Κεφάλαιο δεύτερο
Οικία καταρρέουσα
Ἔπλευσα, κι ἀπέκαμα, κ᾿ ἐνυκτώθην… Ἰδοὺ τώρα, ἀφοῦ διέσχισα ἀπὸ γωνίας εἰς γωνίαν, ἀπὸ τὸν κάβον τῆς μεσημβρινῆς ἀκτῆς, ἕως τὰ νῶτα τοῦ χωρίου, ὅλον τὸ μῆκος τοῦ δυτικοῦ κολπίσκου, ἔφθασα κ᾿ ἐστεγάσθην ὑποκάτω εἰς τὰ Μνημούρια· εἰς τὸ κοιμητήριον τῆς πολίχνης τὸ κτισμένον ἐπὶ τοῦ δυτικοῦ παραθαλασσίου λόφου, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τῆς προεξοχῆς, ἐφ᾿ ἧς κεῖται τὸ χωρίον.
Β1: Αστυγραφία
Ας τα πάρουμε λοιπόν από την αρχή. (Τι απέραντη χαρά που υπάρχει στα ξεκινήματα!)
REWIND: Μόνος· μόνος μὲ τοὺς λογισμούς μου, εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ κύματος, εἰς τὸ ἔλεος τοῦ ἀνέμου καὶ τῆς τρικυμίας.
Ὅταν ἔχῃ τις πληγήν, βαθεῖαν, κρυφήν, εἰς τὴν θάλασσαν πρέπει νὰ πλέῃ, μόνος, ὁλομόναχος.
Μεγαλυτέραν εὐτυχίαν δὲν εἶχα γευθῆ. Ἤμην τότε, ὡς ἔγγιστα, τριακοντούτης, καὶ πρὸ πολλοῦ ἤδη εἶχον ἀρχίσει ν᾿ ἀπογοητεύωμαι ἀπὸ τὴν ζωήν!
Ἔλαβα τὰς κώπας, καὶ ἀπεμακρύνθην τάχιστα ἀπὸ τοὺς βραχώδεις λόφους. Ἀντίκρυσα μετ᾿ ὀλίγον ὅλην τὴν πρόσοψιν τῆς πολίχνης.
Και μεταφέρθηκε νοερά στη μητρόπολη, που τότε δεν ήταν παρά ένα ακόμα χωρίον – και τώρα τι είναι;
Εἶπα: «Ἰδοὺ…»
Εγώ θα προσθέσω κι αυτό – θα το δω: Αθήνα διαμαντόπετρα στης Γης το δακτυλίδι. Και να σκεφτείς ότι μιλάω σοβαρά.
Το διαμάντι θα φτάσει οσονούπω στην άκρα πυράκτωση. (Όταν όλα γίνουν καπνός, θα τ’ αναγνωρίσουν τα ρουθούνια μας.)
Εἶπα: «Ἰδοὺ –
ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ!»
Καὶ ᾐσθάνθην κρυφὴν χαράν.
Ο κόσμος, πάντως, τώρα πια το ’χει τούμπανο – κάποιος κόσμος∙ ο άλλος κόσμος. Έτσι ίσως μπορώ να το αποκαλύψω κι εγώ∙ να πάρω, ας πούμε, ένα βούκινο, ή την μπαγκέτα μου. Να διευθύνω τη Φιλαρμονική Ορχήστρα των Αθηνών. Των Χρωμάτων.
Μ’ αυτό το άρωμα: Κιτρέα η νεραντζέα. Στον τόπο μου τη λένε κιτρομηλιά. Εδώ πέρα, όμως, μυρίζει αλλιώτικα. Και η πικρότατη γεύση αποβαίνει πάντα γλυκιά. Η μαντλέν κυκλοφορεί σε όλες τις μορφές και τα σχήματα – όπως αγαπάτε.
Αναζητώντας τον χαμένο δρόμο.
Ὅταν ἐτύχαινε νὰ περάσῃς κάπου ἐκεῖ σιμά ἤκουες τὸν εὐάρεστον καὶ παράξενον ἦχον τῶν χορδιζομένων ὀργάνων καὶ τῶν συλλαβιζομένων ἢ παραλλαγιζομένων μελῳδιῶν.
Καὶ διετίθεσο τότε εὐθύμως, καὶ ἐνόεις τί θὰ πῇ νὰ εἶναί τις –
ΔΕΡΒΙΣΗΣ.
Γύρω-γύρω, δωδεκάδες μαγειρεῖα καὶ πατσατζίδικα καὶ εἰκοσάδες ταβέρνες. Ἐκεῖ ἦτο ἡ Παλαιὰ Ἀγορά. Ἐκεῖ ἐπωλεῖτο ἡ εὐθυμία. Ὅλα ταῦτα ἴχνη τῆς Τουρκοκρατίας.
Ἐκεῖ ὄπισθεν εἶναι τὰ Τσαρουχάδικα. Κάτω, πρὸς δυσμάς, εἶναι τὰ Γύφτικα. Δὶς ἢ τρὶς τῆς ἑβδομάδος μ᾿ ἀρέσει νὰ περνῶ ἀπ᾿ ἐκεῖ.
Εξάλλου, ήταν ανέκαθεν τακτικός περιπατητής. (Δεν είμαστε πολίτες∙ είμαστε ΟΔΙΤΕΣ.)
Πέραν τῆς συνοικίας τοῦ Ἁγίου Φιλίππου εἶναι ἡ Παναγία ἡ Βλασαροῦ, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, καὶ ἀνατολικώτερον, ἄνωθεν τῆς Πύλης τῆς Ἀγορᾶς, τὸ Ριζόκαστρο.
Ἡ συνοικία αὕτη μοῦ εἶναι γνωστὴ καὶ προσφιλής.
(Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα / Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ / Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή…)
Ἐνθυμοῦμαι μίαν παλαιὰν οἰκίαν, μὲ μεγάλην αὐλήν, μὲ ἔξοχον μεγαλοπρεπῆ θέαν πρὸς τὸν Ἐλαιῶνα, τὴν Πεντέλην καὶ τὸν Πάρνηθα.
Ἐκεῖ ἤκουα τακτικὰ πᾶσαν νύκτα κιθάραν καὶ ᾆσμα καὶ μανδολῖνον. Δὲν ἦσαν αἱ γάστραι ὁποὺ ἐσείοντο, ἦσαν δύο ὡραῖαι ξανθαί, κασταναὶ κεφαλαί.
Ἡ μελῳδία τῶν ᾀσμάτων, τῆς κιθάρας οἱ φθόγγοι, τὸ φύσημα τῆς αὔρας, οἱ ψιθυρισμοὶ εἰς τὸ σκότος, καὶ τῶν ἀνθέων τὸ ἄρωμα…
Ἔκτοτε εὐτυχίαν λογίζομαι ν᾿ ἀκούω μουσικὴν καὶ ᾆσμα κατὰ τὰς ὥρας τοῦ ὕπνου ἢ τῆς ἀυπνίας.
Ὀλίγον παραπάνω εἶναι τ᾿ Ἀναφιώτικα. Ἐκεῖ ἀνάφτουν καθ᾿ ἑσπέραν ἐναέριοι λύχνοι. Ἀντηχεῖ ὑψηλὰ ἐκεῖθεν ἀκόμη τό, Ἀγνώστῳ Θεῷ.
(Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά.)
Ἐκεῖ ἐπιφαίνονται ἐνίοτε δύο λαμπραὶ ὀπτασίαι. Ἡ πρώτη ὀνομάζεται Παῦλος, ἡ δευτέρα Διονύσιος.
(Ω Άνδρες Αθηναίοι – ω Κόρες των Αθηνών! Ω Αθηναίε – ΞΕΝΕ!)
Ἐκεῖθεν καὶ ἐφεξῆς, ὑψηλά, ἐπάνω, ἐπιφαίνεται μία αἴγλη. Σέλας συλληφθέν, ἀκτὶς ἡλίου στερεοποιημένη.
(Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου / Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας / Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.)
Ἂς ὀπισθοχωρήσωμεν, ἢ μᾶλλον ἂς σταματήσωμεν ἐδῶ.
Αδελφέ αναγνώστη: πολλά είπαμε, και δεν έπρεπε. Τι σοι και μοι; Σιωπή τώρα. Μόκο.
Σαρκικοί, ὑλόφρονες καὶ νωθροὶ ἄνθρωποι, δὲν δύνανται ν᾿ ἀνέλθωσιν εἰς τὸν ἱερὸν βράχον τῆς Ἀκροπόλεως.
Μεταβολή, αναχώρηση. Η ώρα πέρασε, τ’ αστέρια χάθηκαν, πρέπει να φύγεις. Κι ο ήλιος ακόμη δεν βγήκε. (Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς / Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε / Κανένας με γνώριζε).
Εδώ αντέγραψα μέχρι και τις παρενθέσεις. Καθ’ όλα τα φαινόμενα, περπατώ στα τυφλά. La diritta via dolorosa.
Ὦ Θεέ μου, δός μου φώτισιν!…
Συνεχίζεται…
⸙⸙⸙
[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]







