Επιστρέφουμε, λοιπόν, στο FLASHBACK, καίτοι εμένα μ’ αρέσει να παίρνω τα πράγματα από την αρχή. Άλλο που η αρχή ποτέ δεν είναι στη θέση της.
(Από όπου θες, θεά, ξεκίνα την αυτή την ιστορία, κόρη του Δία, / και πες την και σ᾽ εμάς.)
Για να δούμε: Μίαν ἀπ᾽ αὐτὰς τὰς νύκτας, τῆς 8ης Σεπτεμβρίου –δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς τὰ πόσα ἦτον– μᾶς συνέβη, εἰς ἐμὲ καὶ τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν, παράδοξον μικρὸν συμβάν.
Αὐτή ἐπέμενε νὰ τὴν συνοδεύσω ἀπὸ τὸν μέσα δρόμον μέχρι τῆς οἰκίας της. Ἐκεῖ, καθὼς διηρχόμεθα κάτωθεν ἀπὸ ἕνα μπαλκόνι, ἄνωθεν τοῦ ὁποίου ἐφαίνοντο ἀσπρόρρουχα ἁπλωμένα, δὲν ἠξεύρω πῶς, μακρὰ χιονόλευκος σινδὼν ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὸ σχοινίον ἐφ᾽ οὗ ἐκρέματο· ἔπεσεν ἐπάνω εἰς τὰς κεφαλάς μας· ἡπλώθη εἰς τὰς ὠμοπλάτας μας, καὶ «μᾶς ἐκουκούλωσεν», ἤ, μᾶς ἐσαβάνωσε καὶ τοὺς δύο, ὡς νὰ τὴν ἥπλωσεν ἐπάνω μας ἀόρατος χείρ.
Ἐγὼ ἀκουσίως ἐγέλασα, ἂν καὶ τὸ πρᾶγμα μοῦ ἐφάνη μᾶλλον κακὸς οἰωνός. Ἡ ἐξαδέλφη μου ἔκαμε τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, κ᾽ ἐψιθύρισε: «Τὴν ἴδια τύχη θὰ ἔχουμε… τὴν ἴδια τύχη!»
Στο σεντόνι θροΐζει η λέξη: ΚΙΣΜΕΤΙ. Στο χιόνι τρίζει.
Τα πιο πάνω σκεφτόταν ο Αλέκος κατά τη διάρκεια (εννοείται) του flashback, όταν πήρε το κανάτι της Μαχούλας και πήγε να το γεμίσει νερό, εκτελώντας έργα Σταμάτη.
«Τουλόου σ᾽; Πῶς γένεται;»
«Ἡσύχασε, θὰ πάω. Τώρα, σὲ λίγο ἔφτασα…»
Και έφτασε (το είπαμε), αλλά όχι έτσι όπως θα το περίμεναν οι αισιόδοξοι εξ ημών, όχι, ας πούμε, αβρόχοις ποσί, και οπωσδήποτε όχι αναίμακτα.
(Να δώσεις αίμα, να λάβεις πνεύμα.)
Ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸ βαθὺ ρεῦμα καὶ ἐπάτησα εἰς τὸ στενὸν μονοπάτι, τὸ φέρον πρὸς τὴν πηγήν, τότε ἤρχισα ν᾽ ἀναλογίζωμαι τί εἶχα κάμει, ἕως τότε δὲν εἶχα σκεφθῆ.
ᾘσθάνθην αἰφνίδιον φόβον. Ἀπὸ εἰκοσαετίας ἦτο ἡ πρώτη φορὰ καθ᾽ ἣν εἰσηρχόμην εἰς τὸ ρεῦμα ἐκεῖνο, ὁλομόναχος, ἐν ὥρᾳ ἀμφιλύκης, καὶ ἐπικειμένης νυκτός…
Ποια να ήταν η πρώτη φορά που εισήλθε στο ρεύμα εκείνο; La diritta via era smarrita! Η ζωή μου κύκλους κάνει, απόδειξη ότι έχω χαθεί. Κι η Αριάδνη; Πόσο πάει το μαλλί;
Ἔφθασα ἐν τοσούτῳ εἰς τὴν κρήνην. Ὅταν ἐδοκίμασα νὰ τοποθετήσω τὸ μικρὸν ἀγγεῖον κάτωθεν τοῦ κρουνοῦ διὰ νὰ γεμίσῃ, τοῦτο μοῦ ἔφυγεν ἀπὸ τὰς χεῖρας.
Ἄνωθεν τῆς κρήνης εἶδα, μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου, πρᾶγμά τι ἐναέριον νὰ ἵσταται.
Τὸ λευκὸν ὡμοίαζε μὲ χιτῶνα πάλλευκον, μὲ ἄσπιλον ἐσθῆτα παιδίσκης δεκαπενταέτιδος. Τὸ μαῦρον ὡμοίαζε μὲ ἁμαρτίας φάντασμα.
Θεέ μου! καὶ ἡ κάμπη ἐκείνη τίς ἦτο;
Ἀληθεύει ὅτι ἀποτροπιάζεται ἡ φεύγουσα ψυχή, βλέπουσα τὸ φθαρτόν, σκωληκόβρωτον σκῆνός της;
Καὶ τὸ ἄσπιλον ἐκεῖνο ἀρνίον, τὸ θεόπλαστον σκήνωμα, τῆς βασκανίας τὸ θῦμα, ἐκοιμᾶτο ἀπὸ εἰκοσαετίας εἰς τὸ κοιμητήριον τῶν θανόντων.
Ναί· εἶχον περιβάλει μὲ στέφανον παρθενικὸν ἐπὶ τῆς νεκρικῆς κλίνης τὴν ξανθὴν κεφαλήν της. Ἀλλ᾽ ὁ στέφανος ἐκεῖνος εἶχε γίνει ἀκάνθινος στέφανος.
Ὤ, ἡ ζωή της ἦτο ὄνειρον καὶ αὐτὴ ὑπῆρξέ ποτε «μάννα ζωῆς, δρόσος γλυκασμοῦ, μέλι τὸ ἐκ πέτρας». Καὶ ἡ κάμπη ἡ δύσμορφος εἶχε φθείρει τὸ ἄσπιλον, τὸ ἠθικὸν κάλλος της.
Φεῦ! διατί ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν λόχμην, τὴν ποικίλην καὶ πολύχρωμον καὶ ἀνθοφοροῦσαν νὰ ἐξέρχωνται ἄκανθαι, συρίζουσαι γλῶσσαι, ἔχιδναι;
Καὶ πῶς ἠλλοιώθη τὸ κάλλος τῆς φύσεως, καὶ τὸ μιαρὸν πνεῦμα εἰσέβαλεν εἰς τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ἐπεθεώρησε «καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν;»…
Πόθεν τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας;
Σ’ αυτή την ερώτηση ίσως παίζεται η μοίρα του κόσμου, η ζωή καθενός. Μια εξίσου αρχαΐζουσα, και όμως μοντέρνα διατύπωση θα ήταν μάλλον η εξής: ΤΙΣ ΠΤΑΙΕΙ;
Μία είναι η σωστή απάντηση, και είναι απόλυτη. Τα άλλα είναι θόρυβος.
Ὤ, φρίκη, καὶ πόνος ἀνεκλάλητος!
Εἶδα, εἶδα τὸ παρελθόν μου μὲ τοὺς ἰδίους μου ὀφθαλμούς, τὸ εἶδα ὡς μαῦρον φάντασμα.
(ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΥΧΗ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ… ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΥΧΗ!)
Ὀλίγον ἀκόμη καὶ ἡ καρδία μου θὰ ἔπαυε νὰ πάλλῃ.
ᾘσθάνθην βαθεῖαν συντριβήν· τὸ φάσμα τὸ ἴδιον μ᾽ εὐσπλαγχνίσθη, καὶ ταχέως ἔγινεν ἄφαντον.
Κι ο οδοιπόρος βγήκε στον πηγαιμό για τον ναό, έβαλε αρχή για τον γυρισμό και τον νόστο, ψιθυρίζοντας τον χαροποιό και απελπισμένο ψαλμό: Ἁμαρτίας νεότητός μου καὶ ἀγνοίας μου μὴ μνησθῇς, Κύριε…
Καθ’ όλα τα φαινόμενα, εδώ βρίσκεται η αρχή, που είναι ταυτόσημη με την εργασία της μετάνοιας: αρχίζω θα πει αρχίζω να μετανοώ∙ να επιστρέφω (ενεστώτας διαρκείας).
Λυπάμαι που το λέω, αλλά η εργασία αυτή δεν έχει τέλος.
Συνεχίζεται…
⸙⸙⸙
[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]







