκια θὰ μὲ κουράσουνε;» (ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ – ή πολύ∙ ή όλο. ΤΩΡΑ.)

«Τότε, ἔρχεσαι νὰ κάμουμε πανιά, καθὼς λέει καὶ τὸ τραγούδι;»

«Μὲ τί;» Καὶ ἀκουσίως ἐκοίταξε τὸ πάλλευκον κολόβιόν της.

Κι εκείνη ἐσηκώθη, ἔκυψε χαριέντως, διὰ ταχείας χειρονομίας ἔβγαλε τὸ λευκόν, πολύπτυχον κολόβιόν της καὶ – φτάνει: Φανταστείτε υπεύθυνα.

Καὶ ἡ αὔρα εἶχε δυναμώσει, καὶ τὸ αὐτοσχέδιον πανίον ἐφούσκωνε, καὶ ἡ βαρκούλα ἔτρεχε. (Τώρα, σὲ λίγο ἒφτασα – Τὴν ἲδια τύχη θὰ ἒχουμε, τὴν ἲδια τύχη!)

Η βαρκούλα δεν πήγε μακριά, έφτασε μέχρι τ’ Ασπρόνησο. Εκεί κοντά θα ναυαγούσε αργότερα ο νέος, με άλλη βάρκα, όταν θα έφτανε εις το μέσον του βίου του.

Προς το παρόν, η μόνη άλλη βάρκα στη θάλασσα ήταν μια σκαμπαβία με πολλά κουπιά, με τον μπαρμπα-Μοναχάκη στην πλώρη: ο άνθρωπος πήγε να βρει τη γυναίκα του, και η Οδύσσεια κόντεψε να γίνει Ιλιάδα.

«Γλήγορα, γλήγορα», εἶπε μὲ ψίθυρον τόνον τὸ Λιαλιώ· «πίσω ἀπ᾽ τὸ Ἀσπρόνησο!»

«Καὶ τώρα τί νὰ κάμουμε;»

«Νὰ μὴ μᾶς πιάσουν μοναχά. Δὲ μὲ μέλει τί θὰ πῇ ὁ κόσμος, νά! οὔτε τόσο-δά, καρφὶ δὲ μοῦ καίεται! Ἡμεῖς νὰ εἴμαστε ἀθῷοι, καὶ ἄφσε τοὺς ἀνοήτους νὰ μᾶς κατηγοροῦν!»

Ὁ νέος τῆς ἐφίλησε τὰ ἄκρα τῶν δακτύλων τῆς χειρός της, σκεπτόμενος ὅτι ἦτο ἀθῷος, ναί, ὅπως πολλοὶ οἵτινες κατεδικάσθησαν ἀδίκως, ὡς λέγει ἡ Ἱστορία, εἰς τὸν ἐπὶ τῆς πυρᾶς βραδὺν θάνατον.

Και ξαφνικά, επειδή η περιέργεια (μπορεί και η ελπίδα) δεν ανεπαύετο, ο νέος είπε: «Καὶ δὲν σὲ ἀγαποῦσε κανεὶς ἐκεῖ πέρα, πρὶν σὲ πάρῃ ὁ κὺρ Μοναχάκης;»

«Καὶ πολλοὶ μάλιστα, ἀκοῦς ἐκεῖ!» απάντησε εκείνη, κι εξηγήθηκε μ’ ένα τραγούδι: Μὲ πανδρέψαν οἱ γονιοί μου, / χωρὶς νά ᾽χουν τὴ βουλή μου…

Κι αν η Λιαλιώ νοσταλγούσε, ουσιαστικά, την ελευθερία της; Η Πόλη έπεσε προ πολλού!

Ο νέος τον χαβά του: «Γίνεται νὰ μὴ σ᾽ ἀγάπησε κανένας χωριστὰ ἀπ᾽ τοὺς ἄλλους;… καὶ θὰ τὸν ἤθελες καὶ σὺ… πρὶν πανδρευθῇς… ἢ ὕστερα ἀφοῦ ὑπανδρεύθης;»

Ἡ Λιαλιὼ ἐστέναξε βαθέως: «Ἄχ! ναί… Ἐκεῖνος ποὺ ἢθελα μὲ πάρῃ… εἶναι τώρα ἕξι χρόνια ποὺ τὸν ἔφαγε ἡ Μαύρη Θάλασσα… Ἀλλ᾽ ἂν ἔχῃς ἔλεος, γιατί ἐπιμένεις νὰ μ᾽ ἐξετάζῃς γι᾽ αὐτό;…»

(Εάλω, εάλω – που θα πει: Nevermore!)

Μετά την ως άνω στιχομυθία, ακούστηκε η φωνή του κυρ Μοναχάκη, που πυροδοτεί τη μοναδική (φευ) σκηνή καταδίωξης στην παρούσα αφήγηση. Τί νὰ γίνῃ!

«Τώρα νὰ τὸ βάλουμε στὰ κουπιά!» ἀνέκραξε μετὰ φαιδρᾶς χάριτος τὸ Λιαλιώ.

«Κοίταξε», εἶπε ὁ νέος· «μᾶς κυνηγοῦν».

«Τώρα, ἂς μᾶς πιάσουν!» ἀνέκραξεν εὐθύμως τὸ Λιαλιώ. «Μοῦ φαίνεται πὼς εἶναι μακρύτερα ἀπὸ μᾶς».

«Ὤ! βέβαια· πολὺ μακρύτερα. Μὰ ἔχουν πολλὰ κουπιά».

«Κ᾽ ἡμεῖς ἔχουμε μεγάλη δύναμη!»

Το ίδιο, νομίζω, και η σκηνή, που δεν είναι, ωστόσο, για χόρταση. Η καταδίωξη τέλειωσε εν ριπή οφθαλμού. Έτσι έπεσε κι η Τροία.

Όταν η σκαμπαβία πλεύρισε τη βάρκα, ο Μοναχάκης είπε: «Λιαλιώ! ἔ! Λιαλιώ!»

«Ὁρίστε, μπαρμπα-Μοναχάκη!»

«Θέλεις νὰ πᾷς στοὺς γονεῖς σου, ψυχίτσα μου; Καρτέρει νά ᾽ρθω κ᾽ ἐγώ, μήπως κακοπαθήσῃς στὸ δρόμο μοναχή σου, ἀγάπη μου!»

«Καλῶς νά ᾽ρθῃς, μπαρμπα-Μοναχάκη!» ἀπήντησεν ἀνενδοιάστως τὸ Λιαλιώ.

Ὁ νέος ἵστατο ἐντροπαλὸς πλησίον της, κοιτάζων αὐτήν, ἔμφοβος καὶ μὴ ἐννοῶν.

Κι η Λιαλιώ, με τόνο ειλικρινούς συγκινήσεως: «Σύρε στὸ καλό, π᾽λάκι μου. Κρῖμας ποὺ εἶμαι μεγαλύτερη ἀπὸ σένα· ἂν πέθαινε ὁ μπαρμπα-Μοναχάκης, θὰ σ᾽ ἔπαιρνα».

Και τον παράτησε σύξυλο, με το κουπί στο χέρι, μ’ ένα κατάρτι δίχως πανί – δίνω στην ψυχανάλυση λίγη τροφή, αλλά με ρέγουλα οι ερμηνείες∙ τίποτα απ’ αυτά δεν είναι για χόρταση.

Κι εκείνος; Τί νὰ σκεφθῇ; Τί νὰ εἴπῃ; Πῶς ν᾽ ἀρθρώσῃ λόγον; Ἤθελε νὰ πῇ τὰ πάθη του τραγούδια.

Σκέψις χρειάζεται; Ὄχι, δρᾶσις.

Νὰ πηδήσῃ… Νὰ τρέξῃ… νὰ πετάξῃ… Νὰ τὴν ἁρπάξῃ… Νὰ τὴν σηκώσῃ ψηλά…

Ἐμπρός! θάρρος, ἀπόφασις. Σηκώσου! Θὰ κουνηθῇς ἐπὶ τέλους;

Μπα – τίποτε. Εκείνος παράτησε και κουπί και κατάρτι, και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι σκέφτηκε: Story of my life.

Συνεχίζεται…

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη