frear

Το σκοτεινό τρυγόνι #8: Highlands – του Κυριάκου Μαργαρίτη

Όταν τέλειωσε η τελετή του σπηλαίου, μια μύηση και μετοχή στην αφήγηση, μάλιστα στην αυτοβιογραφική (που για εμάς εδώ τελεί σε εξέλιξη), ο περίλυπος Παπαδιαμάντης ευθύμησε, και μπήκε πάλι στη βάρκα, και βγήκε στη θάλασσα, αυτή τη φορά με παρέα.

Αλλά μήπως δεν είχε ξεκινήσει ο περίπλους ήδη απ’ το σπήλαιο, γύρω από τη φωτιά, με τις τερπνές και ψυχωφελείς αφηγήσεις των φίλων, που αυτοβιογράφησαν τον ναυαγό, ιστορώντας τον δικό τους καημό και τον πόνο, με τον πιο κοινό λογισμό και με τ’ όνειρο;

Αλίμονο: Κανένας. Δεν. Σώζεται. Μόνος. Κανείς δεν νικά.

(Ο θησαυρός του Μεγαλέξανδρου είπαμε ότι ήταν οι φίλοι του: Ἐν τούτοις. Το όνειρο του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι γνωστό: Ἐν τούτῳ νίκα. Έτσι εξηγούνται όλα.)

Ούτε σώζεται, βεβαίως, κανένας, αν προηγουμένως δεν αυτοκτονήσει πολλάκις, αν δεν γίνει για τον κόσμο ΚΑΝΕΝΑΣ, αν δεν συντριβεί μέχρι τελικής εξουθένωσης. (Λέγε με, ας πούμε, Ιώβ – μείον τους λιγόψυχους φίλους του ανδρός∙ οι δικοί μας είναι γενναίοι.)

Ο Σταμάτης άδραξε τα κουπιά, κι ο Αγάλλος, όρθιος στην πλώρη, λαλούσε τα λόγια της, κάτι ναυτικά παραγγέλματα, μελωδικά, μουσικά, ακατάληπτα.

Κι ο Αλέξανδρος, κύματι θαλάσσης ρεμβάζοντας, επιδόθηκε στον προσφιλή του τρόπο ζωής και γραφής, το λεγόμενο παρά τους νεωτέρους: FLASHBACK. (Δεν φταίω εγώ – κάποτε το έλεγαν: ΜΝΗΜΗ.)

Στην πραγματικότητα, όμως, το flashback του ανθρώπου αυτού σε τίποτα (και ποτέ) δεν διέφερε από το flash forward, καθότι ο νόστος δεν είναι (ποτέ) πισωγύρισμα – εκτός κι αν νομίζετε ότι ο Οδυσσέας ήταν οπισθοδρομικός.

Στο κοίλο της βάρκας, λοιπόν, στο ξύλινο αλογάκι του, ο Παπαδιαμάντης εξασκούσε την υψηλή τέχνη της ανακλήσεως, που είναι ο μόνος τρόπος για να πενθήσεις μετά χαράς. Αλλιώς: κλάψ’ τα.

Το στιγμιότυπο που κατεξοχήν τον απασχολούσε (όπως όλα δείχνουν) ήταν η σκηνή στον ναό, η συνάντηση με το συνολικό, αμαρτωλό παρελθόν του στο ρέμα. Το άσπρο σεντόνι, η μαύρη κηλίδα του. Φάσμα φασμάτων!

«Ἀτός σου θὰ πᾷς;… Τουλόου σ᾽; Πῶς γένεται;»

«Ἡσύχασε, θὰ πάω. Τώρα, σὲ λίγο ἔφτασα…»

Τώρα, όμως, καθοδόν για το φτάσιμο, σε μια πάντοτε νέα απαρχή, η ανεκλάλητος φρίκη της εικόνας εκείνης αραίωνε, πιθανόν επειδή στο μεταξύ ο Αλέξανδρος ήπιε ύδωρ λάλον και ζων, και την είχε ιστορήσει, την αφηγήθηκε, και μόνος και μετά πολλών.

(Η εξομολόγηση, ξέρετε, δεν είναι αυτοέκφραση∙ είναι μυστήριο.)

Το παρελθόν, επομένως, ειπωμένο με τόσην ακρίβεια (στο σωστό του το ύψος), είχε ήδη αποδοθεί στην Αγία Λήθη, που είναι η μνήμη όταν εκβάλλει στη θάλασσα, τη στιγμή της Αποκαλύψεως: Καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔστιν ἔτι. Πάει, πέρασε – εξαντλήθηκε!

(Τις αμαρτίες μου, Κύριε, ΜΗ ΜΝΗΣΘΗΣ.)

Η νοσταλγία, εφεξής, σημαδεύει το μέλλον. Αυτό πέφτει, πέφτει εξ ουρανού, κάθε φορά που ο ουρανός απλώνει στην αυλή την μπουγάδα του – ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΥΧΗ!

Θα σας έλεγα τώρα για την τύχη αυτή, αλλά θα ήταν σπόιλερ. Ας χτίσουμε, καλύτερα, λίγο σασπένς: Η νύχτα άπλωσε τα μαύρα της πέπλα πάνω απ’ τη Σκιάθο – τα μαύρα; Ο λόγος το λέει, μην τα παίρνετε όλα τοις μετρητοίς. Υπάρχει και η πίστωση (χρόνου).

Καθὼς ἔφεγγε τὸ πυροφάνι στὸν αἰγιαλόν, καὶ κατέλαμπεν ὅλον τὸν βυθὸν εἰς τὰ ρηχὰ κύματα, καὶ τὴν μαύρην ἀκτὴν καὶ τοὺς θάμνους τοὺς πυκνοὺς τοὺς ἐπιστέφοντας γύρω τοὺς βράχους, καὶ τὶς ξέρες καὶ τὰ νησάκια τὰ μικρὰ ὁποὺ ξεχώριζαν μακρὰν πρὸς τὸ πέλαγος, ὁ Ἀγάλλος ὀρθὸς εἰς τὴν πλώρην τῆς βάρκας, ὑψηλός, ἐπιβλητικός, μὲ τὸν μακρόν του γάντζον, δι᾿ οὗ ἐξηρεύνα ὡς Ποσειδῶν τὴν θάλασσαν, δὲν ἔπαυε νὰ στέλλῃ βραχείᾳ τῇ φωνῇ προστάγματα εἰς τὸν Σταμάτην, τὸν κρατοῦντα τὰς κώπας.

«Σία!… Ἄλα!… Γιαλό… Ὅλο γιαλό… Δούλευέ τα!… Γιομᾶτα!»

(Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Και γιατί θα έπρεπε να καταλάβεις;…)

«Σὺ μὲ παρασάστισες μὲ τὰ παραγγέλματά σου, Διαμαντή», ἔλεγε μὲ γέλια ὁ Σταμάτης. «Τί νὰ πρωτοθυμηθῇς ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτά;… Αὐτὰ συγκρούονται μεταξύ των, ὅπως αὐτὴ ἡ βάρκα, ἂν μοῦ κατεβῇ ἔξαφνα νὰ τὴν ρίξω ἐπάνω σ᾿ ἐκείνην τὴν ξέρα… Τότε θὰ κάμουμε ὅλοι ἀπὸ ἕνα λουτρόν».

«Ὅλο λόγια εἶσαι!» εἶπεν ὁ Ἀγάλλος. «Κοίταξ᾿ ἐδῶ, δάγκασε αὐτὸ τὸ χταπόδι!… Πλάκωσε ἐκείνη τὴν καβούρα, μὴ μᾶς φύγῃ! Καὶ τότε τί θὰ ψήσουμ᾿ ἐπάνω στὰ κάρβουνα!»

Έτσι γλεντούσαν οι δυο ιδιόρρυθμοι φίλοι το πυροφάνι, θορυβωδώς, ώσπερ παιδία, ενώ ο Αλέκος –

Α! ο Αλέκος: Ἐγὼ ἤμουν ἐξαπλωμένος κατὰ πλάτος τῆς πρύμνης, ἐνανουριζόμην ἀπὸ τοὺς μαλακοὺς λικνισμοὺς τῆς βάρκας, ἀνέπνεα τὸν καπνὸν τοῦ δᾳδίου, κ᾿ ἐπροσπάθουν νὰ διακρίνω τὰ ἄστρα εἰς τὸν ἄνω βυθόν.

Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε, που ίσως σημαίνει: Ρίχνει να πιάσει ψάρια, πιάνει φτερωτά…

Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερο από αυτή την πατρίδα, απ’ αυτή την παράξενη και τρομερή συντυχιά!

Ας έρθουμε λοιπόν και στο REAL TIME της παρούσας αφήγησης – ας φτάσουμε, εννοώ, στον χρονότοπό της.

«Τώρα, σὲ λίγο ἒφτασα».

(Another time, another place, I see that old familiar face.)

«Πῶς γένεται;»

Elementary, μανάρια, elementary∙ λέγεται: ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ. Και γένεται, και εγένετο, εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν. Ξεστραβωθείτε, που να πάρει η ευχή.

Θέλω να πω: LOOK UP, HANNAH!

(Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. Καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ.)

Τέλος πάντων, κουράστηκα. Ο έχων ώτα, ας τα έχει πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής του.

Ἡ ψυχή μου ἦτο πάντοτε πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἂν καὶ τὸν πλεῖστον χρόνον ἀπεδήμουν σωματικῶς, καὶ ἐνθυμούμην κάποτε τὸν στίχον τοῦ Σκώτου ἀοιδοῦ –

Ἡ καρδιά μου εἶναι στὰ Ψηλώματα, ἡ καρδιά μου δὲν εἶν᾽ ἐδῶ.

Συνεχίζεται…

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη